Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Οικολογία και καπιταλισμός:



Μια σύντομη προσέγγιση της συστημικής διάστασης του οικολογικού προβλήματος*

Κώστας Λάμπος
Prodial21@gmail.com

Όταν και στο βαθμό που, τις τελευταίες δεκαετίες διαπιστώνεται όλο και περισσότερο πως, το μεθύσι της λεηλασίας και της καταστροφής της φύσης, στη λογική της απεριόριστης παραγωγής και συσσώρευσης υπεραξίας, δεν εξαθλιώνει μόνο τους λαούς του, γεωγραφικά και κοινωνικά ονομαζόμενου, Τρίτου Κόσμου και δεν απειλεί το ίδιο το μέλλον του ανθρώπινου γένους, αλλά σιγά –σιγά σκοτώνει τώρα, σήμερα, ακόμα και τα «αφεντικά» στη ίδια την καπιταλιστική μητρόπολη, τότε κάνει, στη μητρόπολη φυσικά την εμφάνισή του και το «οικολογικό κίνημα» που «μελετάει» το «οικολογικό πρόβλημα» και προτείνει «λύσεις» για την αντιμετώπισή του.

Στο μεταξύ όλο και περισσότερο συνειδητοποιείται πως το «οικολογικό πρόβλημα» δεν περιορίζεται πια σε κάποιες αρνητικές παρενέργειες του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, που ‘θα μπορούσαν» να αντιμετωπισθούν με διορθωτικές παρεμβάσεις του καπιταλιστικού κράτους. Σήμερα είναι πια σαφές ότι η διατάραξη της «ολοκληρωμένης ενότητας ανθρώπου και φύσης» μέσω της διατάραξης της εσωτερικής αλλά και της γενικής ισορροπίας των οικοσυστημάτων έχει ήδη πυροδοτήσει την «οικολογική Βόμβα», που θα ανατινάξει, αν δεν παροπλισθεί, εφόσον δεν είναι πια πολύ αργά για κάτι τέτοιο, το «διαστημόπλοιο γη», οπότε και δεν πρόκειται κανένας να γλιτώσει από το πλήρωμά του. Ακόμα ούτε κι αυτοί που «κατασκεύασαν» την οικολογική βόμβα.

Με την εμφάνιση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, που στηρίζεται στη μαζική παραγωγή για το κέρδος έκανε την εμφάνισή της και η μαζική λεηλασία και η προκλητική σπατάλη των εξαντλήσιμων και ανανεώσιμων φυσικών πόρων του πλανήτη. Έτσι μια σειρά από βασικές, για την παραγωγή ενέργειας και βιομηχανικών προϊόντων, κύρια μεταλλουργίας, πρώτες ύλες τείνουν να εξαντληθούν μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Το ξέφρενο κυνηγητό του κέρδους, που οδήγησε τον καπιταλισμό στην «καταναλωτική κοινωνία» ,στην κοινωνία της κραιπάλης, πέρασε μέσα από την οργανωμένη έλλειψη αγαθών και την παραγωγή τεχνητών αναγκών, η ικανοποίηση των οποίων όξυνε τη σπάταλη παραγωγή υποκατάστατων και πολλαπλασίαζε την παραγωγή κάθε είδους απόβλητων και ρύπων, σε ρυθμούς που η φυσική διαδικασία ανακύκλωσης και απορρύπανσης δεν μπορούσε να τους προλάβει. Έτσι μια σειρά από ελεύθερα βασικά αγαθά όπως το καθαρό νερό ο καθαρός αέρας, το πράσινο, άρχισαν να σπανίζουν και η χρήση τους άρχισε να γίνεται επικίνδυνη για την ανθρώπινη υγεία.

Ο καπιταλισμός αναπαράγει το οικολογικό πρόβλημα

Το γεγονός πως ο καπιταλισμός δεν προβληματίζεται παρά μόνο για το πώς μπορεί να παράγει και να συσσωρεύσει υπεραξία, τον οδήγησε στην ανακάλυψη πως μπορεί να παράγει κέρδος ακόμα κι από τις ίδιες του τις βρωμιές και μάλιστα μέσο της αναζήτησης και «ανακάλυψης» στα επιστημονικά εργαστήρια των απολίτικων τεχνοκρατών, μορφών και μεθόδων σπατάλης, αχρήστευσης και απαξίωσης υλικών και πόρων και όχι μέσο της αριστοποίησης των οικονομικών πόρων και των παραγωγικών συντελεστών. Με αφορμή αυτή την πανούργα ιδιότητα του σύγχρονου καπιταλισμού να παράγει βρωμιά και να κερδίζει διπλά τόσο από την παραγωγή της ίδιας της βρωμιάς όσο κι από την παραγωγή των μέσων για το «καθάρισμα» της βρωμιάς που συνειδητά και συστηματικά πια παράγει, θα πρότεινα, με κάποια δόση χαριτολογίας, τη σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού, να την ονομάσουμε «βρωμοκαπιταλισμό», σαν το τελευταίο στάδιο ανάπτυξής του.

Τη θέση γι’ αυτή τη λειτουργία του καπιταλισμού την τεκμηριώνουν πολλές, πάρα πολλές μελέτες και άπειρες καταγγελίες οικολόγων και οικολογικών οργανώσεων η μελέτη των οποίων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο για τους ειδικούς ή τους ερευνητές, αλλά κύρια για το σύγχρονο πολίτη προκειμένου να κατανοήσει τη θέση του στην κοινωνία που ο καπιταλισμός πασχίζει να τη μεταβάλλει σε «προγραμματισμένο ανθρωποτροφείο» που θα του παράγει υπεραξία χωρίς να αμφισβητείται και χωρίς να απειλείται. Χάρη σ’ αυτές τις μελέτες πληροφορούμαστε λ.χ. ότι τα μεγάλα μονοπώλια που παράγουν σε τεράστιες ποσότητες μη αφομοιώσιμους, μη ανακυκλώσιμους, σκληρούς κι επικίνδυνους ρύπους, ενισχύουν μερικά «οικολογικά κινήματα» για την άσκηση πίεσης στις κυβερνήσεις να αγοράσουν συστήματα καθαρισμού τα οποία βέβαια παράγουν τα ίδια τα μονοπώλια.

Απ’ αυτή την άποψη ίσως δεν απέχει πολύ απ’ την πραγματικότητα η σκόπιμη παραγωγή ρύπων για την πώληση των συστημάτων καθαρισμού, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους παραγωγούς όπλων που οργανώνουν πολέμους για να μπορούν να διαθέτουν τα «προϊόντα τους». Έτσι ίσως και να δικαιολογείται η άποψη ότι αυτά τα συντηρητικά, ρεφορμιστικά «οικολογικά κινήματα», δεν αποτελούν παρά μόνο τα εξωτερικά γραφεία marketing των πολυεθνικών μονοπωλίων παραγωγής ρύπων και αντιρρυπαντικών μέσων και συστημάτων του «βρωμοκαπιταλισμού».

Άλλες πάλι μελέτες μας πληροφορούν με λεπτομέρειες για το πώς οι κατασκευαστές αυτοκινήτων «γερνάνε», καταπονούν στα εργαστήριά τους κάποια μέταλλα για εξαρτήματα για να αχρηστεύονται γρήγορα και να περιορίζεται ο κύκλος ζωής του αυτοκινήτου για να φεύγει έτσι το νέο μοντέλο και η νέα παραγωγή ανταλλακτικών. Πόσες ανθρώπινες ζωές στοιχίζει αυτή η εφεύρεση της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», της «ελεύθερης αγοράς», προφανώς δεν θα το μάθουμε ποτέ, γιατί κανένα ερευνητικό ή πανεπιστημιακό ίδρυμα δεν χρηματοδοτήθηκε ποτέ για τη μελέτη αυτής της παραμέτρου ως αιτίας των αυτοκινητιστικών ατυχημάτων.

Πληροφορούμαστε ακόμα και για πιο αθώες περιπτώσεις όπως της τεχνητής γήρανσης των συνθετικών ινών, ή των ηλεκτρικών λαμπτήρων, ή των δερμάτων για να χαλάνε γρήγορα, λ.χ. οι γυναικείες κάλτσες, για να καίγονται στις 1.000 αντί στις 10.000 ώρες ζωής οι λαμπτήρες και να τρυπάνε τα παπούτσια στις 300 κι όχι στις 1.500 ώρες . Όπως είναι φυσικό αυτή η κατάσταση της υποβάθμισης της ποιότητας ζωής, μέσω της αύξησης της κατανάλωσης περιττών και με χημικά συντηρητικά βεβαρημένων προϊόντων, σε συνδυασμό με την πυρηνική, πολεμική ή ειρηνική τρομοκρατία του μονοπωλιακού κεφαλαίου σε βάρος των λαών, με την διογκούμενη οικολογική καταστροφή και την εξάντληση των φυσικών πόρων του πλανήτη δεν μπορούσε να αφήσει αδιάφορους τους εργαζόμενους. Η ανησυχία, γίνεται αμφισβήτηση κι αυτή καταλήγει σε συγκεκριμένες μορφές αγώνα απόρριψης του καπιταλισμού που είναι ταυτόχρονα κι αγώνας για έναν άλλο τρόπο κοινωνικής συμβίωσης και παραγωγής αγαθών που δεν θα στηρίζεται στο κέρδος, αλλά στον άνθρωπο, στις συμμετοχικές διαδικασίες και στον κοινωνικό έλεγχο.

Τα «όρια της ανάπτυξης» ή τα όρια του καπιταλισμού;

Για να προλάβουν λοιπόν τις όποιες ανεπιθύμητες εξελίξεις τα κορυφαία επιτελεία του μονοπωλιακού κεφαλαίου αναθέτουν στους τεχνοκράτες τους τη μελέτη και την επεξεργασία σεναρίων για την άμυνα του συστήματος. Ένα απ’ αυτά τα επιτελεία το γνωστό Club of Rome κατάληξε στο συμπέρασμα πως η ανθρωπότητα οδεύει ολοταχώς στην καταστροφή γιατί έφτασε στα «όρια της ανάπτυξης». Κάθε παραπέρα βήμα ανάπτυξης αποτελεί κι ένα βήμα προς την καταστροφή, τονίζει το Club of Rome στη ομώνυμη έκθεσή του με τίτλο. «Τhe Limits of Growth», ή «Die Grenzen des Wachstums», που είδε το φως της δημοσιότητας το 1973 .

Για να εξασφαλιστεί λοιπόν η «σωτηρία της ανθρωπότητας, και να αποτραπεί η οπισθοδρόμηση σε μια μορφή ύπαρξης που φαίνεται ανάξια να τη ζήσουμε», το Club of Rome πρότεινε μεταξύ άλλων τη «στρατηγική της μηδενικής αύξησης της παραγωγής και του πληθυσμού». Αυτή η πρόταση αποτελεί την πιο επίσημη, ταυτόχρονα και την πιο τραγική ομολογία της χρεοκοπίας του καπιταλισμού της άναρχης σπάταλης και καταστροφικής παραγωγής για το κέρδος, αλλά και την κυνικότερη απειλή του καπιταλισμού ενάντια στο ανθρώπινο γένος και την προοπτική του αφού μια τέτοια στρατηγική μόνο με τη βάναυση φασιστική βία μπορεί να επιβληθεί, τη βία της πείνας, της ανεργίας, της ανελευθερίας και τη βία της ίδιας της στείρωσης των εργαζομένων. Αυτή η πρόταση για τη «μηδενική στρατηγική» στερείται ακόμα και εσωτερικής λογικής αφού στηρίχθηκε στην υπόθεση του ενός ενιαίου, από άποψη αναπτυξιακού βαθμού, κόσμου, στο αμετάβλητο του τρόπου παραγωγής και δεν έλαβε υπόψη της τον παράγοντα επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος προσανατολισμένη σε μια ανθρωποκεντρική ανάπτυξη.

Γι’ αυτό και κατηγορήθηκε για α-ιστορικότητα στη θεώρηση του κόσμου, γιατί ο κόσμος από άποψη επιπέδου ανάπτυξης δεν είναι ενιαίος. Αυτός αποτελείται τουλάχιστον από δύο κόσμους τον αναπτυγμένο Βορρά, και τον καθυστερημένο Νότο, ή και από περισσότερους, τον πρώτο , δηλαδή το δυτικό Βορρά , τον δεύτερο, δηλαδή τον ανατολικό Βορρά και τον τρίτο κόσμο, δηλαδή το Νότο, ανατολικό και δυτικό. Έτσι αν υποθέσουμε πως ο Βορράς εξάντλησε τους φυσικούς πόρους του, έκανε το φυσικό του περιβάλλον μη-αναπτύξιμο και μη-κατοικήσιμο και έφτασε τα όρια της ανάπτυξης του καλά θα κάνει να σταματήσει την παραπέρα ανάπτυξη του, ή ακόμη καλύτερα θα κάνει ν αναθεωρήσει το μοντέλο της ανάπτυξης του και να βάλει την όπισθεν ταχύτητα για να βγει από τα αδιέξοδα στα οποία μόνος του οδηγήθηκε για να μπορέσει τότε να προχωρήσει προς νέα κατεύθυνση.

Όμως όσον αφορά τις χώρες του Νότου, πολλοί θεωρητικοί πιστεύουν πως έχουν ακόμα και φυσικούς πόρους και φυσικό περιβάλλον και ανάγκες αλλά και δυνατότητες να αναπτυχθούν, όμως όχι στη βάση των μοντέλων του δυτικού ή του ανατολικού Βορρά. Έτσι η «στρατηγική για τη μηδενική ανάπτυξη», που πρότεινε το Club of Rome καταλήγει ν είναι απολογητική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που αποσκοπεί να του προσφέρει άλλοθι, να αποπολιτικοποιήσει τα οικολογικά προβλήματα και να τα παρουσιάσει σαν στενότητα ή ανεπάρκεια της φύσης κι όχι σαν το αποτέλεσμα της σπάταλης φύσης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Ανεξάρτητα όμως απ’ αυτές τις διαπιστώσεις αναφορικά με την επιστημονικότητα και τη σκοπιμότητα της πρότασης του Club of Rome είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε πως «μηδενική ανάπτυξη» σημαίνει αναγκαστικά σταμάτημα του ελεύθερου ανταγωνισμού και της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς και την αντικατάστασή της από την οικονομία του κεντρικού κρατικού καπιταλιστικού προγραμματισμού ή τουλάχιστον από τον προγραμματισμό των ελάχιστων μονοπωλίων, τραστ και κοντσέρν.

Αυτή η διαπίστωση μας κάνει να διερωτηθούμε για τη σκοπιμότητα της αντίθετης ακριβώς, δηλαδή της νεοφιλελεύθερης πρότασης του μητροπολιτικού καπιταλισμού στη δεκαετία του 1980, σύμφωνα με την οποία η αγορά πρέπει να αφεθεί ελεύθερη από κρατικές παρεμβάσεις, δηλαδή από προγραμματικούς περιορισμούς για να δώσει νέα ώθηση στην ανάπτυξη. Διερωτάται λοιπόν και δικαιολογημένα ο καθένας μας για το τι πράγματι θέλει ο καπιταλισμός Θέλει νεοφιλελευθερισμό, δηλαδή γοργά βήματα προς την καταστροφή, ή μήπως θέλει στροφή προς ανελεύθερη καπιταλιστική οικονομία, δηλαδή φασισμό; Φαίνεται τελικά πως ο καπιταλισμός το μόνο που μπορεί να προσφέρει στο ανθρώπινο γένος είναι καταστροφή ή και βαρβαρότητα.

Η ιστορική συνάντηση σοσιαλιστικού και οικολογικού κινήματος όρος για έναν ουμανιστικό πολιτισμό χωρίς σύνορα

Το ζητούμενο όμως για μας δεν είναι τι θέλει ο καπιταλισμός. Το ζητούμενο είναι τι θέλουν οι εργαζόμενοι και τι θα έπρεπε να θέλουν τα οικολογικά κινήματα. Αναμφίβολα οι εργαζόμενοι θέλουν εργασία, κατοικία, παιδεία, περίθαλψη, πρόνοια…, ελευθερία, πολιτισμό, θέλουν με λίγα λόγια μια άξια να βιώνεται ζωή, μια ζωή με προοπτική κάθε μακρινή και γοητευτική ουτοπία που θα ξεπερνά το σήμερα αλλά και το βιολογικό ορίζοντα το δικό τους, των παιδιών τους και των παιδιών των παιδιών τους. Αυτά όλα όμως προϋποθέτουν ένα άλλο μοντέλο οικονομίας, έναν άλλο τρόπο παραγωγής, ένα άλλο καταναλωτικό πρότυπο, μια άλλη αντίληψη για τον άνθρωπο, προϋποθέτουν, δηλαδή, έναν άλλο τρόπο κοινωνικής συμβίωσης.
Αυτός ο τρόπος παραγωγής για να μην επαναλάβει τους προηγηθέντες θα πρέπει ν’ αποδεσμεύει κάθε δημιουργική δύναμη και του αριθμητικά τελευταίου πολίτη και να μην επιτρέπει την αυθαιρεσία κανενός ατόμου ή θεσμού, πράγμα που μπορεί να συμβεί μόνο μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες ανάδειξης της θεσμικά συγκροτημένης κοινωνίας στο υπέρτατο υποκείμενο της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής σε τοπικό, εθνικό, περιφερειακό και οικουμενικό επίπεδο. Είναι προφανές πως μιλάμε για να σύστημα άμεσης πολιτικής δημοκρατίας και αυτοδιαχειριζόμενης οικονομίας, για ένα σύστημα σοσιαλιστικού ουμανισμού, το οποίο θα είναι περισσότερα φιλικό προς τη φύση, λιγότερο σπάταλο, περισσότερο ορθολογικό και οπωσδήποτε περισσότερο ανθρώπινο.
Αν έτσι πράγματι έχουν τα πράγματα τότε τα οικολογικά κινήματα δεν μπορούν και δεν πρέπει να είναι ξεκομμένα από το ευρύτερο προοδευτικό τοπικό και παγκόσμιο λαϊκό και σοσιαλιστικό κίνημα, γιατί το οικολογικό πρόβλημα είναι στην ουσία του ένα τοπικό μα ταυτόχρονα και παγκόσμιο ταξικό πρόβλημα. Βέβαια το γεγονός ότι τα διάφορα οικολογικά κινήματα περιφέρονται μεταξύ του εργαλείου για το αναγκαίο marketing των μονοπωλίων μέχρι τα μικρά κλειστά α-κοινωνικά και πολλές φορές αντικοινωνικά κοινόβια στις υποβαθμισμένες συνοικίες των μεγαλουπόλεων του μητροπολιτικού καπιταλισμού, μπορεί και να μην είναι συνειδητή επιλογή δική τους, αλλά φυγή εξαιτίας της απογοήτευσής τους από τα δογματικά σοσιαλιστικά κινήματα που συνήθως αγνοούν και όχι σπάνια περιφρονούν τα οικολογικά κινήματα, κύρια γιατί δεν έχουν θέσεις για το οικολογικό πρόβλημα.
Σήμερα όμως κανένα κίνημα δεν μπορεί να είναι σοσιαλιστικό, αν δεν είναι ταυτόχρονα εθνικοαπελευθερωτικό, πολιτιστικό και πάνω απ’ όλα οικολογικά κίνημα, κίνημα γόνιμης συνάντησης όλων όσων συμβολίζονται από το κόκκινο και το πράσινο χρώμα.
______________________

* Αυτό το κείμενο παρουσιάστηκε σε Ημερίδα που έγινε στην Αθήνα τον Απρίλη 1989 και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ της 29-30.04.1989. Η ανάρτησή του έγινε δυνατή χάρη στην τεχνική υποστήριξη της Βαγγελίτσας Βουγιουκλάκη.

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2009

Νεοφιλελευθερισμός: Πρόκληση ή μπλόφα*;

Κώστας Λάμπος
E-mail: prodial21@gmail.com
E: www.epithesh.blogspot.com
-----------------------


Όταν με το ξαφνικό, για πολλούς, ξέσπασμα της ενεργειακής κρίσης του 1973, αποκαλύπτονταν και πάλι μια νέα μεγάλη δομική κρίση του καπιταλισμού, οι θεωρητικοί της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας», η οποία, όπως υποστήριζαν, «δεν είναι πια ο παλιός καπιταλισμός» αλλά κάτι διαφορετικό, κάτι καινούργιο που υπόσχονταν «οικονομική σταθερότητα και ανάπτυξη χωρίς φραγμούς και κρίσεις, με κράτος ευημερίας, πρόνοιας και δικαίου», άρχισαν να ακυρώνουν τις προσκλήσεις τους για τις πανηγυρικές διαλέξεις τους, μιας και το σκηνικό είχε ανατραπεί και κανένας δεν ήταν πια διατεθειμένος να τους υποδεχτεί και να τους χειροκροτήσει.

Από τότε αναζωπυρώνονται οι συζητήσεις για τα αίτια, αλλά και για τα μέτρα για το ξεπέρασμα της κρίσης. Και ενώ άρχισε να ξαναφουντώνει, μέρα με την μέρα, η συνολική αμφισβήτηση του καπιταλισμού και η σοσιαλιστική ιδεολογία με τη σοσιαλιστική πολιτική πρόταση προσπαθούσε, τινάζοντας από πάνω της το δογματισμό, τη βαριά κληρονομιά της ιστορικής της διάσπασης και την αποκρουστικότητα του υπαρκτού σοσιαλισμού, να οργανώσει σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο την επίθεσή της ενάντια στα ιδεολογικά επιτελικά στρατηγεία της καπιταλιστικής μητρόπολης, διαπιστώνει ξαφνιασμένη πως αυτά τα επιτελεία πέρασαν στην τακτική της αντεπίθεσης προκειμένου να οργανώσουν καλύτερα τη στρατηγική άμυνα του μονοπωλιακού κεφαλαίου και του δοσμένου διεθνούς ιμπεριαλιστικού καταμερισμού της εργασίας, που διασφαλίζει το Domino του μητροπολιτικού καπιταλισμού, στη σημερινή του ιεραρχία, με της Ενωμένες Πολιτείες στην κορυφή της πυραμίδας του. Το καινούργιο αυτής της νέας αντεπίθεσης του μονοπωλιακού καπιταλισμού είναι το γεγονός ότι αποφεύγει τη μετωπική αντιπαράθεση με τη σοσιαλιστική πρόταση. Δεν κινείται πια στη λογική κάποιου «αντικομουνιστικού μανιφέστου» που την αναγκάζει να γίνεται συνήγορος του διαβόλου , δηλαδή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, δηλαδή του εαυτού της.

Αυτή η αντεπίθεση του μονοπωλιακού κεφαλαίου προσπαθεί ν συνθέσει τις προτάσεις της νεοκλασικής οικονομικής σχολής και κύρια του μονεταρισμού με την «αντικρατική» ιδεολογία του παραδοσιακού φιλελευθερισμού και την αντικοινωνική στάση της αγοραίας και φασίζουσας «αντικαπιταλιστικής» ιδεολογίας για λογαριασμό της ιδεολογίας του Ράμπο, του σκληρού καουμπόη του wild west, ακόμα και εκείνης της νιτσεϊκής αντίληψης του υπεράνθρωπου, του superman και του πειρατή της θαλασσοκράτειρας αποικιοκρατικής Αγγλίας.

Ο Νεοφιλελευθερισμός είναι ένα κράμα όλων αυτών, ένα ιδεολόγημα που ταιριάζει απόλυτα στην ψυχοσύνθεση όσων έχασαν ή κινδυνεύουν να χάσουν την αίγλη και τα λάφυρα του κοσμοπειρατή και του κοσμοχωροφύλακα. Σ’ αυτό μπορεί, ίσως μπορεί, να αναζητηθεί και η πολιτική αποδοχή του Νεοφιλελευθερισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στην Αγγλία.

Ας δούμε όμως από κοντά τα στοιχεία του νεοφιλελευθερισμού Πρώτα – πρώτα ο Νεοφιλελευθερισμός αρνείται στο κράτος το δικαίωμα να παρεμβαίνει άμεσα στην οικονομία, γιατί κατ’ αυτόν η οικονομία είναι υπόθεση της ελεύθερης αγοράς, του ελεύθερου ανταγωνισμού των οικονομούντων ατόμων, της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Αυτή η θέση του Νεοφιλελευθερισμού αποτελεί και τον πρώτο μύθο αυτού του ιδεολογήματος. Και αυτό γιατί η άμεση ανάμειξη του καπιταλιστικού κράτους στην οικονομία ήταν επιλογή του ίδιου του κεφαλαίου που στόχευε στη διαμόρφωση της αναγκαίας υποδομής για τη μεγιστοποίηση του καπιταλιστικού κέρδους. Και όπου το καπιταλιστικό κράτος μπήκε το ίδιο στο οικονομικό παιχνίδι αυτό έγινε είτε για να καλύψει ζώνες οικονομικής αδιαφορίας του κεφαλαίου είτε για να εξυγιάνει και να περισώσει κλάδους αναγκαίας υποδομής, όπως επικοινωνίες, αυτοκινητόδρομοι, σιδηρόδρομοι, λιμάνια κλπ., από τη χρεοκοπία στην οποία τους είχε οδηγήσει το ίδιο το κεφάλαιο. Ακόμα η άμεση ανάμειξη του καπιταλιστικού κράτους στην οικονομία ήταν συνέπεια της πίεσης του συλλογικού καπιταλιστή για την αποτροπή της δημιουργίας ιδιωτικών μονοπωλίων σε στρατηγικούς τομείς όπως τράπεζες και συγκοινωνίες που θα μπορούσαν να στραγγαλίζουν τη δράση των άλλων μονοπωλίων που δρουν σε μη – στρατηγικούς τομείς της οικονομίας.

Γιατί όμως αρνούνται αυτή την πραγματικότητα οι νεοφιλελεύθεροι? Πιστεύω ότι αρνούνται την πραγματικότητα είτε από πολιτική υποκρισία για να εισπράξουν πολιτικά οφέλη σαν το αποτέλεσμα της πολιτικής δυσαρέσκειας των πολιτών απέναντι στο αυταρχικό καπιταλιστικό και κοινωνικά ανεξέλεγκτο κράτος, είτε γιατί πίσω απ’ αυτήν την πλήρη άρνηση της άμεσης παρέμβασης του κράτους στην οικονομία κρύβεται η επιλογή κάποιου ή κάποιων ιδιωτικών μονοπωλίων να βάλουν υπό τον αποκλειστικό έλεγχό τους στρατηγικούς κλάδους της καπιταλιστικής οικονομίας. Βέβαια στην περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο εκτιμώ πως θα αντιδράσουν, δυναμικά, τα άλλα μονοπώλια, που σωστά θεωρούν κάποιους στρατηγικούς κλάδους «κοινούς». Πρόκειται για ένα ιδιότυπο ταξικό κομμουνισμό του μονοπωλιακού κεφαλαίου στο εσωτερικό της τάξης των καπιταλιστών, με διαχειριστή αυτού του ιδιότυπου κομμουνισμού το αυταρχικό καπιταλιστικό κράτος.

Το δεύτερο στοιχείο του Νεοφιλελευθερισμού είναι η άρνηση του κοινωνικού ρόλου του κράτους πρόνοιας, του κράτους δικαιοσύνης και του κράτους διαιτητή για την εξασφάλιση της αναγκαίας για τη δράση του κεφαλαίου «κοινωνικής ειρήνης». Η πρόταση του Νεοφιλελευθερισμού που στοχεύει στον περιορισμό των κρατικών δαπανών για την υγεία και την πρόνοια καταλήγει στην ανάθεση αυτών των δραστηριοτήτων στο φιλανθρωπισμό των εχόντων, των ιδρυμάτων, της εκκλησίας και των άμεσων συγγενών, χωρίς να αποκλείει και απ’ αυτό την ιδιωτική πρωτοβουλία.

Μπροστά σ όλα αυτά οι νεοφιλελεύθεροι υποκρίνονται πως τελικά δεν είναι δα και αναρχικοί. Χρειάζονται το κράτος και μάλιστα ένα ισχυρότερο κράτος. «Λιγότερο κράτος δεν σημαίνει ασθενέστερο κράτος…», αναφέρεται στο πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας . Ισχυρότερο «…μέσω της διαδικασίας επιβολής ισχυρών και αυστηρών κυρώσεων και βέβαια της ενίσχυσης των σωμάτων Ασφαλείας (των δυνάμεων καταστολής) μέσω της περιφρούρησης του κύρους τους και την αύξηση της ποσοτικής και ποιοτικής αποδοτικότητάς τους». Δεν πρόκειται φυσικά για κάτι καινούργιο. Αυτό το αίτημα, ακόμα και του πρώιμου καπιταλισμού ο Lassaleto το είχε χαρακτηρίσει πολιτική του κεφαλαίου για ένα «κράτος νυχτοφύλακα», όπως το ονειρεύτηκαν πάντα οι πιο αντιδραστικές δυνάμεις του καπιταλισμού με κύρια πολιτική έκφραση τη φασιστική ιδεολογία και τα φασιστικά κόμματα.

Το τρίτο στοιχείο του νεοφιλελευθερισμού είναι η απόπειρα απόσπασης του πολίτη από την κοινωνία για τη μετατροπή του σε «ελεύθερο άτομο», σε «ελεύθερο ιδιώτη» και τη μετατροπή της κοινωνίας σε ζούγκλα κανιβαλικών επιλογών, όπου επικρατεί το δίκαιο του ισχυρότερου.

Ο Μeyer, ένας απ’ τους θεωρητικούς του νεοφιλελευθερισμού υποστηρίζει συγκεκριμένα και απροκάλυπτα, ότι «δεν υπάρχει κάποια ανεξάρτητη οντότητα που να λέγεται κοινωνία. Η κοινωνία με την έννοια αυτή είναι ένας μύθος». Αν σ’ αυτή την αντίληψη προσθέσει κανείς την αντίληψη του Σουηδού νεοσυντηρητικού Sven Rydenfelt και στη συνέχεια της Τhacher , σύμφωνα με την οποία «τα συνδικάτα εκμεταλλεύονται, μέσω της κοινοβουλευτικής, της συνδικαλιστικής, της κυβερνητικής, και της κρατικής εξουσίας, τους επιχειρηματίες και το κεφάλαιο», πράγμα που, όπως ισχυρίζονται εμποδίζει τη μεγιστοποίηση του κέρδους και την οικονομική ανάπτυξη όπως οι νεοφιλελεύθεροι την κατανοούν, τότε όλοι μας κατανοούμε το μέγεθος της αντιδραστικότητας του νεοφιλελευθερισμού.

Θεωρώ πως αυτή η απόπειρα του νεοφιλελευθερισμού είναι η πιο επικίνδυνη, γιατί η ενδεχόμενη επιτυχία του να αποσυνθέσει την κοινωνία των θεσμικά συγκροτημένων πολιτών, που τείνουν σταδιακά μέσα απ’ τους δυναμικούς θεσμούς της να ξεπεράσουν τις δομές και τις πρακτικές της οικονομικής και πολιτιστικής αλλοτρίωσής τους, κινδυνεύει να εισάγει τον οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κανιβαλισμό που θα ανοίξουν τους αστείρευτους ασκούς της βίας και θα φέρουν στην επιφάνεια ανελεύθερα και φασιστικά καθεστώτα τα οποία με τη σύγχρονη τεχνολογία θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν την καπιταλιστική βαρβαρότητα μπλοκάροντας την ταξική πάλη των εργαζομένων, προϋπόθεση για την ανατροπή των νόμων της αδήριτης λογικής, της διαλεκτικής κίνησης της κοινωνίας, που τείνει αργά μα σταθερά να υπερβεί τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, τον κεφαλαιοκρατικό πολιτισμό.

Αυτή η προβληματική μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ένα τέταρτο στοιχείο, την πολιτική τακτική του νεοφιλελευθερισμού, τόσο της ρηγκανικής όσο και της θατσερικής μορφής, απέναντι στην ΕΟΚ της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης με την κοινωνική πια διάστασή της, αλλά και στην προοπτική της Πανευρωπαϊκής Συνεννόησης, που σημαίνει. ΕΟΚ ναι, αλλά όχι μόνο σαν ενιαία αγορά, αλλά σαν κοινωνία των Ευρωπαίων πολιτών και συνεπώς όχι σε βάρος των φτωχών του Ευρωπαϊκού, (γεωγραφικού και κοινωνικού), Νότου, δηλαδή όχι σε βάρος των εργαζομένων, και ακόμα σημαίνει ΕΟΚ ναι, όχι όμως σε συνθήκες σύγκρουσης της Δυτικής με την Ανατολική Ευρώπη, αλλά σε κλίμα συνεννόησης και συνεργασίας ολόκληρης της Ευρώπης από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια.

Απέναντι σ’ αυτές τις δύο καινούργιες διαστάσεις που δίνουν στις εξελίξεις νέα προοπτική στην κοινή πορεία των ευρωπαϊκών λαών, ο ρηγκανικός νεοφιλελευθερισμός αντιδράει όσο μπορεί για να αποτρέψει αυτήν την εξέλιξη που θα αποδέσμευε τη Δυτική Ευρώπη απ’ την αμερικανική εξάρτηση. Το γεγονός πως η Θάτσερ συμπεριφέρεται περισσότερο σαν Αμερικάνα και λιγότερο σαν Ευρωπαία θα πρέπει να ερμηνευτεί σαν επιλογή του αγγλικού κεφάλαιου να διεκδικήσει το ρόλο του υπεργολάβου, του υποϊμπεριαλιστή στην περιοχή για λογαριασμό του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Καταλήγοντας για τα όσα μέχρι τώρα κατατέθηκαν σαν προβληματισμός θα μπορούσα να συμπεράνω πως ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί πράγματι μια πρόκληση. Μόνο που πρόκειται για μια επικίνδυνη και ίσως την πιο αντιδραστική πρόκληση του μονοπωλιακού κεφαλαίου που αποπειράται να αρνηθεί και να σταματήσει την πρόοδο. Όμως γι’ αυτό και, τελικά, δεν θα πετύχει και θα αποδεχτεί πως ήταν μια κακοστημένη μπλόφα. Μια μπλόφα απέναντι στην κοινωνία και στον άνθρωπο, μια μπλόφα που υποτίμησε τους μηχανισμούς άμυνας της κοινωνίας, αλλά και τη νοημοσύνη του πολίτη απέναντι σε κάθε απόπειρα πισωγυρίσματος,. Η αποκάλυψη τόσο της απειλής όσο και της μπλόφας του νεοφιλελευθερισμού είναι υπόθεση τόσο των οικονομικών και πολιτικών επιστημών, όσο και των θεσμών και των φορέων των συμφερόντων των εργαζομένων και της προόδου.

Θεωρώ πως αυτή την ιστορικά κρίσιμη περίοδο, η αντεπίθεση των προοδευτικών δυνάμεων πρέπει να είναι αποφασιστική, ενιαία και φυσικά αποτελεσματική. Η σοσιαλιστική πρόκληση μπορεί να είναι και πάλι το λάβαρο στον αγώνα να κάνει η κοινωνία, οριστικά , το επόμενο βήμα της για τον άμεσοδημοκρατικό, αυτοδιαχειριστικό σοσιαλισμό, για τον πολιτισμό των δυνάμεων της εργασίας, της προόδου και της ειρήνης, το μοναδικό πολιτισμό στα πλαίσια του οποίου μπορεί να διασφαλιστεί ο μεγαλύτερος βαθμός της ανθρώπινης ελευθερίας, της ελευθερίας του Ανθρώπου-πολίτη, σαν το άμεσο αποτέλεσμα της άμεσης συμμετοχής του στις διαδικασίες και στα όργανα λήψης των αποφάσεων για όλα τα θέματα που, άμεσα ή έμμεσα, τον αφορούν.

Τέλος να συμφωνήσουμε ότι όλα μπορούν να συζητηθούν και να ξανασυζητηθούν εκτός από τη χρησιμότητα της ύπαρξης της κοινωνίας. Αυτό νομίζω ότι το έλυσαν οριστικά οι μακρινοί μας πρόγονοι, οι τρογλωδίτες που συναποφάσισαν, μετά από εκατομμύρια χρόνια τραυματικής εμπειρίας να συγκροτήσουν την ανθρώπινη κοινωνία για να διασφαλίσουν οι ίδιοι μέσα από αυτή τη φυσική τους επιβίωση και να μπορούμε τώρα να διεκδικούμε κι εμείς την κοινωνική απελευθέρωσή μας.

Από αυτή την άποψη αφήνει αδιάφορους τους πολίτες η διαμάχη μεταξύ των εκφραστών του ιδιωτικού ή του κρατικού καπιταλισμού, για το λιγότερο ή το περισσότερο κράτος, γιατί ο σημερινός πολίτης γνωρίζει πως το υπέρτατο υποκείμενο των εξελίξεων είναι η ίδια, η θεσμικά συγκροτημένη κοινωνία. Η συγκροτημένη και γι’ αυτό άγρυπνη κοινωνία που αναζητά και σταδιακά επιβάλλει ένα ανθρωποκεντρικό και γι’ αυτό άμεσοδημοκρατικό, αυτοδιαχειριστικό σύστημα κοινωνικής συμβίωσης και οικονομικής παραγωγής. Η συγκροτημένη, αυτενεργή και σε αύξουσα κλίμακα αυτοπροσδιοριζόμενη κοινωνία που σταθερά κινείται προς τον πολιτισμό των δυνάμεων της εργασίας, προς τον σοσιαλιστικό ουμανισμό.

__________________________________

* Αυτό το κείμενο παρουσιάστηκε στην Ημερίδα που διοργάνωσε το Περιοδικό «Σοσιαλιστική Θεωρία και Πράξη», τον Απρίλη 1989 και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ της 23.04.1989. Η ανάρτησή του, εδώ, έγινε δυνατή χάρη στην τεχνική υποστήριξη της Βαγγελίτσας Βουγιουκλάκη

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2009

Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΕΦΗΒΩΝ


Γράφει ο Κώστας Λάμπος

(prodial21@gmail.com)


Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση οδήγησε, με την κατάργηση των εθνικών περιορισμών και οικονομικών συνόρων, καθ’ υπαγόρευση βέβαια του ηγεμονικού κεφαλαίου με όργανά του τον ΟΗΕ, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη Διεθνή Τράπεζα, στην ενιαία διάταξη των διάφορων εθνικών καπιταλισμών, με την έννοια της ένταξής τους σε ένα ενιαίο στρατηγικό σχέδιο, που αποσκοπεί στον περιορισμό, και στην άρση των ενδοκαπιταλιστικών και διακαπιταλιστικών συγκρούσεων, για την από κοινού οργάνωση και την ενιαία αντιμετώπιση της σύγκρουσης μεταξύ Κεφαλαίου και Εργασίας.

Αυτή η διαδικασία, αν και δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, έχει εντούτοις προχωρήσει αρκετά, ώστε να έχει συντελεστεί σε μεγάλο βαθμό ένα είδος ομογενοποίησης του παγκόσμιου καπιταλισμού, όσον αφορά τις διαδικασίες παραγωγής και κύρια όσον αφορά τις διαδικασίες ιδιοποίησης, συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του παγκόσμιου «οικονομικού πλεονάσματος». Αυτή η κατάσταση, βέβαια, οδηγεί σε σταδιακή επιτυχία του στρατηγικού στόχου του ηγεμονικού κεφαλαίου με τη βίαιη απώθηση της ζωντανής Εργασίας τόσο από τη σφαίρα της παραγωγής, όσο και κύρια από τη σφαίρα της κατανομής του κοινωνικού πλούτου, με συνέπεια την οικονομική, κοινωνική και πολιτική περιθωριοποίηση της Εργασίας και κατ’ επέκταση της κοινωνίας και της ανθρωπότητας.

Δε κατάφερε εντούτοις, αυτή η ομογενοποίηση του παγκόσμιου καπιταλισμού να απαλλάξει το σώμα του καπιταλισμού από τη χαοτική φύση του και τις σύμφυτες με αυτή τη φύση του εσωτερικές αντιφάσεις του, οι οποίες εκδηλώνονται όλο και συχνότερα, όλο και εντονότερα με τη μορφή των διάφορων κρίσεων, που λειτουργούν ως οξείες λοιμώξεις, προσβάλλοντας ταυτόχρονα όλα τα μέλη και τα ζωτικά όργανα του παγκόσμιου καπιταλισμού, επειδή ακριβώς η κατάργηση των εθνικών περιορισμών και οικονομικών συνόρων λειτούργησε αποδυναμωτικά για το «ανοσοποιητικό» του σύστημα.

Η τρέχουσα κρίση του καπιταλισμού αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση μιάς τέτοιας «οξείας λοίμωξης» η οποία ταλανίζει την παγκόσμια οικονομία και οδηγεί την ανθρωπότητα σε ένα καινούργιο μεσαίωνα, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τόσο τα όρια όσο και την επικινδυνότητα του καπιταλισμού.

Αναμφισβήτητα, το ηγεμονικό κεφάλαιο, μερικές δεκάδες παγκόσμιας εμβέλειας επιχειρήσεις που ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα την παγκόσμια οικονομία, προσπαθεί να ξεπεράσει και αυτή την κρίση με μια ακόμα μεγαλύτερη συγκεντροποίηση του πλούτου, πράγμα που φυσικά συνεπάγεται τον παραπέρα περιορισμό του αριθμού ακόμα και των καπιταλιστών διεκδικητών του, και να ενισχύσει τη θέση του για να μπορέσει να ολοκληρώσει το στρατηγικό του σχέδιο για τον θεσμικό αφοπλισμό, την πλήρη αποδυνάμωση και την ολοκληρωτική υποταγή της Εργασίας, για την ολοκλήρωση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Το αν θα τα καταφέρει θα εξαρτηθεί από τον τρόπο που θα ερμηνεύσουν και από τα μέσα με τα οποία θα αντιμετωπίσουν αυτή την κρίση, αλλά και τον φιλελεύθερο παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό συνολικά οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού. Η συνειδητοποίηση πως ο καπιταλισμός, που έφτασε τα όριά του, πρέπει να ανατραπεί, γιατί καταστρέφει τη φύση και απειλεί τη ζωή, τις ελευθερίες και την πρόοδο της ανθρωπότητας, είναι προϋπόθεση για την συνολική άρνηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και την αναζήτηση ενός άλλου τρόπου παραγωγής και κατανομής του αναγκαίου για την ευημερία και την πρόοδο της ανθρωπότητας πλούτου. Μια συνειδητοποίηση η οποία με τη σειρά της προϋποθέτει την πνευματική μας απελευθέρωση από τους σκοταδιστικούς μύθους και τις εξουσιαστικές αντιλήψεις της άρχουσας τάξης. Προϋποθέτει δηλαδή την πνευματική, την ιδεολογική και πολιτική αυτονόμησή μας και κατά συνέπεια την, μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, διατύπωση της στρατηγικής των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, η οποία θα πάρει τη μορφή μιάς Νέας Ατομικής και Συλλογικής Αυτοπεποίθησης, μιάς Νέας Επαναστατικής Λαϊκής Βούλησης και ενός Νέου Σχέδιου για την Κοινωνία και την Ανθρωπότητα.

Έχω την αίσθηση, πως η εξέγερση των Ελλήνων Εφήβων που συγκλόνισε τη χώρα, αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο τις τελευταίες εβδομάδες δεν αποτελεί μια από τις συνηθισμένες εκρήξεις θυμού της νεολαίας, αλλά σύμπτωμα διαμόρφωσης αυτής της Νέας Αυτοπεποίθησης, μια ωδίνη της ιστορίας στην προσπάθειά της να απαλλαγεί από το παλιό και να γεννήσει το καινούργιο. Θα χρειαστούν, σίγουρα, πολλές ακόμα τέτοιες ωδίνες μέχρι οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού να ξυπνήσουν από το λήθαργό τους, να ταράξουν την αδράνειά τους, να σηκωθούν από τον καναπέ τους και να ακολουθήσουν τη Νέα Γενιά στον αγώνα της για την ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και την οικοδόμηση ενός καλύτερου, ενός αντάξιου της ανθρώπινης ύπαρξης κόσμου.

Θα χρειαστεί πάνω απ’ όλα η ίδια η Νέα Γενιά να συνειδητοποιήσει τον επαναστατικό ρόλο της στα πλαίσια του Λαϊκού Κινήματος και να συγχρονίσει το βηματισμό της στη στρατηγική της υπέρβασης, της ανατροπής και όχι του εκσυγχρονισμού, ή της βελτίωσης του καπιταλισμού, για να μην μπορεί κανένας κομματικός ινστρούχτορας, να συκοφαντεί τον αγώνα της και να τον εμφανίζει ως «επανάσταση των ‘μαμάκηδων’…, ψευδοεπανάσταση που βασίζεται ακριβώς στη λογική και στη λειτουργία της προστατευόμενης οικογένειας…σαν το μωρό που γλύφει το αγαπημένο αντικείμενο και μετά το πετά – κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τη νεολαία που σπάει βιτρίνες…», (βλέπε Ανδρουλάκης Μίμης, ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, 04.01.2009, σελ.47), επειδή δεν μπορεί να τον χειραγωγήσει και να τον υποτάξει στα σχέδια του σκληρού πυρήνα του καπιταλιστικού συστήματος ή/και επειδή κανένας ινστρούχτορας δεν θέλει και δεν μπορεί να κατανοήσει το συμβολισμό αυτών των εκδηλώσεων, σαν την πιο φυσιολογική αντίδραση της νέας γενιάς απέναντι στην απάνθρωπη καθημερινότητα και στην γκρίζα προοπτική της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Θα χρειαστεί ακόμα η Νέα Γενιά να αποφύγει το σφιχτό εναγκαλισμό που επιχειρούν διάφοροι αχυράνθρωποι, επαγγελματίες «νεολαίοι», με ουδέτερες υποτίθεται, αλλά φανταχτερές ταμπέλες, οι οποίοι την αντίθεση μεταξύ Κεφαλαίου και Εργασίας, μεταξύ καπιταλισμού και εργαζόμενης ανθρωπότητας, τη μεταφέρουν, ως «διαγενεακή υπόθεση», στο επίπεδο των «γενεών», όπου υποτίθεται πως οι μη-νεολαίοι εκπροσωπούν τη συντήρηση και οι νεολαίοι την πρόοδο. Ζητούν τη θέσπιση «διαγενεακού δικαίου», που θα επιτρέπει την αύξουσα συμμετοχή των νέων στην πολιτική εξουσία, που διαχειρίζεται το εποικοδόμημα, για λογαριασμό του κεφαλαίου. Τέτοιες προσεγγίσεις δεν είναι μόνο απολίτικες και αντεπιστημονικές, αλλά είναι αποπροσανατολιστικές και βαθιά αντιδραστικές και δεν αφορούν την εργαζόμενη κοινωνία, αλλά όσους «νεολαίους» βιάζονται να μπουν στην υπηρεσία του κεφαλαίου ως επαγγελματίες πολιτικάντηδες και γι’ αυτό συγκρούονται με τους πολιτικούς «πατεράδες και τους παππούδες τους», που αργούν ή και αρνούνται να τους αδειάσουν τη γωνιά. Ας μην γελιόμαστε ο ταξικός αγώνας δεν ήταν ποτέ και δεν είναι ούτε στην εποχή μας, αγώνας μεταξύ γενεών, φυλών, φύλλων θρησκειών και πολιτισμών, αλλά μεταξύ Κεφαλαίου και Εργασίας, μεταξύ εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων, μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων, γι’ αυτό και η προοδευτικότητα ή η αντιδραστικότητα του καθενός προσδιορίζεται από τη θέση που παίρνει σ’ αυτή τη βασική αντίθεση.

Θα χρειαστεί, τέλος, οι νέοι άνθρωποι να αντιμετωπίζουν θετικά τα όποια αδιέξοδα και τις όποιες αγωνίες της ηλικίας, της εποχής, της τάξης και της κοινωνίας στην οποία ζουν και αντί οι αγωνίες τους να γίνονται άγχη, (φοβίες απόγνωση και καταθλίψεις που θα τους σπρώξουν στους τεχνητούς παράδεισους, στους ψυχαναλυτές, στους παπάδες ή στο φαύλο κύκλο της αδιέξοδης βίαιης, σπάνια όμως τυφλής και συνήθως ύποπτα ελεγχόμενης, ψυχολογικής αντίδρασης απέναντι στο σύστημα που τους περιθωριοποιεί και τους καταστρέφει, για να μην τους έχει απέναντί του), να μετασχηματίσουν τις αγωνίες τους για το μέλλον το δικό τους, της πατρίδας τους και της ανθρωπότητας, σε αγώνα υπέρβασης των οδοφραγμάτων που βάζει το σύστημα στην κατάκτηση και στην κοινωνικοποίηση της επιστημονικά έγκυρης και κοινωνικά χρήσιμης γνώσης, που θα δώσει τη δύναμη στην αποφασιστική πλειοψηφία της κοινωνίας να ανατρέψει συθέμελα το σάπιο καπιταλιστικό σύστημα και να οικοδομήσει, με την ενεργή συμμετοχή όλων στο Αμεσοδημοκρατικό Λαϊκό Κίνημα, έναν καλύτερο κόσμο. Να κατανοήσουν οι νέοι άνθρωποι, την ιστορική πραγματικότητα πως οι «επαναστάσεις» αγράμματων, ή «γραμματιζούμενων» ένοπλων μειοψηφιών χωρίς την κοινωνία, αποδείχτηκαν «αγράμματες επαναστάσεις» που εξελίχτηκαν σε βίαιες εξουσίες ενάντια στην κοινωνία και στην πρόοδο, συμβάλλοντας έτσι στη σωτηρία και στη διαιώνιση του συστήματος εκμεταλλευτικής εξουσίας. Η γνώση, διδάσκει η ιστορία, είναι η μόνη αποτελεσματική απελευθερωτική επαναστατική δύναμη, ενώ η «επαναστατημένη» άγνοια είναι αντεπαναστατική αδυναμία που εμποδίζει την επανάσταση για την κοινωνική απελευθέρωση της Εργασίας.

Δεν είναι εύκολο, αντίθετα είναι πολύ δύσκολο, αλλά είναι ζωτικά αναγκαίο και κρίσιμο να σπάσουμε όλοι, νεολαία και εργαζόμενοι, όχι τόσο τις βιτρίνες σύμβολα, όσο τις αόρατες αλυσίδες, δηλαδή τις όποιες πνευματικές, ιδεολογικές, πολιτικές, οργανωτικές και συναισθηματικές κομματικές εξαρτήσεις, που μας οπαδοποιούν και μας κρατάνε ομήρους της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και ως δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού που δημιουργούμε τον παγκόσμιο πλούτο, να δημιουργήσουμε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να μπορέσουμε να διεκδικήσουμε τον ΑΜΕΣΟ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΤΟ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, να καταργήσουμε τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής που δημιουργούν πλούτο για λίγους και δυστυχία για τους πολλούς και να εγκαθιδρύσουμε σχέσεις ΑΜΕΣΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, στο πλαίσιο των οποίων η παραγωγή θα υπακούει στις αρχές της Ισότητας, της Ελευθερίας, του Ανθρωπισμού και της Ειρήνης, ώστε η παραγωγή να υπηρετεί την πανανθρώπινη ευημερία, την πρόοδο της Ανθρωπότητας και την ειρηνική συμβίωση των Ανθρώπων και των Λαών και όχι την ανισότητα, την αδικία, την καταστροφή και τον πόλεμο

Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το βαθύτερο ουμανιστικό νόημα της εξέγερσης των εφήβων, η οποία θα δικαιωθεί στο βαθμό που θα γίνει εξέγερση ολόκληρης της εργαζόμενης ανθρωπότητας.



Πρωτοβουλία Διαλόγου για ένα Νέο Ουμανισμό, www.epithesh.blogspot.com

_______________________________________________________________