Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Οικολογία και καπιταλισμός:



Μια σύντομη προσέγγιση της συστημικής διάστασης του οικολογικού προβλήματος*

Κώστας Λάμπος
Prodial21@gmail.com

Όταν και στο βαθμό που, τις τελευταίες δεκαετίες διαπιστώνεται όλο και περισσότερο πως, το μεθύσι της λεηλασίας και της καταστροφής της φύσης, στη λογική της απεριόριστης παραγωγής και συσσώρευσης υπεραξίας, δεν εξαθλιώνει μόνο τους λαούς του, γεωγραφικά και κοινωνικά ονομαζόμενου, Τρίτου Κόσμου και δεν απειλεί το ίδιο το μέλλον του ανθρώπινου γένους, αλλά σιγά –σιγά σκοτώνει τώρα, σήμερα, ακόμα και τα «αφεντικά» στη ίδια την καπιταλιστική μητρόπολη, τότε κάνει, στη μητρόπολη φυσικά την εμφάνισή του και το «οικολογικό κίνημα» που «μελετάει» το «οικολογικό πρόβλημα» και προτείνει «λύσεις» για την αντιμετώπισή του.

Στο μεταξύ όλο και περισσότερο συνειδητοποιείται πως το «οικολογικό πρόβλημα» δεν περιορίζεται πια σε κάποιες αρνητικές παρενέργειες του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, που ‘θα μπορούσαν» να αντιμετωπισθούν με διορθωτικές παρεμβάσεις του καπιταλιστικού κράτους. Σήμερα είναι πια σαφές ότι η διατάραξη της «ολοκληρωμένης ενότητας ανθρώπου και φύσης» μέσω της διατάραξης της εσωτερικής αλλά και της γενικής ισορροπίας των οικοσυστημάτων έχει ήδη πυροδοτήσει την «οικολογική Βόμβα», που θα ανατινάξει, αν δεν παροπλισθεί, εφόσον δεν είναι πια πολύ αργά για κάτι τέτοιο, το «διαστημόπλοιο γη», οπότε και δεν πρόκειται κανένας να γλιτώσει από το πλήρωμά του. Ακόμα ούτε κι αυτοί που «κατασκεύασαν» την οικολογική βόμβα.

Με την εμφάνιση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, που στηρίζεται στη μαζική παραγωγή για το κέρδος έκανε την εμφάνισή της και η μαζική λεηλασία και η προκλητική σπατάλη των εξαντλήσιμων και ανανεώσιμων φυσικών πόρων του πλανήτη. Έτσι μια σειρά από βασικές, για την παραγωγή ενέργειας και βιομηχανικών προϊόντων, κύρια μεταλλουργίας, πρώτες ύλες τείνουν να εξαντληθούν μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Το ξέφρενο κυνηγητό του κέρδους, που οδήγησε τον καπιταλισμό στην «καταναλωτική κοινωνία» ,στην κοινωνία της κραιπάλης, πέρασε μέσα από την οργανωμένη έλλειψη αγαθών και την παραγωγή τεχνητών αναγκών, η ικανοποίηση των οποίων όξυνε τη σπάταλη παραγωγή υποκατάστατων και πολλαπλασίαζε την παραγωγή κάθε είδους απόβλητων και ρύπων, σε ρυθμούς που η φυσική διαδικασία ανακύκλωσης και απορρύπανσης δεν μπορούσε να τους προλάβει. Έτσι μια σειρά από ελεύθερα βασικά αγαθά όπως το καθαρό νερό ο καθαρός αέρας, το πράσινο, άρχισαν να σπανίζουν και η χρήση τους άρχισε να γίνεται επικίνδυνη για την ανθρώπινη υγεία.

Ο καπιταλισμός αναπαράγει το οικολογικό πρόβλημα

Το γεγονός πως ο καπιταλισμός δεν προβληματίζεται παρά μόνο για το πώς μπορεί να παράγει και να συσσωρεύσει υπεραξία, τον οδήγησε στην ανακάλυψη πως μπορεί να παράγει κέρδος ακόμα κι από τις ίδιες του τις βρωμιές και μάλιστα μέσο της αναζήτησης και «ανακάλυψης» στα επιστημονικά εργαστήρια των απολίτικων τεχνοκρατών, μορφών και μεθόδων σπατάλης, αχρήστευσης και απαξίωσης υλικών και πόρων και όχι μέσο της αριστοποίησης των οικονομικών πόρων και των παραγωγικών συντελεστών. Με αφορμή αυτή την πανούργα ιδιότητα του σύγχρονου καπιταλισμού να παράγει βρωμιά και να κερδίζει διπλά τόσο από την παραγωγή της ίδιας της βρωμιάς όσο κι από την παραγωγή των μέσων για το «καθάρισμα» της βρωμιάς που συνειδητά και συστηματικά πια παράγει, θα πρότεινα, με κάποια δόση χαριτολογίας, τη σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού, να την ονομάσουμε «βρωμοκαπιταλισμό», σαν το τελευταίο στάδιο ανάπτυξής του.

Τη θέση γι’ αυτή τη λειτουργία του καπιταλισμού την τεκμηριώνουν πολλές, πάρα πολλές μελέτες και άπειρες καταγγελίες οικολόγων και οικολογικών οργανώσεων η μελέτη των οποίων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο για τους ειδικούς ή τους ερευνητές, αλλά κύρια για το σύγχρονο πολίτη προκειμένου να κατανοήσει τη θέση του στην κοινωνία που ο καπιταλισμός πασχίζει να τη μεταβάλλει σε «προγραμματισμένο ανθρωποτροφείο» που θα του παράγει υπεραξία χωρίς να αμφισβητείται και χωρίς να απειλείται. Χάρη σ’ αυτές τις μελέτες πληροφορούμαστε λ.χ. ότι τα μεγάλα μονοπώλια που παράγουν σε τεράστιες ποσότητες μη αφομοιώσιμους, μη ανακυκλώσιμους, σκληρούς κι επικίνδυνους ρύπους, ενισχύουν μερικά «οικολογικά κινήματα» για την άσκηση πίεσης στις κυβερνήσεις να αγοράσουν συστήματα καθαρισμού τα οποία βέβαια παράγουν τα ίδια τα μονοπώλια.

Απ’ αυτή την άποψη ίσως δεν απέχει πολύ απ’ την πραγματικότητα η σκόπιμη παραγωγή ρύπων για την πώληση των συστημάτων καθαρισμού, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους παραγωγούς όπλων που οργανώνουν πολέμους για να μπορούν να διαθέτουν τα «προϊόντα τους». Έτσι ίσως και να δικαιολογείται η άποψη ότι αυτά τα συντηρητικά, ρεφορμιστικά «οικολογικά κινήματα», δεν αποτελούν παρά μόνο τα εξωτερικά γραφεία marketing των πολυεθνικών μονοπωλίων παραγωγής ρύπων και αντιρρυπαντικών μέσων και συστημάτων του «βρωμοκαπιταλισμού».

Άλλες πάλι μελέτες μας πληροφορούν με λεπτομέρειες για το πώς οι κατασκευαστές αυτοκινήτων «γερνάνε», καταπονούν στα εργαστήριά τους κάποια μέταλλα για εξαρτήματα για να αχρηστεύονται γρήγορα και να περιορίζεται ο κύκλος ζωής του αυτοκινήτου για να φεύγει έτσι το νέο μοντέλο και η νέα παραγωγή ανταλλακτικών. Πόσες ανθρώπινες ζωές στοιχίζει αυτή η εφεύρεση της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», της «ελεύθερης αγοράς», προφανώς δεν θα το μάθουμε ποτέ, γιατί κανένα ερευνητικό ή πανεπιστημιακό ίδρυμα δεν χρηματοδοτήθηκε ποτέ για τη μελέτη αυτής της παραμέτρου ως αιτίας των αυτοκινητιστικών ατυχημάτων.

Πληροφορούμαστε ακόμα και για πιο αθώες περιπτώσεις όπως της τεχνητής γήρανσης των συνθετικών ινών, ή των ηλεκτρικών λαμπτήρων, ή των δερμάτων για να χαλάνε γρήγορα, λ.χ. οι γυναικείες κάλτσες, για να καίγονται στις 1.000 αντί στις 10.000 ώρες ζωής οι λαμπτήρες και να τρυπάνε τα παπούτσια στις 300 κι όχι στις 1.500 ώρες . Όπως είναι φυσικό αυτή η κατάσταση της υποβάθμισης της ποιότητας ζωής, μέσω της αύξησης της κατανάλωσης περιττών και με χημικά συντηρητικά βεβαρημένων προϊόντων, σε συνδυασμό με την πυρηνική, πολεμική ή ειρηνική τρομοκρατία του μονοπωλιακού κεφαλαίου σε βάρος των λαών, με την διογκούμενη οικολογική καταστροφή και την εξάντληση των φυσικών πόρων του πλανήτη δεν μπορούσε να αφήσει αδιάφορους τους εργαζόμενους. Η ανησυχία, γίνεται αμφισβήτηση κι αυτή καταλήγει σε συγκεκριμένες μορφές αγώνα απόρριψης του καπιταλισμού που είναι ταυτόχρονα κι αγώνας για έναν άλλο τρόπο κοινωνικής συμβίωσης και παραγωγής αγαθών που δεν θα στηρίζεται στο κέρδος, αλλά στον άνθρωπο, στις συμμετοχικές διαδικασίες και στον κοινωνικό έλεγχο.

Τα «όρια της ανάπτυξης» ή τα όρια του καπιταλισμού;

Για να προλάβουν λοιπόν τις όποιες ανεπιθύμητες εξελίξεις τα κορυφαία επιτελεία του μονοπωλιακού κεφαλαίου αναθέτουν στους τεχνοκράτες τους τη μελέτη και την επεξεργασία σεναρίων για την άμυνα του συστήματος. Ένα απ’ αυτά τα επιτελεία το γνωστό Club of Rome κατάληξε στο συμπέρασμα πως η ανθρωπότητα οδεύει ολοταχώς στην καταστροφή γιατί έφτασε στα «όρια της ανάπτυξης». Κάθε παραπέρα βήμα ανάπτυξης αποτελεί κι ένα βήμα προς την καταστροφή, τονίζει το Club of Rome στη ομώνυμη έκθεσή του με τίτλο. «Τhe Limits of Growth», ή «Die Grenzen des Wachstums», που είδε το φως της δημοσιότητας το 1973 .

Για να εξασφαλιστεί λοιπόν η «σωτηρία της ανθρωπότητας, και να αποτραπεί η οπισθοδρόμηση σε μια μορφή ύπαρξης που φαίνεται ανάξια να τη ζήσουμε», το Club of Rome πρότεινε μεταξύ άλλων τη «στρατηγική της μηδενικής αύξησης της παραγωγής και του πληθυσμού». Αυτή η πρόταση αποτελεί την πιο επίσημη, ταυτόχρονα και την πιο τραγική ομολογία της χρεοκοπίας του καπιταλισμού της άναρχης σπάταλης και καταστροφικής παραγωγής για το κέρδος, αλλά και την κυνικότερη απειλή του καπιταλισμού ενάντια στο ανθρώπινο γένος και την προοπτική του αφού μια τέτοια στρατηγική μόνο με τη βάναυση φασιστική βία μπορεί να επιβληθεί, τη βία της πείνας, της ανεργίας, της ανελευθερίας και τη βία της ίδιας της στείρωσης των εργαζομένων. Αυτή η πρόταση για τη «μηδενική στρατηγική» στερείται ακόμα και εσωτερικής λογικής αφού στηρίχθηκε στην υπόθεση του ενός ενιαίου, από άποψη αναπτυξιακού βαθμού, κόσμου, στο αμετάβλητο του τρόπου παραγωγής και δεν έλαβε υπόψη της τον παράγοντα επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος προσανατολισμένη σε μια ανθρωποκεντρική ανάπτυξη.

Γι’ αυτό και κατηγορήθηκε για α-ιστορικότητα στη θεώρηση του κόσμου, γιατί ο κόσμος από άποψη επιπέδου ανάπτυξης δεν είναι ενιαίος. Αυτός αποτελείται τουλάχιστον από δύο κόσμους τον αναπτυγμένο Βορρά, και τον καθυστερημένο Νότο, ή και από περισσότερους, τον πρώτο , δηλαδή το δυτικό Βορρά , τον δεύτερο, δηλαδή τον ανατολικό Βορρά και τον τρίτο κόσμο, δηλαδή το Νότο, ανατολικό και δυτικό. Έτσι αν υποθέσουμε πως ο Βορράς εξάντλησε τους φυσικούς πόρους του, έκανε το φυσικό του περιβάλλον μη-αναπτύξιμο και μη-κατοικήσιμο και έφτασε τα όρια της ανάπτυξης του καλά θα κάνει να σταματήσει την παραπέρα ανάπτυξη του, ή ακόμη καλύτερα θα κάνει ν αναθεωρήσει το μοντέλο της ανάπτυξης του και να βάλει την όπισθεν ταχύτητα για να βγει από τα αδιέξοδα στα οποία μόνος του οδηγήθηκε για να μπορέσει τότε να προχωρήσει προς νέα κατεύθυνση.

Όμως όσον αφορά τις χώρες του Νότου, πολλοί θεωρητικοί πιστεύουν πως έχουν ακόμα και φυσικούς πόρους και φυσικό περιβάλλον και ανάγκες αλλά και δυνατότητες να αναπτυχθούν, όμως όχι στη βάση των μοντέλων του δυτικού ή του ανατολικού Βορρά. Έτσι η «στρατηγική για τη μηδενική ανάπτυξη», που πρότεινε το Club of Rome καταλήγει ν είναι απολογητική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που αποσκοπεί να του προσφέρει άλλοθι, να αποπολιτικοποιήσει τα οικολογικά προβλήματα και να τα παρουσιάσει σαν στενότητα ή ανεπάρκεια της φύσης κι όχι σαν το αποτέλεσμα της σπάταλης φύσης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Ανεξάρτητα όμως απ’ αυτές τις διαπιστώσεις αναφορικά με την επιστημονικότητα και τη σκοπιμότητα της πρότασης του Club of Rome είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε πως «μηδενική ανάπτυξη» σημαίνει αναγκαστικά σταμάτημα του ελεύθερου ανταγωνισμού και της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς και την αντικατάστασή της από την οικονομία του κεντρικού κρατικού καπιταλιστικού προγραμματισμού ή τουλάχιστον από τον προγραμματισμό των ελάχιστων μονοπωλίων, τραστ και κοντσέρν.

Αυτή η διαπίστωση μας κάνει να διερωτηθούμε για τη σκοπιμότητα της αντίθετης ακριβώς, δηλαδή της νεοφιλελεύθερης πρότασης του μητροπολιτικού καπιταλισμού στη δεκαετία του 1980, σύμφωνα με την οποία η αγορά πρέπει να αφεθεί ελεύθερη από κρατικές παρεμβάσεις, δηλαδή από προγραμματικούς περιορισμούς για να δώσει νέα ώθηση στην ανάπτυξη. Διερωτάται λοιπόν και δικαιολογημένα ο καθένας μας για το τι πράγματι θέλει ο καπιταλισμός Θέλει νεοφιλελευθερισμό, δηλαδή γοργά βήματα προς την καταστροφή, ή μήπως θέλει στροφή προς ανελεύθερη καπιταλιστική οικονομία, δηλαδή φασισμό; Φαίνεται τελικά πως ο καπιταλισμός το μόνο που μπορεί να προσφέρει στο ανθρώπινο γένος είναι καταστροφή ή και βαρβαρότητα.

Η ιστορική συνάντηση σοσιαλιστικού και οικολογικού κινήματος όρος για έναν ουμανιστικό πολιτισμό χωρίς σύνορα

Το ζητούμενο όμως για μας δεν είναι τι θέλει ο καπιταλισμός. Το ζητούμενο είναι τι θέλουν οι εργαζόμενοι και τι θα έπρεπε να θέλουν τα οικολογικά κινήματα. Αναμφίβολα οι εργαζόμενοι θέλουν εργασία, κατοικία, παιδεία, περίθαλψη, πρόνοια…, ελευθερία, πολιτισμό, θέλουν με λίγα λόγια μια άξια να βιώνεται ζωή, μια ζωή με προοπτική κάθε μακρινή και γοητευτική ουτοπία που θα ξεπερνά το σήμερα αλλά και το βιολογικό ορίζοντα το δικό τους, των παιδιών τους και των παιδιών των παιδιών τους. Αυτά όλα όμως προϋποθέτουν ένα άλλο μοντέλο οικονομίας, έναν άλλο τρόπο παραγωγής, ένα άλλο καταναλωτικό πρότυπο, μια άλλη αντίληψη για τον άνθρωπο, προϋποθέτουν, δηλαδή, έναν άλλο τρόπο κοινωνικής συμβίωσης.
Αυτός ο τρόπος παραγωγής για να μην επαναλάβει τους προηγηθέντες θα πρέπει ν’ αποδεσμεύει κάθε δημιουργική δύναμη και του αριθμητικά τελευταίου πολίτη και να μην επιτρέπει την αυθαιρεσία κανενός ατόμου ή θεσμού, πράγμα που μπορεί να συμβεί μόνο μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες ανάδειξης της θεσμικά συγκροτημένης κοινωνίας στο υπέρτατο υποκείμενο της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής σε τοπικό, εθνικό, περιφερειακό και οικουμενικό επίπεδο. Είναι προφανές πως μιλάμε για να σύστημα άμεσης πολιτικής δημοκρατίας και αυτοδιαχειριζόμενης οικονομίας, για ένα σύστημα σοσιαλιστικού ουμανισμού, το οποίο θα είναι περισσότερα φιλικό προς τη φύση, λιγότερο σπάταλο, περισσότερο ορθολογικό και οπωσδήποτε περισσότερο ανθρώπινο.
Αν έτσι πράγματι έχουν τα πράγματα τότε τα οικολογικά κινήματα δεν μπορούν και δεν πρέπει να είναι ξεκομμένα από το ευρύτερο προοδευτικό τοπικό και παγκόσμιο λαϊκό και σοσιαλιστικό κίνημα, γιατί το οικολογικό πρόβλημα είναι στην ουσία του ένα τοπικό μα ταυτόχρονα και παγκόσμιο ταξικό πρόβλημα. Βέβαια το γεγονός ότι τα διάφορα οικολογικά κινήματα περιφέρονται μεταξύ του εργαλείου για το αναγκαίο marketing των μονοπωλίων μέχρι τα μικρά κλειστά α-κοινωνικά και πολλές φορές αντικοινωνικά κοινόβια στις υποβαθμισμένες συνοικίες των μεγαλουπόλεων του μητροπολιτικού καπιταλισμού, μπορεί και να μην είναι συνειδητή επιλογή δική τους, αλλά φυγή εξαιτίας της απογοήτευσής τους από τα δογματικά σοσιαλιστικά κινήματα που συνήθως αγνοούν και όχι σπάνια περιφρονούν τα οικολογικά κινήματα, κύρια γιατί δεν έχουν θέσεις για το οικολογικό πρόβλημα.
Σήμερα όμως κανένα κίνημα δεν μπορεί να είναι σοσιαλιστικό, αν δεν είναι ταυτόχρονα εθνικοαπελευθερωτικό, πολιτιστικό και πάνω απ’ όλα οικολογικά κίνημα, κίνημα γόνιμης συνάντησης όλων όσων συμβολίζονται από το κόκκινο και το πράσινο χρώμα.
______________________

* Αυτό το κείμενο παρουσιάστηκε σε Ημερίδα που έγινε στην Αθήνα τον Απρίλη 1989 και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ της 29-30.04.1989. Η ανάρτησή του έγινε δυνατή χάρη στην τεχνική υποστήριξη της Βαγγελίτσας Βουγιουκλάκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: