Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Η 'εποχή των τεράτων'



Η ατομική ιδιοκτησία, το άτομο, το κεφάλαιο και η 'εποχή των τεράτων'

Γράφει ο Κώστας Λάμπος

«Το γεγονός της ατομικής ιδιοκτησίας σε παγώνει για πάντα
στο ‘Εγώ’ και σε διώχνει για πάντα από το ‘Εμείς’».
John Steinbeck[1]

«Αν είμαι ό,τι έχω και αν ό,τι έχω έχει χαθεί, τότε ποιος είμαι;»
Erich Fromm[2]

«Ντροπή στον εγωιστή που σκέφτεται μόνο τον εαυτό του»
Max Stirner[3]

Για τη σχέση του μέρους με το Όλον

Με τον όρο ατομική θεωρία στη Φυσική, οι θεμελιωτές της Λεύκιππος και Δημόκριτος, στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν τη λειτουργία της Φύσης και του κόσμου, υποστήριξαν ότι η ύλη, άρα και ο κόσμος, συγκροτείται από άπειρο πλήθος στοιχειωδών αδιάσπαστων, άτμητων σωματιδίων. Έκτοτε αυτή η θεωρία επιβεβαιώνεται απόλυτα, εμπλουτίζεται συνεχώς και συμπληρώνεται από τη σύγχρονη επιστήμη. Ας κρατήσουμε μόνο δυό έννοιες, ότι ο κόσμος αποτελείται από άτομα και ότι τα άτομα δεν επιδέχονται περαιτέρω τομή και αλλοίωση της οντότητάς τους, διευκρινίζοντας ότι η ‘σχάση, η διάσπαση του ατόμου’ δεν είναι τομή σε μικρότερα άτομα, αλλά βίαιη μετατροπή της ύλης σε ενέργεια.
Ο Αριστοτέλης, όπως είναι γνωστό, υποστήριζε ότι «το Όλον είναι πρότερο από τα μέρη» που σημαίνει ότι το τετράποδο ζώον έγινε δίποδο και σκεπτόμενος άνθρωπος μέσα στην αγέλη, στη συλλογικότητα που συσσώρευε εμπειρίες γενεών, Γνώση και φαντασία με τις οποίες εξελίχθηκε σταδιακά σε ομάδα-κοινότητα. Συνεπώς δεν συνέβη το αντίστροφο, δηλαδή, το ζώον έγινε από μόνο του άνθρωπος και στη συνέχεια αυτό συγκρότησε την κοινότητα. Οι συνήγοροι της ατομικής θεωρίας στην κοινωνία, παραγνωρίζουν αυτή την πραγματικότητα και εντελώς αυθαίρετα υποστηρίζουν ότι το άτομο, δηλαδή ο άνθρωπος προηγείται της κοινωνίας και συνεπώς είναι ανεξάρτητος από τον κόσμο του, δηλαδή, από την κοινωνία του και ότι η απόκτηση ατομικής ιδιοκτησίας αποτελεί θεμελιακό, φυσικό και ιερό δικαίωμα του ατόμου, γιατί η ατομική ιδιοκτησία προσφέρει στον κάτοχό της ασφάλεια και ελευθερία.

Για τη σχέση του Εγώ με το Εμείς

Η πραγματικότητα όμως φαίνεται να είναι πολύ διαφορετική, γιατί το κοινωνικό, όπως και το φυσικό άτομο, οφείλει την ύπαρξή του στον κόσμο του, δηλαδή σε ένα πλήθος οργανωμένων ατόμων, σε κάποιο Εμείς, από το οποίο αντλούν το Εγώ τους. Η ολιστική ουμανιστική κοινωνιολογική προσέγγιση όμως «δεν θεωρεί κατά κανένα τρόπο ότι οι κοινωνικές ολότητες σύγκεινται από τα επιμέρους άτομα, αλλά αντίθετα κατανοεί το άτομο ως μέλος του κοινωνικού συνόλου. Δεν υπάρχουν απομονωμένα, συγκεντρωμένα στον εαυτό τους άτομα που συνέρχονται σε κοινωνία με σύμβαση την πραγμάτωση των ατομικών τους σκοπών, αλλά ‘συναρθρώνεται’ το σύνολο του συλλογικού όντος και τα χωριστά άτομα αντλούν μόνο από αυτό την υπόστασή τους.[…] Θεωρίες περί φυσικού δικαίου και ‘κοινωνικού συμβολαίου’ αποτελούν παραδείγματα ατομιστικού τρόπου σκέψης»[4]. Και ενώ το φυσικό άτομο δεν διεκδικεί να αποκοπεί από τον κόσμο του και πολύ περισσότερο δεν διεκδικεί να αποσπάσει τμήμα του κόσμου του και να το καταστήσει ‘προσωπική’ του ιδιοκτησία, οι θεωρητικοί του ‘κοινωνικού άτμητου ατόμου’ αυθαιρετούν υποστηρίζοντας ότι το υποτιθέμενο άτομό τους, ο άνθρωπος, μπορεί να αποσπά από την κοινωνία του και να καθιστά ατομική του ιδιοκτησία όσα άλλα άτομα μαζί με όσο μεγαλύτερο τμήμα της Φύσης μπορεί για να νοιώσει ασφάλεια και ελευθερία. Το γεγονός ότι τα υπόλοιπα άτομα χάνουν με αυτόν τον τρόπο την ασφάλεια, την ελευθερία, αλλά και την κοινωνική και ατομική υπόστασή τους, φαίνεται να μην ενδιαφέρει τους κατασκευαστές αυτής της ψευτοθεωρίας.
Φαίνεται, όμως, ότι και τα άτομα που απόκτησαν με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο ατομική ιδιοκτησία δεν κατάφεραν να νοιώσουν ασφαλή και ελεύθερα, όχι γιατί τα απειλούν οι χειραγωγημένοι δούλοι τους και οι στρατιές των παραιτημένων, μοιρολατρών ακτημόνων, αλλά γιατί η ατομική ιδιοκτησία τους απειλείται από άλλες ατομικές ιδιοκτησίες που λυσσασμένα θέλουν να μεγαλώσουν τρώγοντας τις άλλες για να αισθάνονται πιο ασφαλείς και περισσότερο ελεύθεροι οι κάτοχοί τους. Αυτός ο ανταγωνισμός μεταξύ ατομικών ιδιοκτησιών, δηλαδή μεταξύ κεφαλαίων, τελικά κάνει τους κατόχους τους περισσότερο ανασφαλείς και λιγότερο ελεύθερους, γιατί κάθε στιγμή βλέπουν κάποιον από τους ομοίους τους να πτωχεύει, να απαλλοτριώνεται από τους ανταγωνιστές του ή να οδηγείται στη φυλακή για χρέη και για να επιβιώσουν γίνονται μοναχικότεροι, ανασφαλέστεροι, επιθετικότεροι και όλο και περισσότερο αντικοινωνικοί και δυστυχισμένοι, που σημαίνει ότι γίνονται υπηρέτες εγωιστικών ψευδαισθήσεων και πραγμάτων που τους ρημάζουν τη ζωή τους.
Χάνοντας τον συναισθηματικό, τον κοινωνικό, τον πνευματικό, τον συλλογικό πλούτο του Εμείς, αναζητούν την ευτυχία, την ασφάλεια, την ελευθερία στον ιδιωτικό υλικό πλούτο του Εγώ, που σε σύγκριση με αυτόν των ανταγωνιστών είναι πάντα λίγος που πρέπει να μεγαλώσει με κάθε τρόπο, ακόμα και με το έγκλημα και με τον πόλεμο. Η γκλαμουριά, η πολυτέλεια, η ‘χρυσόσκονη’ και η προκλητική σπατάλη συμπληρώνονται από στρατιές καλοπληρωμένων σωματοφυλάκων, από την απομόνωση, την έκλυτη ζωή και από την ευρύτατη χρήση ουσιών και οινοπνεύματος για να νοιώσουν λίγη ασφάλεια και να υποκαταστήσουν την ευτυχία που τους λείπει. Ακόμα και για να γελάσουν, γιατί οι φροντίδες της ατομικής ιδιοκτησίας τους, τούς στέρησαν την ικανότητα να γελούν, να αγαπούν και να ερωτεύονται χωρίς να ‘νικούν’, να πλουτίζουν και χωρίς τη βοήθεια ουσιών.

Το κεφάλαιο είναι ο καρκίνος της ανθρωπότητας

Ο Σίγκμουντ Φρόυντ ασκώντας αυστηρή κριτική στη φιλοσοφία και στη λειτουργία της αστικής κοινωνίας χαρακτήριζε μίζερα νευρωτικά τα άτομα με επίμονη και σταθερή επιδίωξη απόκτησης ατομικής ιδιοκτησίας και υλικών πραγμάτων και ο Έριχ Φρομ συμπληρώνει: «Το άτομο που ασχολείται αποκλειστικά με την κατοχή και απόκτηση υλικών πραγμάτων, είναι νευρωτικό. Από αυτό θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι και η ίδια η κοινωνία […] είναι μια κοινωνία άρρωστη»[5].
Η ατομική ιδιοκτησία επιβάλλει τελικά πάνω στο άτομο τις δικές της ιδιότητες, όπως τον ατομισμό, τον νοσηρό εγωισμό, την απληστία, το μισανθρωπισμό, την ανηθικότητα, την αδικία και την παραβατικότητα με κατάληξη το έγκλημα και τον πόλεμο, πράγμα που οι απολογητές του κεφαλαίου τα αποδίδουν σε βιολογικούς όρους, όπως την ανθρώπινη φύση για να απαλλάξουν την ατομική ιδιοκτησία και τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής από την ευθύνη γι’ αυτήν την εκτροπή του ατομικού ιδιοκτήτη, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για κοινωνικά φαινόμενα συνυφασμένα με τη φύση της ατομικής ιδιοκτησίας. «Η ιδέα της αδικίας και συνεπώς και της τιμωρίας του αδικούντος δεν εμφανίζονται με την πρώτην, την πρωτόγονον-κοινωνίαν του ανθρώπου. Κατά την περίοδον ταύτην, με το να μην υπάρχη ούτε στα κινητά πράγματα ούτε στα ακίνητα ατομική ιδιοκτησία, δεν ήτο δυνατόν να γίνη αφαίρεσις ξένης ιδιοκτησίας, προσβολής της τιμής του άλλου και αφαίρεσις της ζωής του πλησίον. Αι τοιαύται πράξεις ή παραλείψεις αρχίζουν να εμφανίζωνται, ως διατάραξις της κοινωνικής συμβιώσεως από της εποχής, κατά την οποίαν διεσπάσθη η οργάνωσις του γένους και ήρχισε να επικρατεί ο νέος θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας […]. Όταν επήλθεν εντός των πρωτογόνων κοινωνικών οργανώσεων (γένους, φυλής, πατριάς) ανατροπή των όρων της κοινοβιακής ισότητος και εντεύθεν εδημιουργήθησαν αι κοινωνικαί ανισότητες, ο άνθρωπος, ως άτομον αναλόγως της θέσεώς του μέσα εις την κοινωνίαν, ήρχισε να ρέπη προς την αδικίαν. Δηλαδή ήρχισε να παραβαίνη τας μέχρι τούδε ισχυούσας κοινωνικάς εντολάς και να ιδιοποιήται ωρισμένα αντικείμενα ανήκοντα εις την πατριάν του ή εις άλλους […]. Παραλλήλως, δε, προς την περαιτέρω ανάπτυξιν και επέκτασιν του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας, εγεννήθη και ισχυροποιήθη και το ατομικιστικόν αίσθημα: ‘τούτο είναι δικό μου’. Επειδή δε, δεν υπήρχεν αφθονία αγαθών, εκείνοι οι οποίοι δι’ οιονδήποτε λόγον δεν ηδύναντο να αποκτήσουν τοιαύτα, ήρχισαν, δια της αρπαγής ή της κλοπής, τα αγαθά τα οποία δεν ανήκον εις αυτούς να τα κάμνουν ‘δικά των’ […] Όταν δε αργότερον εις ωρισμένας περιφερείας το ιερατείον είχεν εξαιρετικήν εξουσίαν εις χείρας του, δια των υπό τύπον θεϊκής εντολής θεσπιζομένων ποινικού περιεχομένου θεσμών, πρωτίστως επροστάτευεν τα προνόμια και τα δικαιώματά του ως και τα προνόμια και δικαιώματα των ευγενών. Συνεπώς μετά τη διάλυσιν του γένους και της πατριάς, οι θεσμοί οι περιέχοντες ποινικάς κυρώσεις ως δικαιολογητικήν των βάσιν είχον το δίκαιον του ισχυρότερου»[6].
Είναι συνεπώς προφανές ότι η Φύση δεν δημιουργεί εγκληματίες. Τους εγκληματίες τους γεννάει η ατομική ιδιοκτησία και το κεφάλαιο, ως κοινωνική σχέση εξουσίας των λίγων πάνω στους πολλούς. Το έγκλημα το γεννάει το φαύλο σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας και εξουσίας, της οικονομικής και της κοινωνικής ανισότητας που μεταμορφώνει ανθρώπινα όντα, ως άλλη μυθική Κίρκη, σε μισάνθρωπους ηγεμόνες και σε διεστραμμένους εξουσιαστές, σε αργυρώνητους ‘σοφούς’ συμβουλάτορες, σε δήμιους και σε χαφιέδες, σε φαύλους πιστούς, οπαδούς και υπηκόους, σε ζόμπι και μοιρολάτρες δούλους, φιγούρες του γκροτέσκου και του τραγικού, σκιές ανθρώπινες που δείχνουν στους υπόλοιπους που αντιστέκονται, τι οφείλουν και τι πρέπει να κάνουν για να μείνουν άνθρωποι, αυτοί και οι γενιές που έρχονται.
Αυτή η καπιταλιστική πραγματικότητα αναγκάζει τα υποκείμενα της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής να απομακρύνονται από την κοινωνία, να χάνουν σταδιακά την ανθρωπιά τους, να γίνονται περισσότερο ανασφαλή άτομα, σκληροί εκμεταλλευτές των ανθρώπων, που είναι αναγκασμένοι να εργάζονται σε αυτούς, για να μεγαλώνει η ατομική ιδιοκτησία τους. Γίνονται υπονομευτές των αντιπάλων τους, καθώς είναι αναγκασμένοι για να σώσουν και να μεγαλώσουν την περιουσία και την εξουσία τους να κάνουν εγκλήματα ατομικά και μαζικά, ακόμα και γενοκτονίες ολόκληρων λαών στο όνομα κάποιας πατρίδας που την ταυτίζουν με τη δική τους περιουσία και εξουσία, με αποτέλεσμα να καταλήγουν εγκληματίες σε βάρος της ανθρωπότητας και του πολιτισμού.
Όλα αυτά δείχνουν, τελικά, ότι η ατομική ιδιοκτησία, όχι μόνο δεν προστατεύει τους κατόχους της, αντίθετα τους εκθέτει σε πολλαπλούς κινδύνους, αλλοιώνει την ανθρώπινη ιδιότητά τους, υπονομεύει τα ατομικά Εγώ τους και τα αναγκάζει να καταφεύγουν σε τοξικές θεωρίες και ιδεολογίες και σε ένα ταξικό υποκείμενο με τη μορφή του καπιταλιστικού κράτους που στρέφεται ενάντια στην εργαζόμενη κοινωνία, ενάντια στο γενεσιουργό Εμείς, καταστρέφοντας την μήτρα που τους γέννησε ως ανθρώπους, τη Φύση και τον ανθρώπινο πολιτισμό. Το τραγικά διδακτικότερο όλων είναι ότι τα Εγώ που αγνοούν ή αρνούνται ότι προέρχονται από το Εμείς, τελικά αυτοκαταστρέφονται τα ίδια ως ανασφαλή και ανελεύθερα αποανθρωποποιημένα εργαλεία μιας λαθεμένης αντίληψης και ενός καταστροφικού εξουσιαστικού μηχανισμού που κομματιάζει, μεταφορικά και κυριολεκτικά την οντολογική υπόσταση εκατομμυρίων ανθρώπων, των κατόχων ατομικής ιδιοκτησίας μη εξαιρουμένων, έναντι ‘μιας χούφτας δολαρίων’ το κεφάλι.
Το γεγονός ότι η ιδεολογία περί ατομικής ιδιοκτησίας, αδυνατεί να πείσει όλη την κοινωνία για την ορθότητα και χρησιμότητά της, ανάγκασε την κυρίαρχη τάξη να την καταστήσει κρατική θρησκεία με την έννοια της λεγόμενης ‘ελεύθερης αγοράς’ που συγχρονίζεται με τη σκοταδιστική θρησκεία, σύμφωνα με την οποία ο ‘θεός’ έδωσε ελευθερία στους ανθρώπους όχι να μοιράσουν, για να ζήσουν όλοι, αλλά να ‘κατακυριεύσουν τη Γη’, όσοι προλάβουν βέβαια γιατί σύμφωνα με αυτές τις αντιλήψεις που εμφανίζονται ακόμα και ως αναρχικές, «το άτομο οφείλει να βάζει τον εαυτό του στο κέντρο των πραγμάτων και στη συνέχεια να κάνει κτήμα του όσο μεγαλύτερο μέρος του  κόσμου μπορεί»[7]. Όσο για τους άλλους που δεν κατάφεραν να ανήκουν στην ‘Ένωση των Εγωιστών’, ‘έχει ο θεός’ και με την ευλογία του θα τους φροντίσει το κράτος των ιδιοκτητών. Ο σκοπός ήταν να αναγνωριστεί το κράτος ως αφέντης και όχι ως συνολική έκφραση της κοινωνίας με αποτέλεσμα την υποταγή της εργαζόμενης κοινωνίας σε μια πολυκέφαλη εξουσία που είναι ταυτόχρονα κράτος, ‘θεός’, κεφάλαιο, νόμοι, δικαστήρια, στρατός, αστυνομία και κοινοβούλια, πίσω από τα οποία κρύβεται η μόνη πραγματική εξουσία, αυτή της τάξης των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής, το απάνθρωπο και καταστροφικό μεγάλο κεφάλαιο[8].

Το αυτοκαταστροφικό Εγώ εναντίο του Εμείς

Για να το πετύχει αυτό το κεφάλαιο έπρεπε να αποσπάσει το άτομο από την κοινωνία και τεμαχίζοντάς το σε θνητό σώμα και σε δήθεν ‘αθάνατη ψυχή’ να το ‘θεοποιήσει’, καλλιεργώντας του την ψευδαίσθηση ότι το Εγώ είναι ανώτερο από το Εμείς και συνεπώς το άτομο μπορεί να υπάρξει εκτός, και να δρα εναντίον, της κοινωνίας. Έτσι αποκαλύπτεται ότι τα παραμύθια, της αστικής, δεξιάς και ‘αριστερής’, ιδεολογίας, της θρησκείας και κάποιων γκουρού της λεγόμενης αναρχίας, περί ατομικής ελευθερίας εκτός κοινωνίας, που ευλογούν την ατομική και την κρατική ιδιοκτησία, τελικά δεν εξυπηρετούν το άτομο, αλλά το κεφάλαιο και την εξουσία των λίγων πάνω στους πολλούς που ως εκμεταλλευόμενοι και εξαρτημένοι από την εξουσία των λίγων χάνουν την ελευθερία τους και πολύ συχνά και τη ζωή τους για να νοιώθουν ασφαλείς τα αφεντικά τους.
Καταλήγοντας μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τα άτομα, που αναλώνουν τη ζωή τους στην απόσπαση, με την ωμή βία, ή με τη βία των νόμων που τα ίδια θέσπισαν, από την κοινωνία υλικών και άψυχων πραγμάτων για να τα συσσωρεύσουν ως ατομική τους ιδιοκτησία, που ξεπερνάει τις πραγματικές τους ανάγκες, υπέταξαν τη ζωή τους σε νεκρά υλικά πράγματα που ξεπερνούν τους ιδιοκτήτες τους και ως ατομική ιδιοκτησία στέκονται εχθρικά απέναντι στην κοινωνία. Άτομα και κοινωνίες, όμως, που δεν κυριαρχούνται από τη δίψα για ζωή και από τη ζωή την ίδια, αλλά από τη μανία απόκτησης και συσσώρευσης ατομικής ιδιοκτησίας, πλούτου και ανθρώπινων νεκρών υλικών δημιουργημάτων, γίνονται αρνητές της ζωής και της κοινωνίας, (που αποσκοπούν στην καθολική ευτυχία), γιατί ποτέ και κανένα άτομο δεν μπόρεσε να είναι ευτυχισμένο, όταν η δική του ευτυχία προέρχεται, αλλά και απειλείται από τη δυστυχία των συνανθρώπων του.
Αυτή η πραγματικότητα υποδηλώνει τελικά ότι το σημαίνον δεν είναι το Εγώ, αλλά η ατομική ιδιοκτησία, η οποία συνθλίβει κυριολεκτικά, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, τους φορείς της. Οπότε προκύπτει το ερώτημα αν μπορεί, σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας να υπάρξει το Εγώ εκτός κοινωνίας, όταν μάλιστα αυτό δεν προσδιορίζεται από το Εμείς και το ‘γνώθι σ’ αυτόν’, αλλά από σκοταδιστικούς μύθους και εξουσιαστικές ιδεολογίες. Όταν το Εγώ δεν ταυτίζεται με το συλλογικό Είναι, με το Εμείς, αλλά με την ιδιοκτησία, τότε «το Εγώ δεν είναι στην αρχή παρά η καθαρά αφηρημένη υποκειμενική ύπαρξη, η καθαρά κατηγορηματική ύπαρξη, η ύπαρξη που αν και διαφοροποιείται με τον εαυτό της δεν έχει σαν περιεχόμενο την αληθινή διαφορά, το προσδιορισμένο περιεχόμενο βρίσκεται έξω από τον εαυτό του και εδρεύει στο αντικείμενο»[9].
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δούμε τι σημαίνει, για τη φιλοσοφία του πνεύματος και του δικαίου και για τον Χέγκελ, το να εδρεύει το Εγώ στο αντικείμενο, δηλαδή στην ατομική ιδιοκτησία και όχι στο συλλογικό υποκείμενο, στο Εμείς: «Με την εξάλειψη του αντικειμένου, το υποκείμενο εξαλείφει την ίδια του την ατέλεια. Αυτός ο διχασμός του εαυτού μέσα σε ένα Εγώ που βρίσκεται σε σχέση μ’ ένα εξωτερικό αντικείμενο δίνει μια αντικειμενική ύπαρξη στην υποκειμενική υπόσταση, το ίδιο που κάνει το αντικείμενο μια ύπαρξη υποκειμενική»[10]. Με απλά λόγια, ο Χέγκελ μας λέει ότι η ατομική ιδιοκτησία μας διαφοροποιεί, δηλαδή μας αποσπά από τον συλλογικό εαυτό μας, τον οποίο και διχάζει υποτάσσοντάς τον ως αντικείμενο της ιδιοκτησίας που υποκειμενικοποιείται θεσμικά και γίνεται το σημαίνον και οι ατομικοί ιδιοκτήτες γίνονται απλά σημαινόμενα, γίνονται δούλοι του πλούτου τους, εχθροί των συνανθρώπων τους και εγκληματίες σε βάρος της κοινωνίας-ανθρωπότητας.

Το τέλος της εποχής των εξουσιαστικών καπιταλιστικών τεράτων

Μια προσεχτική ανάγνωση αυτού του κειμένου, αλλά και άλλων που αναφέρονται στην εμφάνιση των θρησκειών δείχνει ότι όλες αυτές εμφανίστηκαν περίπου την ίδια περίοδο μεταξύ του 6ου και του 1ου αιώνα της παλιάς χρονολογίας, περίοδο κατά την οποία επικράτησε οριστικά η πατριαρχική εξουσία, ως αποτέλεσμα της εμφάνισης και της επικράτησης της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στη γη, με αποτέλεσμα την κοινωνική ανισότητα, απέναντι στην οποία καμιά θρησκεία δεν αντέδρασε, γιατί χωρίς ανισότητα, εξαθλίωση και δυστυχία δεν θα μπορούσαν να προσφέρουν ψευδαισθήσεις και υποκατάστατα και συνεπώς, ως άχρηστες δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν. Υπάρχουν όμως γιατί το πέρασμα από τις μητριαρχικές κοινωνίες της κοινοκτημοσύνης και της ισοκατανομής στην πατριαρχική κοινωνία της ατομικής ιδιοκτησίας και της ανισοκατανομής επικράτησε ένας λυσσαλέος θρησκευτικός μισογυνισμός και ένας αριστοκρατικός ιδεολογικός μισανθρωπισμός που χρεώθηκαν την υπεράσπιση της δουλείας και της περιθωριοποίησης της γυναίκας από τα κοινά.
Η καταπίεση σε βάρος της γυναίκας που μείωνε και τσαλάκωνε την προσωπικότητά της, ακόμα και ο φόβος του θανάτου εμπόδιζε τη φυσιολογική της ανάπτυξη και συμπεριφορά και την ανάγκαζε να εκμεταλλευτεί αμυντικά, όπως μπορούσε, τη θηλυκότητά της και να παγιδεύει τον άνδρα σ’ έναν ανταγωνισμό στον οποίο ο άντρας έχει συγκριτικά μειονεκτήματα. Αυτό το παιχνίδι ερωτικής εναντίον πατριαρχικής εξουσίας οδήγησε στην πολλαπλή και υστερόβουλη νόθευση, αλλά και στη διαστροφή της ερωτικής σχέσης μεταξύ των δύο φύλλων και την υπέταξε στους νόμους της αγοράς μετατρέποντάς την σε αντικείμενο που πουλιέται και αγοράζεται.
Από την άλλη μεριά η ταύτιση του πολίτη και του υποκειμένου εξουσίας με τον άνδρα κάτοχο ατομικής ιδιοκτησίας δικαιολογούσε την υποδούλωση και την αγοραπωλησία όλων των υπόλοιπων ανθρώπινων όντων, που παρά τις ανοησίες κάποιων ότι χωρίς τη δουλεία σε όλες της τις μορφές ο ανθρώπινος πολιτισμός δεν θα είχε φτάσει στα σημερινά του επίπεδα. Παραλείπουν βέβαια να μας πουν ότι ένας πολιτισμός που χτίζεται πάνω στην ανισότητα, την αδικία, την απανθρωπιά, την καταστροφή και στον πόλεμο δεν είναι πολιτισμός , αλλά βαρβαρότητα. Όπως επίσης παραλείπουν να μας πουν πόσο διαφορετικός θα ήταν ένα πολιτισμός που θα χτίζονταν πάνω στην ισότητα μεταξύ των ανθρώπων και στην αμοιβαία συνεργασία μεταξύ των Λαών στα πλαίσια μιας σταθερής παγκόσμιας ειρήνης.
Το αποτέλεσμα της ατομικής ιδιοκτησίας και της πατριαρχικής εξουσίας ήταν η εκτροπή και η νόθευση του ίδιου του ανθρώπινου πολιτισμού, με κατάληξη την σημερινή καπιταλιστική βαρβαρότητα που απειλεί την ανθρωπότητα με έναν νέο μεσαίωνα με πρωταγωνιστές τους επίδοξους παγκόσμιους ηγεμόνες και ενορχηστρωτή τον αμερικανισμό[11]. Ζούμε στην εποχή που το παλιό, ο ιστορικά χρεοκοπημένος καπιταλισμός της κοινωνικής ανισότητας και της καταστροφής, αρνείται να πεθάνει και το διαχρονικό όραμα της εργαζόμενης κοινωνίας-ανθρωπότητας για την κοινωνική ισότητα, την άμεση δημοκρατία και την αταξική κοινωνία αδυνατεί να γεννηθεί ως καινούργιο, την οποία ο Αντώνιο Γκράμσι την αποκάλεσε ‘εποχή των τεράτων’.

Ο Αταξικός, Οικουμενικός Ουμανισμός είναι το μέλλον μας

Για την αποκατάσταση του ανθρώπινου πολιτισμού, την απαλλαγή από τον ζόμπι-καπιταλισμό και τη γέννηση του καινούργιου καθίσταται αναγκαίος ένας νέος Οικουμενικός, Αταξικός Ουμανιστικός Διαφωτισμός και μια αναγεννητική πολιτιστική και πολιτισμική επανάσταση των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, που θα μας απαλλάξει από τους μύθους και τις ιδεολογίες των σκοταδιστικών και εξουσιαστικών ιερατείων. Μια πνευματική αφυπνιστική επανάσταση που θα καταστήσει τις εργαζόμενες κοινωνίες δύναμη ικανή να ανατρέψει συθέμελα τους σκοταδιστικούς μύθους, τις εξουσιαστικές ιδεολογίες, τις εξουσιαστικές δομές και τους εξουσιαστικούς θεσμούς, που θα πραγματώσουν μια ριζική αποκαπιταλιστικοποίηση σε ατομικό, οικονομικό, κοινωνικό, τοπικό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο. Μόνο έτσι θα δημιουργηθούν οι υποκειμενικές, γιατί οι αντικειμενικές υπάρχουν ήδη, προϋποθέσεις για να καταργηθούν οριστικά και αμετάκλητα η ατομική ιδιοκτησία και η πατριαρχική εξουσία, για να ανοίξει ο δρόμος για έναν πολιτισμό του ‘ανίκητου στη μάχη έρωτα’ για την ισότητα, την ελευθερία, την πραγματική δημοκρατία, την ανθρωπιά και την καθολική ευτυχία, για έναν καλύτερο κόσμο σε ένα ουμανιστικό πολιτισμό[12].
Αυτός ο καλύτερος κόσμος είναι σήμερα, στον 21ο αιώνα, χάρη στην σύγχρονη επιστήμη και τεχνολογία εφικτός, φτάνει να τις απελευθερώσουμε από το κεφάλαιο και να τις θέσουμε στην υπηρεσία του Ανθρώπου, της κοινωνίας του και της ανθρωπότητας συνολικά. Κι’ αυτό συμβαίνει δίπλα μας κάθε μέρα και κάθε στιγμή, γιατί όλο και περισσότεροι, όλο και περισσότερο κατανοούμε ότι είναι προτιμότερος ο θάνατος των ιδιοκτησιών πάνω στα μέσα παραγωγής, των ‘θεών’, των θρησκειών και των εξουσιών από τον θάνατο των ανθρώπων, του πολιτισμού και του πλανήτη.
Ένας καινούργιος καλύτερος κόσμος γεννιέται. Είναι ο δικός μας κόσμος, ο κόσμος των αυτενεργών δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, ο κόσμος της κοινωνικής ισότητας και του Αταξικού Ουμανισμού.


[1] John Ernst Steinbeck, (1902-1968). Αμερικανός συγγραφέας, τιμήθηκε το 1962 με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
[2] Erich Fromm, (1900-1980), Γερμανός ουμανιστής κοινωνιολόγος και φιλόσοφος.
[3] Max Stirner, (1806-1856). Γερμανός φιλόσοφος θεωρητικός του αναρχοατομικισμού, το πραγματικό του όνομα ήταν Johann Kaspar Schmidt.
[4] Freyer Hans, Εισαγωγή στην Κοινωνιολογία, ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΔΙΣ, Αθήνα χ. χ., σελ. 173.
[5] Φρομ Έριχ, Να Έχεις ή να Είσαι; ΜΠΟΥΚΟΥΜΑΝΗΣ 1978, σελ. 111.
[6] Κορδάτος Γιάννης, Εισαγωγή εις την νομικήν επιστήμην, ΜΠΟΥΚΟΥΜΑΝΗΣ, Αθήνα 1977 σελ. 151.
[7] Stirner Max, The Ego and Its Own, (Το Εγώ και το δικό του), Rebel Press, London 1993.
[8] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Θεός και κεφάλαιο. Δοκίμιο για τη σχέση μεταξύ θρησκείας και εξουσίας, ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2015
[9] Hegel George, Φιλοσοφία του πνεύματος, ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΔΗΣ, Αθήνα χ. χ., σελ. 17.
[10] Στο ίδιο, σελ. 51.
[11] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της Παρακμής, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009.
[12] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία.  Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον Ουμανισμό, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια: