Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ. ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ VS ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. Πρότυπα και κοινωνικός μετασχηματισμός

ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ. ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ  VS  ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ




Με τον Γιώργο Κολέμπα συμφωνήσαμε να ξεκινήσουμε ένα δημόσιο διαδικτυακό διάλογο με θέμα τη μετάβαση από τον απάνθρωπο και  καταστροφικό παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό στην κοινωνική αυτοδιεύθυνση με μορφή την άμεση δημοκρατία και περιεχόμενο την αταξική κοινωνία, από το τοπικό μέχρι το παγκόσμιο επίπεδο, δημοσιεύοντας στα προσωπικά μας Μπλογκ κείμενα σχετικά με το θέμα. Καλούμε όποιον καλοπροαίρετα ενδιαφέρεται να συμβάλει γόνιμα σ’ αυτόν τον διάλογο να στείλει κείμενα, ή σχόλια τα οποία θα αναρτώνται ταυτόχρονα και στα δυο Μπλογκ.


Κώστας Λάμπος





Αποστολή κειμένων και σχολίων:


Κώστας Λάμπος, prodial21@gmail.com

Γιώργος Κολέμπας, gkolempas@gmail.com

Αριστοτέλης Ράπτης   aristotle.raptis@gmail.com

Γιώργος Κουτσαντώνης  info@ellogos.com





Το μέλλον δεν υπάρχει πριν το δημιουργήσουμε

Το μέλλον δεν υπάρχει και συνεπώς ούτε και ο δρόμος που μας οδηγεί στο μέλλον υπάρχει. Ο δρόμος προς το μέλλον  δεν έχει χαρτογραφηθεί με την ακρίβεια που τον περιγράφουν οι εσχατολογικοί μύθοι και οι εξουσιαστικές ιδεολογίες, αλλά δημιουργείται περπατώντας προς αυτό, κι αυτό αποτελεί προφανώς τη διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού. Πολλοί διερωτώνται για την κατεύθυνση που οδηγεί στο μέλλον της ανθρωπότητας και γι αυτό αναζητούν ή κατασκευάζουν συνταγές και μοντέλα μελλοντικής κοινωνίας, πολλές από τις οποίες είναι δόλιες. απατηλές, αντικοινωνικές και επικίνδυνες. Τελικά είναι και αναποτελεσματικές  γατί οδηγούν σε συστημικές διακλαδώσεις που λοξοδρομούν για μικρά ή μεγάλα χρονικά διαστήματα την πορεία της ανθρωπότητας.  κι αυτό γιατί παραγνωρίζουν ή και αντιστρατεύονται τη συσσωρευμένη δυναμική της ανθρώπινης ιστορίας, η οποία κινείται στη φορά του βέλους του χρόνου,δηλαδή από το Χθες, στο Σήμερα και απο το Σήμερα στο Αύριο που Μεθαύριο θα είναι Χθες, ή με όρους κοινωνίας, από την κοινωνική ανισότητα προς την κοινωνική ισότητα, από την δουλεία, την δουλοπαροικία και τη μισθωτή δουλεία στην αυτοδιεύθυνση της εργασίας και στην άμεση δημοκρατία με περιεχόμενο την αταξική κοινωνία. 
Το συμπέρασμα είναι ότι τελικά το μέλλον δεν έρχεται από το Αύριο, δηλαδή από το Πουθενά, αλλά από το Χθες, γεγονός που τόσο το αποσιωπούν, το διαστρεβλώνουν και το συσκοτίζουν οι σκοταδιστικοί μύθοι και οι εκάστοτε εξουσιαστικές ιδεολογίες των εκάστοτε εξουσιαστικών 'πρωτοποριών', με σκοπό να αποπρασανατολίζουν τις κοινωνίες  και να τους προσφέρουν το δικό τους μέλλον ως καπιταλιστική, ή κρατικοκαπιταλιστική βαρβαρότητα.
Αυτή την προβληματική προσπαθεί, με το παρακάτω κείμενό του,  ο Γιώργος Κουτσαντώνης να προσεγγίσει και να φωτίσει και με αυτό να συμβάλλει στον δημόσιο διάλογο που φιλοξενούμε παράλληλα σ' αυτό το Μπλογκ (http://www.infonewhumanism.blogspot.com) και στο Μπλογκ ΤΟΠΙΚΟΠΟΙΗΣΗ (http://topikopoiisi.blogspot.gr/.), περιμένοντας και τις δικές σας συμβολές.
Κώστας Λάμπος



Πρότυπα και κοινωνικός μετασχηματισμός

 Γράφει ο Γιώργος Κουτσαντώνης

 

Aναμφισβήτητα ο μετασχηματισμός της κοινωνίας σε κάτι (ενδεχομένως) καλύτερο, αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα, αλλά και σύνθετα ζητήματα. Ο «καλύτερος κόσμος» από τον Τ. Λοκ μέχρι τον Κ. Μαρξ και από τον Α. Σμιθ μέχρι τον Κ. Καστοριάδη, ήταν και παραμένει ένα από τα μεγάλα ζητούμενα. Σε γενικές γραμμές υπάρχει η άποψη ότι ο μετασχηματισμός της κοινωνίας είναι πάντα μερικός και γίνεται μόνο όταν κάποια νέα πρότυπα και αντιλήψεις περί ανθρώπου ή κοινωνικής, οικονομικής, θρησκευτικής κ.λπ. δομής, αντικαταστήσουν κατά έναν ικανό βαθμό τα παλιά. Από την άλλη, υπάρχει η άποψη ότι όποιος ή όποιοι έχουν την κοινωνική ισχύ, μπορούν να επιβάλουν τα νέα και δικά τους πρότυπα ως κυρίαρχα αντικαθιστώντας τα παλαιά. Αν λοιπόν κανείς τελικά αποκτήσει την απαραίτητη κοινωνική ισχύ (χρησιμοποιώντας την οικονομική, πολιτική, στρατιωτική, αριθμητική ισχύ του), μπορεί να επιβάλλει και τα πρότυπά του ως δίκαια, αυτονόητα, γενικώς αποδεκτά και ηθικά.  Προφανώς οι παραπάνω απόψεις εξετάζουν τα αίτια του μετασχηματισμού σε διαφορετική χρονική στιγμή και από διαφορετική σκοπιά. Στην πρώτη περίπτωση ο μετασχηματισμός προκύπτει ως κάτι νομοτελειακό και αυθόρμητο ή κάτι αόριστο και γενικευμένο, ενώ στην δεύτερη είναι αποτέλεσμα μια οργανωμένης προσπάθειας διασποράς και επιβολής από κάποιον ή κάποιους. Μπορεί ασφαλώς και μια απότομη «από τα πάνω» επιβολή ενός προτύπου μέσω της βίας να προσπαθήσει να αλλάξει μια κοινωνία, όμως αυτή η αλλαγή (που έχει σχεδόν πάντα αποδειχθεί οδυνηρή και απάνθρωπη) είναι περιορισμένη, επιφανειακή και η επικράτησή της – με όρους ιστορικού χρόνου – σχετικά σύντομη. Στην ουσία του θέματος λοιπόν σε έναν πραγματικό μετασχηματισμό μιας κοινωνίας πρέπει το πρότυπο που θα επικρατήσει να είναι και κατά κάποιο τρόπο κοινώς αποδεκτό ή τουλάχιστον να μην οδηγεί σε μαζικές και μεγάλες αντιδράσεις.
Ωστόσο σε ό,τι αφορά στην τελική του επικράτηση, μάλλον είναι ο συνδυασμός προτύπου και ισχύος αυτός που κάνει την κατάσταση κυριαρχίας περισσότερο ή λιγότερο μόνιμη. Στην πραγματικότητα είναι αδύνατο να υπάρξει μια ακριβής ποσόστωση μεταξύ προτύπου και ισχύος. Έτσι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά ή και η καθολικότητα ενός προτύπου δεν μπορούν να θεωρηθούν με ασφάλεια ως καθοριστικά για την επικράτησή του, καθώς παράλληλα η διασπορά ή η επιβολή της κοινωνικής ισχύος του, είναι στοιχεία απολύτως απαραίτητα. Επομένως από τη στιγμή όπου μια κοινωνία μπορεί να θεωρηθεί ως ένα δυνητικά καλλιεργήσιμο πεδίο, το σημαντικό στοιχείο είναι η επικράτηση μιας συγκεκριμένης σποράς σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Στις κοινωνίες των ανθρώπων, ευτυχώς, δεν υπάρχουν απολύτως στείρα περιβάλλοντα μέσα στα οποία να μπορεί να ανθίσει με «καθαρότητα» ένα νέο πρότυπο, ούτε ασφαλώς μπορεί να υπάρξει μια ριζική κατάσταση μετασχηματισμού. Δηλαδή μετά από κάτι που θα επιφέρει έναν κοινωνικό tabula rasa, πάνω στον οποίο θα δομηθεί μια νέα κοινωνία.
Εντούτοις η χρονική προτεραιότητα της εμφάνισης του νέου προτύπου σχετικά με την εκδίπλωση της ισχύος του φορέα του, δεν σημαίνει πάντα ότι το πρότυπο προηγείται έναντι της ισχύος. Γιατί μέσα σε μια κοινωνία υπάρχουν πολλά πρότυπα, λίγα ή ένα μπορεί να είναι κυρίαρχα, πολλά όμως – ανεξάρτητα από τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά – είναι περιθωριακά (όπως για παράδειγμα ο αναρχισμός). Όπως σε ένα χωράφι υπάρχουν πολλοί σπόροι αλλά ελάχιστοι ή και ένας επικρατούν σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Έτσι σε διάφορες, ιστορικής σημασίας, στιγμές δημιουργείται στα μυαλά λίγων ή ενός ανθρώπου ένα νέο πρότυπο περί Ανθρώπου/Κοινωνίας…μια σπορά. Το γεγονός αυτό όμως δε σημαίνει απολύτως τίποτε για την κοινωνία, εάν δεν υπάρχει εκείνη τη δεδομένη στιγμή ή κάποια επόμενη και η κοινωνική ισχύς που θα το κάνει εμφανές, υπολογίσιμο, πειστικό και περαιτέρω ελκυστικό στα μάτια της υπόλοιπης κοινωνίας.
Όταν η δυναμική του μηχανισμού προτύπου-ισχύος εκδιπλωθεί και αργότερα, αφού το νέο πρότυπο αναγνωριστεί ως κυρίαρχο κοινωνικά, δεν μπορεί να επιβιώσει για πολύ ούτε αποκλειστικά χάρη στην «ανωτερότητα» ή την αίγλη των ιδεών του, αλλά ούτε και αποκλειστικά χάρη στην (πλέον) έννομη βία που ασκούν οι φορείς του (κυρίως μέσω του κράτους). Έτσι χρησιμοποιείται η με πειθώ εκλογίκευση, η διαφημιστική προώθηση, η χαοτική υπερ-πληροφόρηση (όπως γίνεται ειδικά σήμερα) και γενικότερα η δημιουργία ενός κατεστημένου (με την έννοια του οικονομικού και κοινωνικού ελέγχου) που δείχνει πως η πραγματικότητα – στην οποία κυριαρχεί το συγκεκριμένο πρότυπο – είναι λογική, φυσιολογική και πρέπει να συνεχιστεί να υπάρχει (ακόμη και εάν αυτό έχει αποτύχει παταγωδώς), έτσι ώστε να είναι δίκαιη και νόμιμη (ή καλύτερα νομιμοποιημένη) η βία που απορρέει από την ίδια την επικράτηση του προτύπου. Ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι κανείς δεν είναι διατεθειμένος να χάσει την εξουσία η οποία συνδυάζεται και απορρέει από την κυριαρχία ενός προτύπου. Έτσι οποιοδήποτε εναλλακτικό πρότυπο παρουσιάζεται ως ανέφικτο, επικίνδυνο ή ακόμη και γραφικό εφόσον η μόνη «πραγματική αλήθεια» είναι αυτή που φέρει και αντιπροσωπεύει το κυρίαρχο πρότυπο. Κάτι που φαίνεται ξεκάθαρα σήμερα με την επικράτηση του δόγματος της «μη εναλλακτικής» (ΤΙΝΑ) που δείχνει με την όξυνση των ανισοτήτων να βυθίζει στο ταξικό μίσος και στον συνεχώς αυξανόμενο φόβο ολόκληρη την Ευρώπη, καταπίνοντας τα όποια ενοποιητικά όνειρα και προσδοκίες.
Η παραπάνω σύντομη και γενική θεωρητική προσέγγιση αποσκοπεί στο να καταδείξει ότι η σταδιακή επίγνωση της ανάγκης για κοινωνικό μετασχηματισμό – η οποία σήμερα γίνεται όλο και περισσότερο επιτακτική – δεν είναι αρκετή, ούτε μπορεί να αφεθεί στην καλή προαίρεση των πολιτικών κομμάτων. Καθώς η αλλαγή του διαχειριστή της εξουσίας (που εκφράζεται από το εκάστοτε κυβερνητικό κόμμα) δεν συνεπάγεται και αλλαγή πολιτικής πόσο μάλλον μετασχηματισμό της κοινωνίας. Για παράδειγμα, ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός (σε συνδυασμό με τον υπερκαταναλωτισμό και την εμμονική αναζήτηση του κέρδους) και οι φορείς αυτού, θα πρέπει όχι μόνο να αμφισβητηθούν μαζικά και γενικευμένα, αλλά και να απορριφθούν σε τέτοιο σημείο ώστε αυτός να καταστεί έκπτωτος στο βλέμμα της κοινωνίας. Έτσι ενδεχομένως η ίδια η κοινωνία να αποφασίσει να απορρίψει όλα εκείνα τα στοιχεία που συνδέονται με την ζωή και τον βίο και την αφορούν άμεσα και συμβάλλουν καθοριστικά στην κυριαρχία του. Ασφαλώς, προκειμένου να υπάρξει αμφισβήτηση και απόρριψη του κυρίαρχου προτύπου, πρέπει να υπάρξουν κάποιοι οι οποίοι αμφισβητούν, σκέφτονται, δημιουργούν και φαντάζονται ένα νέο πρότυπο/αντίληψη περί ανθρώπου-κοινωνίας, το οποίο θα αντιπροταθεί απέναντι στο κυρίαρχο. Έτσι ώστε να προκύψει ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος που θα λειτουργήσει ως φορέας μιας σαφούς και πειστικής πολιτικής πρότασης μέσα σε ένα συγκεκριμένο χώρο και χρόνο.
Επομένως μεγάλα ερωτηματικά αποτελούν όχι μόνον το Ποιοι θα είναι αυτοί οι άνθρωποι αλλά και το Πώς, Πότε και Πού θα βασιστεί αυτή η μηχανική του μετασχηματισμού. Δηλαδή θα είναι μια αντιστροφή του υπάρχοντος ή μια μεθερμηνεία του με βάση τις νέες συνθήκες και ανάγκες;  Θα είναι μια συνειδητή και ριζική αλλαγή προς μια νέα κατεύθυνση ή θα είναι μια αποκατάσταση της ορθής ερμηνείας ενός προϋπάρχοντος προτύπου (πράγμα που συνεχίζει να συμβαίνει στην περίπτωση του σοσιαλισμού). Θα είναι μια αυτόνομη οντότητα με διάρκεια και υπόσταση ή μια λάμψη που σύντομα θα αφομοιωθεί από το κυρίαρχο;  Θα είναι μια νέα εκκίνηση ή απλά μια παράταση χρόνου;  Θα χρησιμοποιήσει τις παλαιές και δοκιμασμένες μεθόδους διασποράς και επιβολής ή θα δημιουργήσει νέους θεσμούς και μεθόδους; Εάν προκύψει, θα προκύψει με τρόπο κεντρικό (μέσα από τα αποτυχημένα κόμματα και τις γραφειοκρατίες) ή με τρόπο αποκεντρωμένο (μέσα από τη δημοκρατία των πολιτών και την αυτοδιαχείριση); Τελικά ποιος θα είναι ο φορέας αυτή της αλλαγής, ένας κοινοβουλευτισμός που θα σχετικοποιείται κάθε φορά για οικονομικούς σκοπούς ή θα είναι μια δημοκρατία που θα εδράζεται στη συνεχή αναζήτηση της πολιτικής νομιμοποίησης μέσω της συμμετοχής των πολιτών;
Σήμερα – ανεξάρτητα από την ακόμη ελάχιστη κοινωνική τους ισχύ, το μικρό μέγεθός τους και τα επιμέρους ποιοτικά τους στοιχεία – τα κινήματα και οι ομάδες πολιτών που εξελίσσονται έχοντας κατά νου την άμεση δημοκρατία, την τοπικοποίηση, την αποσυγκέντρωση, την προστασία του περιβάλλοντος και των κοινών αγαθών, την αυτοδιαχείριση και την αυτονομία, αποτελούν κατά πάσα πιθανότητα και τους βλαστικούς πυρήνες ενός αυριανού κοινωνικού μετασχηματισμού. Σε έναν κόσμο άλογης επιτάχυνσης και σπατάλης, συνιστούν έναν επιβραδυντικό παράγοντα που δεν αποτελεί μόνο φορέα αντίστασης και ανυπακοής, αλλά και ένα γενετήσιο υλικό. Φυσικά δεν παρουσιάζονται όλα τα κινήματα/ομάδες ως φορείς ενός πανανθρώπινου αξιακού και ηθικού περιεχομένου, αντιθέτως υπάρχουν διάφορα και δυστυχώς αναδύονται νέα, τα οποία βασίζονται στο μίσος και στον αυτοματισμό των πλέον ποταπών ανθρώπινων γνωρισμάτων, εμμένοντας σε μια επικίνδυνη και πιθανότατα άκαρπη αντίσταση και στον υπερτονισμό των διαφορών μεταξύ των ανθρώπων.
Θεωρώ ότι στα παραπάνω βασικά ερωτήματα, δεν έχουν ακόμη δοθεί συνολικά πειστικές και ελκυστικές απαντήσεις. Στη γενετήσια αναζήτηση αυτών των απαντήσεων νομίζω ότι θα μπορούσαμε να εστιάσουμε στα κοινά εκείνα στοιχεία που χαρακτηρίζονται από πανανθρώπινες και διαχρονικές αξίες.  Σε στοιχεία που βασίζονται σε μια ειλικρινή πίστη στο δίκαιο μιας υπόθεσης που αναζητά το μέτρο ανάμεσα στην ανάγκη και στο όραμα. Ανάμεσα στη ζωή και τον βίο. Ανάμεσα στην ιδιωτική και στη δημόσια σφαίρα (με στόχο τη μεταξύ τους συμφιλίωση). Ανάμεσα στο νεωτερικά εικονικό και στο διαχρονικά πραγματικό. Έτσι ώστε οι άνθρωποι οι οποίοι θα συμβάλλουν σε ένα άλλο αύριο – μιας νέας ηθικής – να είναι πολυάριθμοι, αποφασισμένοι, αποτελεσματικοί και συνεπώς στηριζόμενοι σε στέρεες ατομικές και κοινωνικές βάσεις, να βρουν τη λύση δημιουργώντας έναν καλύτερο κόσμο.
_________
 Αναδημοσίευση από το
ResPublica

@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@

Είναι η Παιδεία Φίλε!


Προσθέτουμε στο δημόσιο διάλογο, που ανοίξαμε με τον Γιώργο Κολέμπα, την εξαιρετική και 'εκ βαθέων' ανάλυση του ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αριστοτέλη Ράπτη, για την πολύπαθη Παιδεία με τη βεβαιότητα πως θα προβληματίσει πολλούς, ίσως όχι επαγγελματίες πολιτικούς στους οποίους και άμεσα απευθύνεται, αλλά Πολίτες που αγωνιούν και αγωνίζονται για το Παρόν και το Μέλλον αυτού του τόπου.

Προσωπικά έχω σοβαρή επιφύλαξη για το κατά πόσον υπάρχουν περιθώρια για μια άλλη απελευθερωτική, ανθρωποκεντρική παιδεία και εκπαίδευση στα πλαίσια του κερδοκεντρικού-εξουσιοκεντρικού-θεοκρατικού καπιταλισμού της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Καθώς και για το κατά πόσο υπάρχουν περιθώρια ορθολογικότερης διαχείρισης και εξανθρωπισμού του κεφαλαίου από την ‘δράση’ κατασκευασμένων από το ίδιο το σύστημα ηγετών και συστημικών ‘αριστερών’ πρωτοποριών, που με νεοφιλελεύθερες, σοσιαλδημοκρατικές ή τριτοτεταρτοδιεθνιστικές ιδεοληψίες συνεχίζουν να υποκαθιστούν και να κρατούν με τον ιδιότυπο μεσσιανισμό τους, αλλά, στην ανάγκη και με την καπιταλιστική κρατική βία, τις κοινωνίες στο περιθώριο των ιστορικών διεργασιών που τείνουν προς έναν καινούργιο καλύτερο κόσμο. 
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, αριστερά στον 21ο αιώνα δεν σημαίνει έφοδο προς την εξουσία του κεφαλαίου για την υποτιθέμενη από τα πάνω αλλαγή του συστήματος, αλλά διεργασίες βάσης για την από τα κάτω κατάργηση κάθε μορφής εξουσίας. Σημαίνει, δηλαδή, ένα σύγχρονο αντισυστημικό Κίνημα Ουμανιστικού Διαφωτισμού με σκοπό τη διάχυση της επιστημονικά έγκυρης και κοινωνικά χρήσιμης γνώσης σε όλα τα κύτταρα της κοινωνίας, ώστε αυτή η ίδια να καταστεί ικανή να σχεδιάσει και να υλοποιήσει μια σύγχρονη Πολιτιστική Επανάσταση που δεν θα έχει μόνο αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα, αλλά και ουμανιστικό περιεχόμενο κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης, αυτό της κοινωνικής ισότητας, της άμεσης δημοκρατίας και της αταξικής κοινωνίας στην προοπτική ενός οικουμενικού ουμανιστικού πολιτισμού. Καλή συζήτηση. Τα σχόλιά σας μπορείτε να τα δημοσιεύετε εδώ ή να τα απευθύνετε στον ίδιο τον συγγραφέα  aristotle.raptis@gmail.com

Κώστας Λάμπος





Ζητήματα Παιδείας. Ο παραμελημένος

        Κρίκος της Ελληνικής Εκπαίδευσης*

Α. ΡΑΠΤΗΣ & Α. ΡΑΠΤΗ

Εισαγωγή 

Ο  δημόσιος διάλογος για την Παιδεία έρχεται ξανά στο προσκήνιο, στο πλαίσιο μίας διαφορετικής πολιτικής συγκυρίας, που σηματοδοτείται από την άνοδο στην εξουσία μίας παράταξης αριστερής προέλευσης, εν μέσω μίας πρωτόγνωρης πολιτικής και οικονομικής κρίσης, αλλά και ορισμένων ιστορικής σημασίας εξελίξεων στο συσχετισμό των δυνάμεων στην Ε.Ε. και παγκοσμίως, σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις ως αποτέλεσμα των τοπικών πολέμων στην ευρύτερη περιοχή της χώρας μας, που ενδέχεται να έχουν δραματικές επιπτώσεις στο χαρακτήρα της πολιτιστικής μας εξέλιξης και της εθνικής μας κυριαρχίας.     
Είναι γεγονός ότι για την εκπαίδευση, όλοι μας - γονείς, ιδιώτες, μαθητές, ειδικοί επιστήμονες και πολιτικοί -  έχουμε τις δικές μας ερμηνείες, τις θεωρίες και όραμα, το οποίο βασίζεται στη βεβαιότητα που αντλούμε από τις προσωπικές μας γνώσεις και, κυρίως, τις εμπειρίες μας και τα προσωπικά μας συμφέροντα σχετικά με αυτήν. Όμως είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τις ιδεοληψίες πάνω στις οποίες η ίδια του η εμπειρία έχει χτιστεί και, ακόμη δυσκολότερο να δει το όλο θέμα κριτικά από τις διάφορες πλευρές του, λαμβάνοντας υπόψη την έρευνα, τις πολυπληθείς επιστήμες και τις διαφορετικές θεωρήσεις των ζητημάτων εκπαίδευσης και της αγωγής, χωρίς να είναι φανατικά προσκολλημένος σε κάποια από αυτές.
Από τον κανόνα αυτό δεν εξαιρούνται φυσικά και οι πολιτικοί μας εκπρόσωποι. Αντίθετα, υπάρχει ένας λόγος παραπάνω, που τούς κάνει να διακατέχονται από τις δικές τους, ιδιαίτερες ημιμάθειες και παρανοήσεις, τις εμμονές, τους μύθους και τις προκαταλήψεις τους.  Γι’ αυτό και ο χώρος της παιδείας έχει αποδειχθεί ναρκοπέδιο για την πολιτική καριέρα των περισσότερων πολιτικών που ανέλαβαν το σχετικό υπουργείο.
Γενικά, θα μπορούσε να πει κανείς ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, για τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα στη χώρα μας, η εκπαίδευση ανέκαθεν αποτελούσε πρωτίστως ένα πεδίο άσκησης κοινωνικού και πολιτικού ελέγχου και φρονηματισμού, μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων και πελατειακών επιδιώξεων, γι’ αυτό και η πορεία των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων καθρεφτίζει τις εξελίξεις της πολύπαθης ιστορίας και της στρεβλής κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης του νεο-ελληνικού κράτους. Αλλά και για την νεο-ελληνική κοινωνία, παρά το μύθο της «έμφυτης» αγάπης του λαού μας για τα γράμματα ως αποτέλεσμα της αρχαιοελληνικής συνέχειας και κληρονομιάς, η εκπαίδευση δεν φαίνεται να υπήρξε τόσο ένα σημαντικό πολιτιστικό αγαθό και μια πολύτιμη αναπτυξιακή διαδικασία, όσο ένα εργαλείο κοινωνικής ανόδου και μελλοντικής αποκατάστασης του καθενός. Ως επί το πλείστον, σημασία δεν είχε το ουσιαστικό μορφωτικό αποτέλεσμα, το ενδιαφέρον για μάθηση και προαγωγή της επιστήμης και του πολιτισμού, αλλά το κύρος που απορρέει από αυτήν και το τυπικό αποτέλεσμα: ο εκπαιδευτικός τίτλος, το «χαρτί», δηλαδή, που ήταν το διαβατήριο για την ανώτατη εκπαίδευση (και μέσω αυτής για την κοινωνική άνοδο), για την απόκτηση του οποίου η κάθε οικογένεια ήταν πάντα διατεθειμένη να υποστεί όλες τις θυσίες του κόσμου. Συγχρόνως, η τάση αυτή γινόταν αντικείμενο εκμετάλλευσης εκ μέρους των πολιτικών και μηχανισμός ισχυροποίησης του φαινομένου των πελατειακών σχέσεων. Έτσι, η ενέργεια ενός λαού επενδύθηκε στην επιφάνεια και όχι για στην ισχυροποίηση των θεμελίων του μορφωτικού υπόβαθρου και του πολιτισμού του!  

Ανάδειξη ενός παραμελημένου παράγοντα και προτάσεις

Παρόλο που το θέμα της Παιδείας και της Εκπαίδευσης είναι σύνθετο και τεράστιο, με την παρέμβασή μας αυτή θα θέλαμε να επισημάνουμε ένα ζήτημα πρωταρχικής σημασίας, που σχετίζεται με τον προσανατολισμό, την ποιότητα, το βάθος και το πλάτος των επιχειρούμενων στη χώρα μας εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, με την ελπίδα ότι κάποιος από τους πολιτικούς μας ιθύνοντες θα πεισθεί για το είδος και το μέγεθος των παραλείψεων της μέχρι τώρα ασκηθείσας εκπαιδευτικής πολιτικής στη χώρα μας και για τους κινδύνους των επιπόλαιων - συχνά αναχρονιστικών - αντιλήψεων και των άκριτων αποφάσεων και πρακτικών τους. Διότι, ενώ οι εξελίξεις τρέχουν, στη χώρα μας οι πολιτικές ηγεσίες έχουν καθηλωθεί σε νοοτροπίες και πρακτικές της περιόδου της μεταπολίτευσης. Επί πλέον, μη έχοντας τη δυνατότητα λόγω του μετεμφυλιακού πολιτικού κλίματος να εναλλάσσονται ομαλά και δημοκρατικά στην εξουσία, να δοκιμάσουν τις ιδέες τους στην πράξη και να τις αναθεωρούν φυσιολογικά, ακολουθούν τις διακυμάνσεις της ανώμαλης πολιτικής ιστορίας μας φέροντας μαζί τους στην εξουσία αντιδραστικές συμπεριφορές, πολιτικά απωθημένα και μικροπολιτικούς ρεβανσισμούς, που σήμερα πλέον θεωρούνται ξεπερασμένοι. Παράλληλα, η προσπάθεια στελέχωσης του κρατικού μηχανισμού από «ημετέρους», αφοσιωμένους κομματικούς οπαδούς και ο διορισμός ευκαιριακών επιτροπών ειδικών ή «σοφών» με κριτήρια προσωπικά - και μερικές φορές αυθαίρετα – μοιάζει σαν ένας φαύλος κύκλος χωρίς τελειωμό, ακόμη και στον τόσο ευαίσθητο χώρο της εκπαίδευσης, γεγονός που διαιωνίζει τα ήθη της αναξιοκρατίας και του έμμεσου πολιτικού εκφοβισμού των αντιφρονούντων.   
Παρόλα αυτά, αποτελεί πλέον κοινό τόπο η διαπίστωση ότι η μεταβιομηχανική εποχή μας αλλάζει. Η κοινωνία μας εισέρχεται στο στάδιο της τεχνολογικής επανάστασης, της γιγάντωσης της γνώσης, της πληροφορίας, των επικοινωνιών, των φαινομένων της παγκοσμιοποίησης και της επαπειλούμενης οικολογικής καταστροφής, ενώ νέες προκλήσεις παρουσιάζονται για τις χώρες και τους συνασπισμούς κρατών, όπως είναι η ΕΕ. Πολλά από τα καλούμενα ανεπτυγμένα κράτη αντιλήφθηκαν ότι ο μελλοντικός άνθρωπος θα πρέπει να έχει ανεπτυγμένη κριτική και δημιουργική σκέψη, να είναι ευέλικτος και δυναμικά προσαρμοστικός στις νέες καταστάσεις, ικανός για αυτόνομη και συλλογική εργασία, για αυτο-οργάνωση και αυτορρυθμιζόμενη μάθηση και αυτο-πληροφόρηση, για λήψη κρίσιμων αποφάσεων υπό καθεστώς πίεσης, να διαθέτει τεχνολογικό και πολύπλευρο εγγραμματισμό και, γενικότερα, ικανότητα να επικοινωνεί, να διαλέγεται, να μαθαίνει, να ξεμαθαίνει και να ξαναμαθαίνει.
Τις ικανότητες αυτές τόνιζαν και τονίζουν όλες οι προοδευτικές παιδαγωγικές θεωρίες από τα μέσα του περασμένου αιώνα, σήμερα όμως είναι και οι συνθήκες της οικονομίας που τις επιζητούν από την πλειονότητα των εργαζομένων, ανεξάρτητα από το αν αυτοί έχουν εξασφαλίσει μία θέση εργασίας ή όχι, εξ αιτίας των αυξημένων απαιτήσεων σε ικανότητες και των αλλαγών στο εργασιακό περιβάλλον (που δεν είναι της παρούσης να αναφερθούν αναλυτικά).
Για τους παραπάνω λόγους, το βάρος της ευθύνης για τον απαιτούμενο μετασχηματισμό της οικονομίας και του πολιτισμού έχει πέσει, για ακόμη άλλη μία φορά, στο θεσμό της εκπαίδευσης, που σήμερα εκ των πραγμάτων έχει ήδη υποστεί πολλές αλλαγές, ενώ στα σύγχρονα κράτη πιέζεται για ακόμη περισσότερες. Οι παραδοσιακές τάξεις και διδασκαλίες όμως δεν είναι σε θέση να συμβάλουν σε αυτό, αλλά αποτελούν πραγματική τροχοπέδη. Για τον λόγο αυτό, αναλυτικά προγράμματα και περιεχόμενο γνωστικών αντικειμένων συνεχώς αναμορφώνονται, εκπαιδευτικές πολιτικές και σχολικές πρακτικές αναθεωρούνται και σταδιακά - αλλά σταθερά και οργανωμένα - προσανατολίζονται στην εναρμόνισή τους με τις σύγχρονες αντιλήψεις για τη μάθηση, τη διδασκαλία και για την ολόπλευρη ανάπτυξη διδασκομένων και διδασκόντων, μέσα από μία δυναμική και μία μεταξύ τους αμοιβαία αλληλεπιδραστική σχέση.
Τώρα πλέον γνωρίζουμε ότι η ουσιαστική και βαθύτερη μάθηση (αυτή που χρειάζεται ώστε να μπορούν τα άτομα να επιβιώσουν δυναμικά σε πολύπλοκα και ανοιχτά εργασιακά και πολιτιστικά περιβάλλοντα, να γίνουν εισηγητές καινοτομιών και πραγματικοί λύτες προβλημάτων και όχι απλά εκτελεστές συνταγών επίλυσής τους) δεν μεταβιβάζεται έτοιμη από τα εγχειρίδια στους εκπαιδευτικούς και από τους εκπαιδευτικούς στους μαθητές, ούτε εξασφαλίζεται με την αναβάθμιση των εκπαιδευτικών εγχειριδίων ή με τον απλό εφοδιασμό των σχολείων με εργαλεία της σύγχρονης τεχνολογίας.  Άλλου είδους πράγματα χρειάζεται να συντελούνται μέσα στην τάξη, για τα οποία πολύτιμος καταλύτης είναι ο εκπαιδευτικός ως δάσκαλος. Ένας δάσκαλος, ο οποίος δεν είναι πλέον δυνατόν να παραμένει στο περιθώριο της παραγωγής της γνώσης λειτουργώντας στο παραδοσιακό – εν πολλοίς και ταξικό - μοντέλο του διαχωρισμού μεταξύ σκεπτόμενων σχεδιαστών ή καθοδηγητών και εκτελεστών εκπαιδευτικών προγραμμάτων, όπως γινόταν στο παρελθόν. Ο σημερινός εκπαιδευτικός με τους πολλαπλούς του ρόλους, χρειάζεται να διαθέτει τη γνώση, την εμπειρία και ικανότητα να γίνεται ο ίδιος σχεδιαστής περιβαλλόντων μάθησης, εκπαιδευτικών προγραμμάτων και μαθησιακού υλικού, δημιουργικός διευκολυντής της μαθησιακής διαδικασίας, εμψυχωτής και συντονιστής στην υπηρεσία της μάθησης, παιδαγωγός, κριτικός ερευνητής, εισηγητής καινοτομιών και δια βίου μαθητευόμενος. Η  φύση της εργασίας του έχει γίνει εξαιρετικά απαιτητική, σε βαθμό που και οι γονείς δεν μπορούν να την κατανοήσουν, ώστε να ελέγχουν ή να συμβάλλουν στην όλη διαδικασία, ενώ οι ανάγκες του σε γνώσεις και πρακτικές εμπειρίες είναι δυσανάλογα αυξημένες, σε σχέση με τα εκπαιδευτικά και επαγγελματικά εφόδια που τού παρέχει η πολιτεία σε όλες τις χώρες, πόσο μάλλον και στη δική μας!  Η ιδέα, επομένως, της βελτίωσης του εκπαιδευτικού μέσω της αυστηρής αξιολόγησής του και μόνον, χωρίς παράλληλη ένταξή τους σε οργανωμένες εκπαιδευτικές δραστηριότητες πειραματικού χαρακτήρα, την οποία πολλοί υποστηρίζουν στον τόπο μας, αποδεικνύεται λειψή και αναποτελεσματική. 

Ένα παράδειγμα-πρότυπο 

Η μετάβαση εν τούτοις σε ένα τύπο εκπαίδευσης, που θα παράγει μαθητές, εκπαιδευτικούς και πολίτες με τις προαναφερθείσες δεξιότητες του 21ου αιώνα, δεν είναι μια τόσο εύκολη υπόθεση. Εξαρτάται και από την παράδοση που υπάρχει στον τομέα αυτό σε κάθε χώρα, από την προτεραιότητα που δίνεται στην εκπαίδευση, από την ωριμότητα των πολιτικών αποφάσεων και τον τρόπο εφαρμογής τους.
Η Φινλανδία, για παράδειγμα, πριν από πολλά χρόνια βρισκόταν στα δικά μας χάλια, όμως σήμερα έχει το καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα στον κόσμο. Τα πολιτικά κόμματα συνειδητοποίησαν ότι δεν τα συμφέρει να μην έχουν καλή Παιδεία. Συμφώνησαν να δημιουργηθεί ένας θεσμός εθνικής εμβέλειας, ο οποίος θα μελετούσε το πρόβλημα με τη δέσμευση ότι οποιοδήποτε κόμμα και αν ερχόταν στην εξουσία θα ήταν υποχρεωμένο να σεβαστεί τις αποφάσεις της επιτροπής. Τις επιτροπές όμως για την εκπαιδευτική αναμόρφωση συγκροτούσαν άτομα καταξιωμένα και έμπειρα στο χώρο της εκπαίδευσης λόγω της σφαιρικής θεωρητικής τους γνώσης και της πρακτικής τους εμπειρίας στο χώρο της εκπαιδευτικής έρευνας και των εφαρμογών και όχι «σοφοί» και αυθεντίες που, αποκομμένοι από την εκπαιδευτική πραγματικότητα, δεν έχουν βγει από τα γραφεία τους και δεν μπορούν να συνεργαστούν με άλλους, αλλά θέλουν να είναι όλοι αυθεντίες, πρόεδροι και αρχηγοί.    
Δυο δεκαετίες χρειάστηκαν για να φτάσει στη χώρα αυτή η εκπαίδευση σε σημείο, που όλα τα κράτη να τη θαυμάζουν. Οι μαθητές τους βγαίνουν πρώτοι στους διεθνείς διαγωνισμούς και βιώνουν ικανοποιητική σχολική ζωή, με πολύ ελεύθερο χρόνο, εργάζονται πολύ λιγότερο από τους Έλληνες μαθητές και η αξιολόγησή τους είναι ενσωματωμένη στη μαθησιακή διαδικασία, χωρίς να αποτελεί το μείζον πρόβλημα για την εκπαίδευση. Μέσα από τις μικρές μαθητικές ομάδες εργασίας, μελέτης και κατασκευής της γνώσης, δίνονται ευκαιρίες στους εκπαιδευτικούς να γνωρίσουν καλύτερα και από πιο κοντά τους μαθητές τους, καθώς ξεδιπλώνονται οι δημιουργικές και προσωπικές τους δεξιότητες, χωρίς την καταδίκη τους στην παπαγαλία και στην ομοιομορφία της αναμενόμενης συμπεριφοράς τους. Έτσι και οι εκπαιδευτικοί αναβαθμίζουν συνεχώς την εμπειρία τους μέσα από την επανεκπαίδευση και την οργανωμένη διάχυση των εμπειριών τους, την δοκιμή καινοτομιών, τον επιστημονικό πειραματισμό, την αυτοαξιολόγηση και τη συστηματική αξιολόγηση της εξέλιξής τους και όχι με διαγωνισμούς τύπου ΑΣΕΠ, ή με επιπόλαιες επιθεωρήσεις, αλλά μέσα από τις πρακτικές και τις δράσεις τους στο πεδίο της εργασίας τους, που είναι διαφανείς σε όλους και υπόκεινται σε μελέτη για τη συνεχή τους βελτίωση. Με αυτό τον τρόπο οι εκπαιδευτικοί ενδυναμώθηκαν και ως δάσκαλοι σε βαθμό που κατάφεραν να απολαμβάνουν σημαντικό κύρος, αυτονομία και σεβασμό από το κράτος και την κοινωνία και έτσι να συμβάλουν στο να κερδηθεί με ασφάλεια το στοίχημα του συστήματος της αποκέντρωσης στην εκπαίδευση.  
Μια τέτοια αποκέντρωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, χωρίς τους παραπάνω όρους, θα κατέληγε σε ένα αλαλούμ και σε ένα ξεχαρβάλωμα στην Παιδεία, αν εφαρμοζόταν στη χώρα μας. Και αυτό γιατί, μεταξύ άλλων, ο Έλληνας εκπαιδευτικός, ιδιαίτερα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που είναι ανειδίκευτος παιδαγωγικά, στην πραγματικότητα εξακολουθεί να προσεγγίζεται από την πολιτεία ως ένα κρατικό εκτελεστικό όργανο της βιομηχανικής εποχής, που παίζει τον ρόλο του μεταβιβαστή εξειδικευμένης και αποσπασματικής γνώσης, παρόλο που από αυτόν αναμένεται το αντίθετο. Για πολλές δεκαετίες έχει παραμείνει στο περιθώριο, περιορισμένος στο να ασκεί ένα ρόλο υπαλληλικό, χωρίς ουσιαστικά εφόδια διδακτικής, αφημένος στην τύχη του, χωρίς τη δυνατότητα να αναπτύσσει επιστημονικά τεκμηριωμένες πρωτοβουλίες και να συμβάλλει περαιτέρω στην παραγωγή της διδακτικής γνώσης και εμπειρίας σε συνεργασία με άλλους φορείς, αλλά και με τους μαθητές του, μέσα από προωθημένες διαδικασίες, επίπεδα μάθησης και δράσης.

Δεν είναι όλα στραβά

Θα ήταν άδικο βέβαια να μην αναγνωριστεί ότι οι Έλληνες εκπαιδευτικοί δεν είναι λιγότερο ανήσυχοι και δημιουργικοί από εκείνους των άλλων δυτικών χωρών, ότι στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο έχουν γίνει κατά καιρούς σημαντικές προσπάθειες αναμόρφωσης του εκπαιδευτικού συστήματος και ότι πολλές ομάδες εργασίας έχουν παραγάγει αξιόλογο επιστημονικό έργο.

Χαρακτηριστική παθογένεια

Όμως το σύστημα, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς, πάσχει στο επίπεδο της υλοποίησης, της εξέλιξης, της συνέχειας των προσπαθειών και της συνοχής στην εκπαιδευτική πολιτική. Πολλές από τις εξαγγελίες επίσης, είτε παραμένουν στα χαρτιά και δεν γενικεύονται, είτε παρεμποδίζονται από επί μέρους γραφειοκρατικές τακτικές, οι οποίες αντιφάσκουν με το πνεύμα των επιχειρούμενων μεταρρυθμίσεων και κρατούν το εκπαιδευτικό σύστημα σε παραδοσιακά επίπεδα. 
Αρκεί μόνο να ρίξει κανείς μια ματιά σε όλες τις μεταρρυθμίσεις που επιχειρήθηκαν μέχρι τώρα για την Παιδεία, για να αντιληφθεί ένα από τα αίτια της παθογένειας στο χώρο αυτό: καμιά μεταπολεμική κυβέρνηση (εκτός από τη μεταρρύθμιση του Παπανούτσου που άνοιξε την είσοδο για χιλιάδες παιδιά της αγροτιάς στα πανεπιστήμια) δεν αντιμετώπισε την παιδεία ως ένα συνολικό πολιτικό πρόβλημα ιστορικής σημασίας. Στη μεταχουντική περίοδο, όλοι ανεξαιρέτως οι υπουργοί Παιδείας ενήργησαν ως επιχειρηματίες αναχρονιστικών οικογενειακών επιχειρήσεων: κάθε υπουργός εγκαθιστούσε τη δική του οικογενειακή επιχείρηση και αυτοσχεδίαζε. Ερχόταν ο επόμενος και, ανεξάρτητα από το αν ήταν της ίδιας κυβέρνησης ή όχι, αναιρούσε τα προηγούμενα και σχεδίαζε τη δική του «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» αυτοσχεδιάζοντας με τους δικούς του ανθρώπους αντικαθιστώντας μάλιστα όλους τους προϊσταμένους των ιδρυμάτων, όπως στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, στο Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας, στις εκπαιδευτικές διευθύνσεις των Νομαρχιών και πάει λέγοντας.
Οι «μεταρρυθμίσεις» που έκαναν όλοι αυτοί οι υπουργοί, άλλοτε στο επίπεδο των εξαγγελιών και άλλοτε στο επίπεδο της εφαρμογής τους, περιορίζονταν σε επιφανειακές λύσεις, αφού ως επί το πλείστον στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους ήταν το συνεχές αναβάπτισμα της ονομασίας των εκπαιδευτικών βαθμίδων, τα συστήματα αξιολόγησης των μαθητών και των εκπαιδευτικών (εντοπίζοντας σε αυτά τα αίτια και τα μέσα θεραπείας των εκπαιδευτικών και οικονομικών κρίσεων), η εκπόνηση αναλυτικών προγραμμάτων, η εφαρμογή των οποίων ποτέ δεν μελετήθηκε ούτε και έγινε πραγματικά κατανοητή από τους εκπαιδευτικούς, το γράψιμο και ξαναγράψιμο των σχολικών εγχειριδίων, που συνοδεύονταν από μερικές οδηγίες για τον εκπαιδευτικό και, πρόσφατα, ο εξοπλισμός των σχολείων με υπολογιστές και με εκπαιδευτικό υλικό, που οι εκπαιδευτικοί δεν αξιοποιούν κατάλληλα, γιατί το σύστημα δεν τούς το έχει διδάξει επαρκώς.   
Η γνώση όμως που χρειάζονται σήμερα οι εκπαιδευτικοί - όπως εξ άλλου και κάθε άλλος μαθητευόμενος - δεν μαθαίνεται με οδηγίες, με παρακολούθηση διαλέξεων με διάβασμα κάποιων βιβλίων, με εκπόνηση εργασιών και με εξετάσεις. Αναπτύσσεται κυρίως με συνεχιζόμενη εκπαίδευση, κατάρτιση και ενδοσχολική επιμόρφωση πάνω στην πράξη, με την παροχή διδακτικών προτύπων από τους κατέχοντες ακαδημαϊκές και συμβουλευτικές θέσεις και με τη βίωση εμπειριών και ευνοϊκών για τη μάθησή τους όρων, ανάλογων με εκείνους που θα επιθυμούσαμε να δημιουργήσουν και οι ίδιοι για τους μαθητές τους.
 Αυτό επιτυγχάνεται καλύτερα μέσα από την εμπλοκή τους στο σχεδιασμό και την εφαρμογή εκπαιδευτικών προγραμμάτων, στα οποία δέχονται υποστήριξη - συνεργαζόμενοι με έμπειρους ακαδημαϊκούς και συμβουλευτικούς φορείς - και τα αποτελέσματά τους μελετώνται και αξιολογούνται επιστημονικά. Οι οδηγίες και τα αποσπασματικά σεμινάρια δεν αρκούν. Χρειάζονται δράσεις, εμπειρίες, ενδοσχολικές και εξωσχολικές συνεργασίες, συστήματα εκπαίδευσης που λειτουργούν συνεργατικά και δικτυακά και όχι πυροσβεστικά και αποσπασματικά, χωρίς συνέχεια.
Το ζήτημα λοιπόν στις μέρες μας δεν είναι πλέον αν οι μαθητές και οι δάσκαλοι έχουν βιβλία, εποπτικά μέσα και εργαστήρια υπολογιστών, αλλά τι κάνουν με αυτά.  Διότι ανάμεσα στο περιεχόμενο της ύλης, στα τεχνολογικά εργαλεία και στη μάθηση, χρειάζεται να μεσολαβήσει ο εκπαιδευτικός, ώστε να μετατρέψει την επίσημη γνώση (που βρίσκεται ακόμη σε επίπεδο αφηρημένης πληροφορίας με δυσνόητα επικοινωνιακά σήματα) σε παιδαγωγική δραστηριότητα και σε μετασχηματιστική για το νου και την ψυχή των μαθητών εμπειρία, που θα προωθήσει τη μάθησή τους σε ανώτερα επίπεδα, πέραν εκείνου της απομνημόνευσης ή της αναπαραγωγής έτοιμων συνταγών επίλυσης προβλημάτων. Μεσολαβούν, δηλαδή, ζητήματα που άπτονται πολλών επιστημών της εκπαίδευσης και της διδακτικής και της μετατροπής της εκπαιδευτικής τεχνολογίας σε γνωστικό εργαλείο. Σε τελευταία ανάλυση, ζητήματα εφαρμοσμένης παιδαγωγικής γνώσης και εμπειρίας των ίδιων των εκπαιδευτικών

Παράπλευρα θετικά αποτελέσματα

Έτσι και το ζήτημα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και των εκπαιδευομένων θα σταματήσει να διχάζει τον εκπαιδευτικό κόσμο, καθώς αυτή θα έχει άλλο χαρακτήρα και θα αναγνωρίζεται από όλους ως οργανικό στοιχείο και κριτήριο επιτυχίας της ίδιας τους της δράσης. Ο θόρυβος επίσης που έχει ξεσπάσει στα ΜΜΕ και οι διαμάχες γύρω από ένα βιβλίο Ιστορίας, η πρόσφατη δήλωση της πρόθεσης της Υφυπουργού Παιδείας για κατάργηση του μαθήματος των Θρησκευτικών και ενός άλλου κυβερνητικού παράγοντα για την ανάγκη προσθήκης ενός μαθήματος για την φορολογική συνείδηση, η ιδέα της δημιουργίας τράπεζας θεμάτων για τους μαθητές του Λυκείου ως μέσου αναβάθμισης της γνώσης τους, θα ηχούσαν αστείες σε ένα καθεστώς προηγμένου εκπαιδευτικού συστήματος. Σε ένα τέτοιο εκπαιδευτικό πλαίσιο, το περιεχόμενο ενός βιβλίου δεν θα συγχεόταν με τη διαδικασία ανάπτυξης της κριτικής ιστορικής σκέψης των μαθητών μέσα από καλοσχεδιασμένες δραστηριότητες του εκπαιδευτικού (στις οποίες ένα βιβλίο θα αποτελούσε αντικείμενο κριτικής ανάλυσης των μαθητών, αλλά και μία μόνον από τις διαθέσιμες πηγές πληροφοριών). Ούτε θα ταυτιζόταν η ποσότητα της ύλης με την ποιότητα της μαθησιακής διαδικασίας και της διδασκαλίας που βοηθά τους μαθητές να επεξεργαστούν τα δεδομένα και να τα υπερβούν οικοδομώντας τη δική τους σύνθετη γνώση μέσα από συζητήσεις, αντιπαραθέσεις και συνθέσεις απόψεων. Επίσης, η εισαγωγή ορισμένων καινοτόμων διδακτικών μεθόδων και της ψηφιακής τεχνολογίας στην εκπαίδευση δεν θα θεωρούνταν ταυτόσημη με την εκπαιδευτική αναβάθμιση, χωρίς την ενεργό διαμεσολάβηση του έμπειρου εκπαιδευτικού, ωσάν να ήταν οι τεχνικές και οι τεχνολογίες ικανές από μόνες τους να φέρουν την επιθυμητή εκπαιδευτική αλλαγή.
Δυστυχώς όμως, από ό,τι δείχνει ο δημόσιος λόγος των πολιτικών της εκπαίδευσης, όλα αυτά πιστεύεται ότι πραγματώνονται με υπουργικά φιρμάνια, με διοικητικά μέτρα κατά τρόπο αυτονόητο, παρακάμπτοντας ή αγνοώντας την ανάγκη μετασχηματισμού της επαγγελματικής προσωπικότητας του εκπαιδευτικού.  
Ένα ενδεικτικό παράδειγμα της παρανόησης που επικρατεί στις εκάστοτε εκπαιδευτικές πολιτικές, είναι και αυτό της εισαγωγής των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών (ΤΠΕ) σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης. Πράγματι, όπως έχει ήδη φανεί από τη διεθνή εμπειρία, οι δυνατότητες της σύγχρονης ψηφιακής τεχνολογίας (ΤΠΕ) μπορούν να αξιοποιηθούν για μια ριζική αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο σχολείο (κατ’ επέκταση και της κοινωνίας) κάτω όμως από ορισμένες προϋποθέσεις, που όταν απουσιάζουν, είναι δυνατόν να οδηγήσουν ακόμη και στην ενίσχυση, αντί της υπέρβασης, ορισμένων ανεπιθύμητων χαρακτηριστικών και εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων. Διότι εκείνο που θα τους προσδώσει αξία, είναι η παιδαγωγική μάλλον χρήση των δυνατοτήτων του υπολογιστή, των δικτύων και των τηλεπικοινωνιών και όχι τόσο η τεχνολογική διάστασή τους καθ’ εαυτή.  Απαραίτητος λοιπόν όρος για κάθε αλλαγή και μεταρρύθμιση προς αυτή την κατεύθυνση είναι, σε τελευταία ανάλυση, ο εκπαιδευτικός με παιδαγωγική γνώση και εμπειρία, που μαθαίνει και αξιοποιεί κατάλληλα τις δυνατότητες της νέας τεχνολογίας. Όπως εξάλλου έχει αποδειχθεί διεθνώς, οι απελευθερωτικές δυνατότητες που υπόσχονται οι Τεχνολογίες της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών (ΤΠΕ) δεν είναι αυτονόητες και δεν πραγματώνονται μηχανικά και απρόσκοπτα, αλλά προϋποθέτουν ορισμένες αλλαγές νοοτροπιών και πρακτικών από τους εκπαιδευτικούς και από το σύνολο των φορέων που εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Μεταρρύθμιση «από τα κάτω»

Βλέπουμε λοιπόν ότι η σημασία του ανθρώπινου κεφαλαίου στην εκπαίδευση, δηλαδή των εκπαιδευτικών, για την προώθηση κάθε είδους μεταρρύθμισης και για τη μετατροπή της αμήχανης τάξης και της ά-λογης τεχνολογίας σε αξιόλογο εκπαιδευτικό αποτέλεσμα, έχει παρεξηγηθεί και παραμεληθεί μέχρι τώρα στη χώρα μας. Ο εκπαιδευτικός σε όλες τις μεταρρυθμίσεις δεν φάνηκε να έχει καμία προτεραιότητα. Οι γραπτές οδηγίες, μερικά σύντομα σεμινάρια, θεωρητικού ως επί το πλείστον χαρακτήρα, ενδεχομένως και ο φόβος της δικής του αξιολόγησης, θεωρούνταν αρκετά μέτρα για την επιδίωξη της περιβόητης αλλαγής του ρόλου του στο σύγχρονο σχολείο. Για τους λόγους όμως που αναφέρθηκαν παραπάνω, υπάρχει ανάγκη να καθιερωθεί ένα οργανωμένο σύστημα επιμόρφωσης και πολύπλευρης επαγγελματικής υποστήριξης των εκπαιδευτικών, που να συνδυάζει τη θεωρία με την πράξη με επίκεντρο το σχολείο, με προγράμματα που αποβλέπουν στην παραγωγή χρήσιμου συλλογικού έργου, στη συστηματική εισαγωγή καινοτομιών και στη μελέτη των αποτελεσμάτων τους, και γενικά, στη συνεχιζόμενη εκπαίδευση και τη συμβουλευτική στήριξη των εκπαιδευτικών λειτουργών ως συμμέτοχων και πρωταγωνιστών στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και αλλαγή.

Αποκομματικοποίηση της εκπαίδευσης

Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα θα πρέπει να προβληματιστούν πολύ σοβαρά, γιατί η κρίση στην Ελλάδα δεν θα ξεπεραστεί με κάποιους βελτιωμένους οικονομικούς δείκτες, αν η εκπαίδευσή μας δεν ανταποκριθεί κατάλληλα στις απαιτήσεις των καιρών. Θα πρέπει επίσης:
  • να σταματήσουν να μεταχειρίζονται τα σχολεία και τα πανεπιστήμια ως φυτώριο πολιτικής στρατολόγησης των νέων συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στην αποσύνθεση των πανεπιστημίων και στην εγκαθίδρυση μίας τριτοκοσμικής πολιτικής κουλτούρας ανάμεσα στους νεαρούς μαθητές στα σχολεία.
  • να πάψουν να βλέπουν την εκπαίδευση σαν ένα πεδίο άσκησης των φαντασιώσεων και των μικροκομματικών εμμονών τους, που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο της δικής τους - παραδοσιακής ως επί το πλείστον - πολιτικής εμπειρίας και εκπαίδευσης.
  • να εμπιστεύονται ανθρώπους φωτισμένους μέσα από τη θεωρία και την πρακτική εμπειρία και όχι μόνο με βάση τους τίτλους της ακαδημαϊκής τους δραστηριότητας, που μπορεί να στερείται εμπειρίας από εφαρμογές στην εκπαιδευτική πραγματικότητα και από συνεργασίες με φορείς της εκπαίδευσης και με μαχόμενους εκπαιδευτικούς.
Ένα από τα παραδείγματα των αποτελεσμάτων και παρενεργειών του ιδιότυπου και επιφανειακού  αριστερισμού που διακατείχε το ΠΑΣΟΚ στην αρχή της εμφάνισής του στην πολιτική σκηνή, το οποίο δυστυχώς υιοθέτησε και η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, είναι το νέο έθος ελευθεριότητας που εισήγαγε στο χώρο της Εκπαίδευσης, σε μια προσπάθεια απάντησης στην προηγούμενη μετεμφυλιακή καταπίεση, στην κατάχρηση εξουσίας και στην εκμετάλλευση των μηχανισμών αξιολόγησης για την ενίσχυση του κοινωνικού ελέγχου, των κοινωνικών ανισοτήτων και ελέγχου των κοινωνικών φρονημάτων. Παρά τις τότε αγαθές προθέσεις τους  - και παράλληλα με ορισμένες θετικές τομές στη λιμνάζουσα παιδεία - οι κυβερνήσεις αυτής της παράταξης κατέληξαν στην κατάργηση θεσμών αξιολόγησης και κριτηρίων αξιοκρατίας στην εκπαιδευτική διοίκηση, καθώς και σε μία επιφανειακή εισαγωγή της πολιτικοποίησης στο χώρο του σχολείου και του πανεπιστημίου, ο οποίος στη συνέχεια μετετράπη σε πεδίο κομματικοποίησης, στρατολόγησης οπαδών και εγκαθίδρυσης ενός κυνικού και άκριτου συνδικαλισμού.
Τα αριστερίζοντα κόμματα και το κόμμα της τωρινής Κυβέρνησης έχουν ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την κατάντια των Πανεπιστημίων και των σχολείων με το να θεωρούν ότι οι αγώνες για μια καλή Παιδεία θα επιτυγχάνονταν μέσα από τη βία και τα έκτροπα των καταλήψεων, καθώς και την άκριτη υπεράσπιση του πανεπιστημιακού ασύλου της ανομίας και της ασυδοσίας και όχι του ασύλου της ελευθερίας της σκέψης. Δεν αποδίδουμε ευθύνες στη νεολαία. Γνωρίζουμε ότι τα νεαρά άτομα συνήθως επιδιώκουν την εκτόνωση της οργής τους για την πολύχρονη αδρανοποίηση της σκέψης τους και την περιθωριοποίησή τους στο εκπαιδευτικό περιβάλλον, για τις ατέλειωτες ώρες ανούσιας δουλειάς στο σχολείο και στο φροντιστήριο (που τούς κλέβουν τη ζωή και τη χαρά των διαφορετικών ηλικιακών τους σταδίων), για τις ελλείψεις υποδομών και διδασκόντων στα σχολεία και για την απο-προσωποποιημένη σχολική τους κουλτούρα. Ξέρουν ότι κάτι δεν πάει καλά και οφείλουν να αντιδράσουν, όμως στις αντιδράσεις τους μιμούνται τα πρότυπα που εμείς, οι προηγούμενες γενιές, τούς έχουμε δώσει. Τα πρότυπα δηλαδή του πολιτικού καφενείου και της «επαναστατικής γυμναστικής», που δεν χρειάζεται να πάει κανείς μακριά, για να τα δει: τα βλέπουμε καθημερινά στους «διαλόγους» μεταξύ κωφευόντων και φανατισμένων πολιτικών, στα πάνελς «συζητήσεων» των ΜΜΕ, στο σχολείο, στην οικογένεια και στο βαρετό αναμάσημα του ιδεολογικού τροπαρίου που οι πολιτικοί μας εκπρόσωποι το έχουν μάθει καλά και το επαναλαμβάνουν με  απίστευτα βαρετό και προβλέψιμο τρόπο, οδηγώντας το δημόσιο λόγο από το κακό στο χειρότερο.    

Θλιβερή κατάληξη αγαθών προθέσεων

Και όλα αυτά ξεκίνησαν με αγαθές και επαναστατικές προθέσεις. Εν τούτοις, οι εκκολαπτόμενοι νέοι πολίτες στο πανεπιστήμιο, με ευθύνη και των κομμάτων της αριστεράς, αντί να γίνονται πρωτοπόροι ιδεών, ο ανθός της στοχαζόμενης νεολαίας, κατέληξαν να εμπλέκονται σε πρακτικές πατρωνίας των συναδέλφων τους φοιτητών, σε διαδικασίες συναλλαγής με τους καθηγητές, ακόμη και αυτοχειρίας, με τη δύναμη που τους εξασφάλιζαν οι «πολιτικές πλάτες» που διέθεταν. Αυτό, σε συνδυασμό με την αποτυχία ουσιαστικής μεταρρύθμισης στον τομέα της οργάνωσης και της ποιότητας της εκπαιδευτικής διαδικασίας μέσω της επαγγελματικής ενδυνάμωσης και της παιδαγωγικής κατάρτισης και εμπειρίας των εκπαιδευτικών, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία γενεών ηγεσίας στην κοινωνία μας, που δεν ασκήθηκαν στην κριτική σκέψη, που δεν αυτονομήθηκαν με διάβασμα για την ικανοποίηση εγγενών ενδιαφερόντων και νεανικών, φιλοσοφικών ανησυχιών και που στέρεψαν από δημιουργικότητα και φαντασία, μια που στην εκπαίδευση αυτά δεν είχαν πέραση μέχρι και σήμερα. Γενιές ηγεσίας, που περιόρισαν τους αγώνες τους σε κραυγές και συνθήματα, σε πανό και σε αφισορρύπανση, σε πολιτικές συζητήσεις ποδοσφαιρικού χαρακτήρα, όπου δεν χωρά τίποτε άλλο πέρα από το ναι ή το όχι, το παπαγάλισμα της «διδακτέας ύλης» και της κομματικής γραμμής, τη στιγμή που τα εκπαιδευτικά ιδρύματα γειτονικών χωρών γίνονται πρότυπα οργάνωσης και αξιοπρεπούς λειτουργίας.  
Στους νέους αυτούς δεν παρασχέθηκε ένα κατάλληλο πολιτιστικό πλαίσιο στην εκπαίδευση, ώστε να μάθουν να αναπτύσσουν πολιτικές πρωτοβουλίες, να αναλαμβάνουν και να αξιολογούν οργανωμένες δράσεις με θετικό πρόσημο, να συνεργάζονται με άλλους για ένα κοινό σκοπό, να συνδιαλέγονται και να συναινούν, να αναθεωρούν και να εξελίσσονται μέσα από την εμπειρία. Έχουν δηλαδή στερηθεί την ουσία της μορφωτικής και της πολιτικής εμπειρίας. Από ποια δεξαμενή νεολαίων, λοιπόν, αναμένεται να προκύψουν οι νέοι  εκπρόσωποι του λαού, είτε δεξιοί είναι αυτοί, είτε αριστεροί; Το «παλιό» έχει ήδη παρεισφρήσει παντού! 
Η κατάσταση  αυτή επικρατεί σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης η οποία, σε πείσμα των εξελίξεων της μεταβιομηχανικής εποχής, στην πράξη παραμένει σε μεγάλο βαθμό δύσκαμπτη, συγκεντρωτική, αποσπασματική, βιβλιοκεντρική, ανταγωνιστική, απο-προσωποποιημένη, εξεταστικοκεντρική.
Το θλιβερό αυτό φαινόμενο συνεχίζεται και με την καινούργια κυβέρνηση, που μας είχε υποσχεθεί ότι θα απαλλασσόμασταν από το παλιό. Όμως, όπως ανέπτυξα και σε προηγούμενο άρθρο, http://www.efsyn.gr/arthro/alitheia-poio-einai-palio-kai-poio-kainoyrgio, παλιό στοιχείο στην κοινωνία μας δεν είναι μόνο τα κόμματα που ήταν στο παρελθόν στην εξουσία, αλλά και αυτά που ασκούσαν αντιπολίτευση και μάλιστα κατ’ επάγγελμα.

Το ζήτημα δεν είναι μόνον οικονομικό 

Στις παραπάνω προτάσεις θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις σε όλες τις χώρες γίνονται σε περιόδους οικονομικής ανάκαμψης και εμπνευσμένης πολιτικής ηγεσίας και ότι σε περίοδο οικονομικής κρίσης, κατά την οποία δεν υπάρχουν ούτε τα στοιχειώδη, όπως κτίρια, θέρμανση, υποδομές, ακόμη και εκπαιδευτικοί, η συζήτηση για μία μεταρρύθμιση από τη βάση, δηλαδή από τους ίδιους τους αναβαθμισμένους εκπαιδευτικούς, φαντάζει ουτοπική πολυτέλεια. Όμως το ζήτημα δεν είναι απλά οικονομικό. Χρήματα έχουν πέσει πολλά στη χώρα μας και στο παρελθόν από ευρωπαϊκά προγράμματα, τα οποία όμως δεν έχουν πιάσει τόπο και δεν χρησιμοποιήθηκαν για μία καλή οργάνωση και για μία αειφόρο και αυτο-ποιητική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών θεσμών. Τεράστια κονδύλια δαπανήθηκαν για ταξίδια εκπαιδευτικών παραγόντων στο εξωτερικό (που δεν έχουν αποδώσει πέραν της προσωπικής εμπειρίας τους), για εργαστήρια υπολογιστών, που δεν λειτουργούν με όρους παιδαγωγικούς,  για αυτοσχέδιους φορητούς υπολογιστές, που μοιράστηκαν προεκλογικά στο παρελθόν σε χιλιάδες μαθητές του Γυμνασίου, χωρίς να υπάρχουν προγράμματα και εκπαιδευτικοί να τους χρησιμοποιήσουν δημιουργικά κ.ά.
Πρόκειται για ζήτημα νοοτροπίας και προσανατολισμού της εκπαιδευτικής πολιτικής. Δαπάνες για υλικές υποδομές μπορούν να γίνουν σχεδόν αυθημερόν. Το ανθρώπινο κεφάλαιο όμως και ο πολιτισμός θέλουν χρόνια, κόπο, έμπνευση και δυσκολίες για να οικοδομηθούν. Αν δεν το αντιλαμβάνονται αυτό οι σημερινοί μας ηγέτες, ας μας πουν τουλάχιστον ότι στοχεύουν σε μερικά ακόμη εκπαιδευτικά μερεμέτια και στην γενικότερη πρακτική που θέλει απλά «κουβέντα να γίνεται» ή να τους αφήσουμε και αυτούς να τα κάνουν όπως εκείνοι γνωρίζουν, επιχειρώντας να βάλουν τη δική τους σφραγίδα. Και ας γνωρίζουμε όλοι ότι, όπως συνέβη και με τους προηγούμενους, κάτι τέτοιο είναι μάλλον απίθανο να προλάβουν να το ολοκληρώσουν και να το χαρούν, αφήνοντας πίσω τους ημιτελή γιαπιά να χάσκουν στο εκπαιδευτικό οικοδόμημα.  
Παρόλα αυτά, αναγνωρίζουμε ότι ο διάλογος είναι πάντα ευπρόσδεκτος, το μόνο εργαλείο και η μόνη ελπίδα που όλοι οι πολίτες έχουμε στα χέρια μας, γι’ αυτό και οφείλουμε να τον σεβόμαστε και να εκτιμούμε την αξία του.
______________
* Ανοιχτή επιστολή προς τους αρχηγούς κομμάτων
















Είναι η οικονομία Φίλε!*




Γράφει ο Κώστας Λάμπος

Ο έλεγχος της συμπεριφοράς, της δράσης, συνεπώς και της ζωής κάθε ζωντανού όντος περνάει μέσα από το στομάχι του, δηλαδή εξαρτάται από τις δυσκολίες με τις οποίες είναι συνυφασμένη η εξασφάλιση της τροφής του. Αυτό ισχύει σε υπέρτατο βαθμό για μορφές ζωής, όπως ο άνθρωπος, που χρειάζονται πολλά χρόνια μέχρι να μπορούν να εξασφαλίσουν μόνες τους την τροφή τους, την ασφάλειά τους και την επιβίωσή τους.

Το ανθρώπινο είδος κατανόησε από την νηπιακή του ηλικία την αναγκαιότητα της συλλογικής αντιμετώπισης της εξασφάλισης της τροφής, της ασφάλειας και της επιβίωσης και γι’ αυτό συγκροτήθηκε σε ομάδες, συλλογικότητες, κοινότητες και κοινωνίες και έτσι κατάφερε για εκατομμύρια χρόνια να επιβιώνει, χάρη στην αυτοπροσδιοριζόμενη, και ανάλογα με τις δυνατότητες του καθενός, τροφοσυλλεκτική αρχικά και παραγωγική στη συνέχεια οικονομική του δραστηριότητα, η οποία κατάληγε στην, ανάλογα με τις ανάγκες των μελών, ισοκατανομή των παραγόμενων αγαθών.


Αυτή η διαδικασία ανακόπηκε με τη βίαιη υποδούλωση των ηττημένων από τους νικητές, που συγκροτήθηκαν σε καταπιεστικό εξουσιαστικό κράτος, και με την βίαιη επιβολή του δικαιώματος της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στη μέχρι τότε κοινόκτητη γη, αποσπώντας έτσι τον συλλογικό πλούτο της κοινότητας-κοινωνίας για λογαριασμό τους. Αυτοαποκλήθηκαν κυβέρνηση όλης, υποτίθεται της κοινωνίας, έφτιαξαν νόμους που προστατεύουν τα καταπατημένα κτήματά τους και τα κλεμμένα κοινά-κοινωνικά αγαθά και οργάνωσαν αστυνομίες και στρατούς για να τα προστατεύουν από τους δούλους, από τους φτωχοποιημένους συνανθρώπους τους και φυσικά και από τους ανταγωνιστές τους. Σκάρωσαν μάλιστα και ένα πολιτικό σύστημα, αυτό της λεγόμενης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, το οποίο με τον φόβο, την παραπλάνηση και τη βία εξασφάλιζε την κοινωνική νομιμοποίηση των παρανομιών τους, με την, κάθε τέσσερα χρόνια, ευνουχισμένη ψήφο του «κυρίαρχου λαού». Για να γίνει αποδεκτή από τις δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, δηλαδή από τα θύματα της κοινωνικής ανισότητας, αυτή η πολιτική φάρσα, οι εξουσιαστές σε συνεργασία με τους σκοταδιστές οργάνωσαν έναν κοινοβουλευτικό θίασο και μοίρασαν ρόλους. 

Οι αρχιερείς της κατά κανόνα κρατικοδίαιτης ιδιωτικής επιχειρηματικότητας και της με κάθε θυσία μεγιστοποίησης του κέρδους τους, ισχυρίζονται ότι χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχε εξέλιξη και οι εργαζόμενοι θα ήταν χωρίς δουλειά, αποσιωπώντας ότι κινητήρια δύναμη της εξέλιξης υπήρξε η δημιουργική εργασία και συνεπώς χωρίς τους εργαζόμενους η ιδιωτική επιχειρηματικότητα στερείται ουσίας και αξίας. Όσο για την εξέλιξη που φέρνει η ιδιωτική επιχειρηματικότητα αποσιωπούν ότι αυτή γίνεται με τις αποταμιεύσεις του λαού για το ιδιωτικό κέρδος και σε βάρος του λαού και του περιβάλλοντος. Άλλοι, ιερείς, αρχιερείς και φαρισαίοι, ανάλαβαν να πουλάνε στους απόλυτα υποταγμένους και πνευματικά ευνουχισμένους εισιτήρια για τον παράδεισο στην υποτιθέμενη μετά θάνατον ζωή. Άλλοι πάλι ανάλαβαν το ρόλο του κομματικού ηγέτη και του ‘εκπροσώπου’ της περιθωριοποιημένης κοινωνίας, που υπόσχεται στους ανήσυχους και στους ανυπότακτος ανέργους έναν διορισμό, στους εργαζόμενους μια μετάθεση, μια προαγωγή και στους άστεγους ένα δάνειο, και επειδή τα δημόσια ταμεία τα είχαν αδειάσει έπαιρναν τοκογλυφικά δάνεια από ‘εταίρους και συμμάχους’ υποθηκεύοντας το μέλλον της χώρας. Ακόμα και αλλαγή της πολιτικής, της κυβέρνησης και του ‘συστήματος’ υπόσχονται κάποιοι άλλοι, με στόχο την αναδιάρθρωση της οικονομίας για ‘προσέλκυση καλύτερων και μεγαλύτερων ξένων επενδύσεων’, ξεπουλώντας πάντα με το αζημίωτο βέβαια, στρατηγικούς τομείς της εθνικής οικονομίας. Κάποιοι άλλοι, που μας θεωρούν μάζες και ‘ηλίθιους’, περιμένουν τον καινούργιο μεσσία, ας πούμε έναν νέο «Λένιν, που θα κάνει ότι έκανε και ο Λένιν», χωρίς να σκεφτούν τι έπρεπε να κάνει και τι έκανε τελικά ο Λένιν και αν σήμερα θα έκανε ότι έκανε από τον Οκτώβρη του 1917 μέχρι το θάνατό του, τον Γενάρη του 1924, δηλαδή τη δικτατορία του προλεταριάτου, ή θα ενίσχυε τις κομμούνες και τη συμβουλιακή δημοκρατία, δηλαδή τη δημοκρατία του προλεταριάτου, για να μην φτάναμε στον ‘υπαρκτό σοσιαλισμό’ που επέστρεψε στον ομογάλακτό του τον υπαρκτό καπιταλισμό και στην καπιταλιστική βαρβαρότητα;


Με τούτα και μ’ εκείνα, αποδείχτηκε τελικά, ότι στο κοινοβουλευτικό, όπως και στο θρησκευτικό, θέατρο δεν υπάρχει μόνο ρόλος για αυτόκλητους ‘αγίους’, για δεξιούς ψάλτες, καντηλαρπάχτες και εξαπτέρυγα, αλλά υπάρχει και ρόλος «αριστερού ψάλτη» που καλείται, κάθε φορά που η λεηλασία της οικονομίας και της κοινωνίας φτάνει στο αδιέξοδο, να κάνει τη βρώμικη δουλειά για τα αφεντικά της οικονομίας και της πολιτικής, υποσχόμενο μια καλύτερη, μια ‘αριστερή’ διαχείριση του κεφαλαίου, των δημοσίων πραγμάτων και της ανισότητας. Κι έτσι πορευόμενοι, ως διαπλεκόμενα θρησκευτικά και κομματικά ποίμνια, από το κακό στο χειρότερο φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση που δεν κινδυνεύουν μόνο τα δύο εκατομμύρια άνεργοι, τα τρία περίπου εκατομμύρια συνταξιούχοι, τα άλλα τρία περίπου εκατομμύρια επισφαλών και κακοαμοιβόμενων εργαζόμενων και τα υπόλοιπα περίπου τρία εκατομμύρια των νέων που δεν μπορούν να ελπίζουν σε τίποτα πια, αλλά κινδυνεύει η ίδια η Ελλάδα και ο Ελληνισμός.


Βέβαια το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Είναι παγκόσμιο, γιατί παγκόσμια είναι και η κρίση του καπιταλισμού, η οποία οξύνεται στα ακρότατα όριά της, ιδιαίτερα σε συνθήκες νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης που καλπάζει προς έναν παγκόσμιο φασισμό και γι αυτό ισοπεδώνει οικονομίες, χώρες, πολιτισμούς και λαούς ολόκληρους. Και φυσικά δεν είμαστε μόνο εμείς, ένας μικρός αριθμητικά λαός που πρέπει να αντιδράσουμε και να ματαιώσουμε τη Νέα Τάξη Πραγμάτων που σκαρώνει το κεφάλαιο με επικεφαλής τον αμερικανισμό και παραδίπλα τον νεογερμανισμό, τον νεοτσαρισμό, τον νεοκινεζισμό και κάθε μορφής ηγεμονισμό. Είμαστε όμως εμείς, ως ένας ιστορικά μεγάλος λαός που πρέπει στα μηνύματα των νέων καιρών να πούμε το μεγάλο παρών, οπότε θα ακολουθήσουν και οι άλλοι λαοί, που τώρα τρέμουν μην ‘καταντήσουν σαν τους Έλληνες’, αλλά περιμένουν αποχαυνωμένοι στη σειρά, άλλοι καταρώντας μας ως υπεύθυνους για την καπιταλιστική κρίση και άλλοι ‘προσευχόμενοι’ να βγάλουμε εμείς τα κάστανα από τη φωτιά, να νικήσουμε μόνοι μας τον μανιακό καπιταλισμό, για να ξαναγυρίσουμε όλοι ‘νικητές και δοξασμένοι’ στους καναπέδες της πνευματικής, πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής μας αλλοτρίωσης.


Για να μην είναι αυτή η κατάληξη, για να μην είναι αυτό ‘το τέλος της ιστορίας’ των αυθεντικών ανθρώπων, θα πρέπει κάποιος να κάνει την αρχή, κι αυτός ήταν πάντα στην ιστορία εκείνος που βρίσκονταν με τις πλάτες στον τοίχο και αντιμετώπιζε τον κίνδυνο του αφανισμού του. Και ο κλήρος έτυχε και πάλι σε εμάς του ς Έλληνες, για να βγούμε από τη φάκα του αστικού κοινοβουλευτισμού και να αποβάλλουμε τις πολιτικές ψευδαισθήσεις πως θα μας σώσει το ένα ή το άλλο κόμμα, ο ένας ή ο άλλος ‘μεσσίας’, η μία ή άλλη κομματική ιδεολογία, η μια μνημονιακή ή η άλλη αντιμνημονιακή πολιτική, χωρίς την συθέμελη ανατροπή του συστήματος του κεφαλαίου, και της κοινωνικής ανισότητας, που στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και συνεπώς στην ανισοκατανομή του κοινωνικού και παγκόσμιου πλούτου. Όσο θα υπάρχει καπιταλισμός θα υπάρχουν μνημόνια που η μόνη διαφορά τους θα είναι ότι άλλα θα είναι δεξιά και άλλα αριστερά, με κοινό τους στόχο την συνέχιση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο για τη μεγιστοποίηση της συσσώρευσης του πλούτου στο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού και με αποτέλεσμα τη συσσώρευση της φτώχειας και της εξαθλίωσης του 99% των κατοίκων του πλανήτη.


Ας καταλάβουμε επιτέλους ότι το πρόβλημα βρίσκεται στην οικονομία, και συγκεκριμένα στο ποιος, στο πώς και στο γιατί οργανώνει την παραγωγή και τη διανομή του πλούτου, και όχι στην ανθρώπινη φύση, όπως ισχυρίζονται αγράμματοι αλλά καλοπληρωμένοι ‘διανοούμενοι’ και κονδυλοφόροι. Και φυσικά η ανισότητα, η φτώχεια, ο ανταγωνισμός και ο πόλεμος δεν είναι κατάρα κάποιου ανύπαρκτου θεού που εκδικείται τάχα ‘τα δημιουργήματά του’ επειδή έφαγαν από το ‘δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού’.


Ας το καταλάβουμε ότι ο εχθρός της ανθρωπότητας δεν είναι ο εργαζόμενος άνθρωπος που αγωνιά και αγωνίζεται για κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη, αλλά το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση εξουσίας των λίγων πάνω στους πολλούς και ο σκληρός πυρήνας του, που τον αποτελούν πενήντα-εκατό παγκόσμιας εμβέλειας οικονομικοί όμιλοι με τους παρατρεχάμενούς τους, που με τα, κλεμμένα από εμάς τους εργαζόμενους, λεφτά ‘τους’, εξαγοράζουν συνειδήσεις, κατασκευάζουν κόμματα-θιάσους, οργανώνουν πολιτικές μαφίες και εθνικιστικά νεοναζιστικά τάγματα εφόδου, ανεβάζουν και κατεβάζουν κυβερνήσεις και οδηγούν την ανθρωπότητα στην καπιταλιστική βαρβαρότητα. Πολλοί προσπάθησαν με πολλά και διαφορετικά γιατροσόφια να βελτιώσουν τον καπιταλισμό και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, χωρίς να αγγίξουν την υπαρξιακή του βάση που είναι η ατομική, η ταξική ή ακόμα και η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και των δικτύων διανομής του πλούτου και αποδείχτηκαν υποκριτές, απρόθυμοι και ανίκανοι να μπουν ‘στο ιερό του καπιταλισμού’ και να αποκαλύψουν την απάτη του σε βάρος της εργαζόμενης κοινωνίας. Κι αυτό γιατί η ηθική, η ιδεολογική και η πολιτική ήττα του καπιταλισμού δεν είναι υπόθεση των υπαλλήλων του, αλλά έργο συστηματικής και επίμονης προσπάθειας της πνευματικά, ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά αυτόνομης και αυτενεργούς εργαζόμενης κοινωνίας της ίδιας.


Γι’ αυτό οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού οφείλουμε να επεξεργαστούμε μια νέα, σύγχρονη και ρεαλιστική κοσμοαντίληψη, ένα καινούργιο όραμα για την ανθρωπότητα του 21ου αιώνα που θα επαναφέρει στη συνείδησή μας όλες τις διαχρονικές εμπειρίες και τους αγώνες μας για μια οικονομία που θα υπάγεται στην κοινωνία, αντί να συμβαίνει το αντίθετο, και θα παράγει σε συνθήκες κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και κοινωνικής αυτοδιαχείρισης τα αναγκαία, για την επιβίωση, την καθολική ευημερία, ελευθερία και ευτυχία, αγαθά και υπηρεσίες. Γι αυτό πρέπει να κάνουμε τον καπιταλισμό παρελθόν επειδή παράγει κύρια προϊόντα και υπηρεσίες πλουτισμού, εξουσίας, πολέμου και καταστροφής της Φύσης, της ανθρωπότητας και του πολιτισμού της. Επειδή ο καπιταλισμός, ως σπόρος της ανισότητας και της καταστροφής, αδυνατεί να λύσει τα προβλήματα της ανθρωπότητας και να την οδηγήσει στην κοινωνική ισότητα, στην ευημερία και στην ειρηνική και δημιουργική συμβίωση ανθρώπων και λαών.


Ας πάψουμε να σπαταλάμε τη δύναμή μας ως ανταγωνιζόμενοι οπαδοί του ενός ή του άλλου θρησκευτικού μύθου, της μιας ή της άλλης εξουσιαστικής ιδεολογίας, του ενός ή του άλλου δεξιού, κεντρώου ή ‘αριστερού’ κόμματος, της μιας ή της άλλης εξουσιαστικής ‘πρωτοπορίας’ και ας συνειδητοποιήσουμε πως με τη δική μας απελευθερωμένη δημιουργικότητα μπορούμε να εκμηδενίσουμε κάθε εξουσία, να οργανώσουμε μια διαφορετική οικονομία και να οικοδομήσουμε μια κοινωνία της ισότητας, της ευημερίας και της ελευθερίας.


Ας ονειρευτούμε και ας αγωνιστούμε, μακριά από σκοταδιστικούς μύθους και εξουσιαστικές ιδεολογίες, μακριά από κομματικές παράγκες που διαπλέκονται με το κεφάλαιο για να μας στοιχίζουν πίσω από ‘ηγέτες’ που τους κατασκεύασαν για να μας εξαπατούν και να υπηρετούν το κεφάλαιο. Ας αγωνιστούμε να επανακτήσουμε την Εαυτότητά μας μέσα στο Εμείς, την ατομική, τη συλλογική και την εθνική μας αυτοπεποίθηση που θα μας οδηγήσει στην ολιστική οικουμενική αντίληψη και στην ουμανιστική συνείδηση για τον άνθρωπο, την κοινωνία και τον πολιτισμό της.


Ας συγκροτηθούμε σε ένα κίνημα που θα εκφράζεται ως ένα ενωτικό, αμεσοδημοκρατικό και αλληλέγγυο από τα κάτω κίνημα ριζικής αποκαπιταλιστικοποίησης της Ελλάδας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του πλανήτη και θα καταλήγει στην Τοπική Άμεση Δημοκρατία, στην Ένωση Άμεσων Δημοκρατιών Ελλάδας, στην Ομοσπονδία Άμεσων Δημοκρατιών Ευρώπης και στην Παγκόσμια Αμεσοδημοκρατική Συνομοσπονδία, τη μοναδική ικανή και αναγκαία συνθήκη για τη σωτηρία της ανθρωπότητας και της ζωής πάνω στο κοινό μας σπίτι, τον πλανήτη Γη.


Φαντάζει δύσκολο, ουτοπικό, σχεδόν ακατόρθωτο, όπως φαντάζει στη σύλληψή του και ένα μεγάλο ταξίδι, το οποίο όμως αρχίζει να πραγματοποιείται από τη στιγμή που ο καθένας μας κάνει το πρώτο μικρό βήμα. Ξεκινώντας από τη σκέψη μήπως τελικά μπορεί με το σημερινό επίπεδο των επιστημών και της τεχνολογίας κάτι να γίνει; Και τι πρέπει να κάνει ο καθένας μας για να απελευθερωθούν οι επιστήμες και η τεχνολογία από το κεφάλαιο και να λειτουργήσουν για τον άνθρωπο και την κοινωνία και όχι για το κέρδος και το κεφάλαιο;.


Ας σκεφτούμε και ας κάνουμε ο καθένας μας με προσωπική μας πρωτοβουλία αυτόν τον προβληματισμό αντικείμενο ενός γόνιμου δημόσιου διαλόγου στο επίπεδο όλων των ιδιωτικών και των δημόσιων χώρων που ζούμε και εργαζόμαστε. Τότε γρήγορα θα διαπιστώσουμε πως τελικά δεν είναι και τόσο δύσκολο να αποσπάσουμε τις ζωές μας από το αχόρταγο κεφάλαιο και να τις πάρουμε στα χέρια μας, γιατί έτσι κι αλλιώς εμείς, οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού κινούμε την τοπική την εθνική και την παγκόσμια οικονομία. Μόνο που σήμερα την κινούμε για τα αφεντικά και εναντίον μας, ενώ με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και την Άμεση Δημοκρατία θα την κινούμε για το κοινό γενικό καλό μέσα στο οποίο βρίσκεται και το δικό μας ατομικό, οικογενειακό, τοπικό, εθνικό, οικουμενικό καλό.


Είναι τελικά η οικονομία Φίλη και Φίλε που εμείς την κινούμε, με το μπλοκαρισμένο, από σκοταδιστικούς μύθους και κατασκευασμένες εξουσιαστικές ιδεολογίες μυαλό μας και με τα μπράτσα μας, αλλά για λογαριασμό των εξουσιαστών μας. Να ξεμπλοκάρουμε το μυαλό μας και να υποτάξουμε την οικονομία στα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου για έναν καλύτερο κόσμο, τον κόσμο της κοινωνικής ισότητας και της αταξικής κοινωνίας.


Τόσες φορές σπάσαμε τα δεσμά μας στην ιστορική διαδρομή μας και άλλες τόσες φορές γκρεμίσαμε κραταιές αυτοκρατορίες, τυραννικά και φασιστικά καθεστώτα. Το ίδιο να κάνουμε και τώρα, εδώ και παντού, για να μην διαπραγματεύονται τις ζωές μας ‘οι δανειστές μας’ με ‘πρόθυμους’ πολιτικούς υπαλλήλους τους, αλλά με έναν λαό που θα αυτοκυβερνιέται, αποφασισμένος να σωθεί και να σώσει την ιστορία και την πατρίδα του, έχοντας σταδιακά στο πλάι του όλους τους άλλους λαούς, που περιμένουν την κρίσιμη στιγμή, το σύνθημα της ιστορίας για να κάνουν το ίδιο, όπως έκαναν πάντα για έναν κάθε φορά καλύτερο κόσμο. Το πέρασμα από την καπιταλιστική οικονομία της ανισότητας και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία στην κοινωνική οικονομία της ισοκατανομής και στην Άμεση Δημοκρατία με περιεχόμενο την αταξική κοινωνία ήταν και παραμένει ο διαχρονικός στρατηγικός στόχος των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, οι οποίες αναδείχνονται σταδιακά στο μοναδικό υποκείμενο της αταξικής ουμανιστικής επανάστασης για μια κοινωνία χωρίς αφεντικά και δούλους.


Είναι η καπιταλιστική οικονομία, λοιπόν, που μας στέλνει στην ανεργία, στη φτώχεια, και γενικά στην κόλαση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, και όχι ‘το κακό το ριζικό μας’. Ας την αλλάξουμε. Μπορούμε. Όλοι μαζί μπορούμε.
________________
* Αναδημοσίευση από το TVXS: http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/einai-i-oikonomia-file 


 @@@@@@@@@@@@@@@@@@@@
 

Tα "μνημόνια" δε μας σώζoυν, oι "αγoρές" δεν μας εμπιστεύoνται, η "ανάπτυξη" δεν έρχεται, τι περιμένoυμε;

Γράφει ο Γιώργος Κολέμπας





Οι περισσότεροι Νεοέλληνες περιμένουμε μετέωροι και άπρακτοι τη λύση από μια "κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας" της αριστεράς ή της «εθνικής ενότητας» με τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου, για να μας λύσει όλα τα προβλήματα! Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε ως χώρα δε θα λυθούν αν δεν σταματήσουμε να είμαστε διαχειριζόμενα αντικείμενα της πολιτικής, καταναλωτές-όπως έχουμε συνηθίσει-των προγραμμάτων των κομμάτων. Θα χρειασθεί να "ξεβολευθούμε"-ακόμα και όσοι βολεύονται ακόμα-και να γίνουμε οι ίδιοι υποκείμενα της πολιτικής! Να διαμορφώσουμε ένα νέο είδος πολιτικής που θα στοχεύει στην ευζωία[1] μας-και όχι στην «ευημερία» τους.



Σήμερα αμφισβητείται η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και το δυτικό μοντέλο «ανάπτυξης» που προωθεί.  Ταυτόχρονα αμφισβητείται και η δυνατότητα της παγκόσμιας σοσιαλδημοκρατίας (άρα και της όποιας ελληνικής)-η οποία συμμετείχε αν δεν πρωτοστάτησε στη διαδικασία παγκοσμιοποίησης- να επιστρέψει στο εθνικό κράτος και μέσω αυτού, ξανά στον «δημοκρατικό καπιταλισμό».



Αμφισβητείται επίσης συνολικά η δυνατότητα του καπιταλισμού να απογαλακτοποιηθεί από τα ορυκτά καύσιμα- για να συγκρατήσει τις εκπομπές διοξειδίου, ώστε να μην έχουμε κλιματική καταστροφή- και να στραφεί προς την «πράσινη ανάπτυξη» (που προτείνουν τα πράσινα περιβαλλοντικά κόμματα. Μια από τις αποδείξεις για αυτό είναι και το επίκαιρο σκάνδαλο της Volkswagen με τα «χαμηλής εκπομπής και αντιρρυπαντικής τεχνολογίας πράσινα αυτοκίνητα» ).



Είναι λοιπόν φανερό ότι για να επιτευχθεί ένα βιώσιμο- στα πλαίσια αυτού του μοναδικού πλανήτη που έχει στη διάθεσή της η ανθρωπότητα-επίπεδο ευζωίας των ανθρώπινων κοινοτήτων, θα χρειασθεί να αλλάξουν πορεία και κατεύθυνση. Και στο επίπεδο της ιδεολογίας, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο των κοινωνικών και οικονομικών τους σχέσεων και κυρίως στο επίπεδο της πολιτικής πρακτικής και των πολιτικών δομών διακυβέρνησης. Είναι υποχρεωμένη η ανθρωπότητα σαν σύνολο, αλλά και σαν επί μέρους κοινότητες και κοινωνίες, από την περατότητα του πλανητικού συστήματος, να αλλάξουν στάση και πολιτικές και να διαχειρισθούν με έναν άλλο νέο τρόπο την οικονομία τους, χωρίς να παραιτηθούν από τον στόχο της ευζωίας.



Αυτή η πολιτική για την ευζωία, θα ξεκινά από την αποαποικιοποίηση της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης από το φαντασιακό και την ιδεολογία της «ανάπτυξης», σαν μεγέθυνση της παραγωγής και κατανάλωσης, από την αντίσταση στην χωρίς όρια εκμετάλλευση του ανθρώπου και της φύσης, από την αποκαπιταλιστικοποίηση στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις, μέσω της αυτοδιαχείρισης των πόρων, της παραγωγικής διαδικασίας και της εξουσίας, από την προστασία των «κοινών» και του περιβάλλοντος μέσω της επιδίωξης του μικρότερου δυνατού οικολογικού αποτυπώματος.



Αυτή η νέα πολιτική θα πρέπει να είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί και σε τοπικό και σε περιφερειακό και σε παγκόσμιο επίπεδο, θα μπορεί όμως πιο εύκολα να ξεκινήσει τοπικά, όπου και αν οι συνθήκες είναι ευνοϊκότερες. Και θα πρέπει να έχει μια νέα πυξίδα, που θα της δείχνει το δρόμο. Την πυξίδα της ευζωίας και όχι την μέχρι τώρα πυξίδα της «ευημερίας» μέσω της κατανάλωσης.



Στην Ελλάδα μπορεί να διεκδικηθεί από την υπάρχουσα κεντρική πολιτική εξουσία, που εκφράζεται στο επόμενο διάστημα από μια κυβέρνηση, που όπως λέει έχει στο πρόγραμμά της την προώθηση της κοινωνικής ισότητας, της κοινωνικής οικονομίας, της περιβαλλοντικής προστασίας και της προστασίας των «από κάτω», καθώς και της ουσιαστικής δημοκρατίας. Μπορεί όμως επίσης να διεκδικηθεί- όπου είναι δυνατόν- και από τις τοπικές εξουσίες σε όλους τους βαθμούς Αυτοδιοίκησης, μέσα από τη δημιουργία τοπικών ριζοσπαστικών κινήσεων πολιτών με τους παραπάνω στόχους.



Συγκεκριμένα για την Ελλάδα, όπου το αδιέξοδο του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της καθημερινής ζωής είναι ολοφάνερο, δε μπορεί μια «κυβέρνηση της αριστεράς» να επιδιώκει επιστροφή στην προ κρίσης φαινομενική «ευημερία» των ανθρώπων και των αριθμών. Δε μπορεί να επιδιώξει το ίδιο είδος και ρυθμούς «ανάπτυξης», ούτε τη μεγέθυνση του ΑΕΠ, ώστε να πληρώσει έστω και το «κουρεμένο» ή  μη ειδεχθές χρέος. Αυτό θα απαιτήσει τέτοια εκμετάλλευση της εργασίας και των πόρων που έχει η χώρα, που δε θα μπορούμε να μιλάμε πια για ευζωία του πληθυσμού.



Η υλοποίησή της σε κάθε περίπτωση μπορεί να εξασφαλισθεί μόνο με τη συμμετοχή, την αυτοεκπροσώπηση και την αυτοδιακυβέρνηση των πολιτών και όχι πλέον με τη διαμεσολάβηση. Το κοινοτικό πνεύμα και η έννοια της κοινότητας, καθώς και ο κοινοτισμός σαν  πρόταση οργάνωσης των διανθρώπινων κοινωνικών σχέσεων που στηρίζεται ακριβώς στη συμμετοχή στις συνελεύσεις, την αυτοεκπροσώπηση στη λήψη των σημαντικών αποφάσεων και άρα στην καλύτερη μορφή διακυβέρνησης, μπορεί να αποδειχθεί σαν μια ουσιαστική απάντηση σήμερα στη συνολική κρίση στην οποία έχει μπει η Ν. Ευρώπη και κυρίως η ελληνική κοινωνία.



Ο θεσμοθετημένος ομοσπονδιακός δημοκρατικός κοινοτισμός-όπως τον έχει περιγράψει ο Μπούκσιν και τον πειραματίζονται σήμερα οι Κούρδοι-σες στην περιοχή Rojava της Συρίας- παρέχει το πλαίσιο που οι άνθρωποι και οι κοινοτικές τους συλλογικότητες θα μπορέσουν  να επαναπροσδιορίσουν και να ελέγξουν τη ζωή τους, την οικονομία και την πολιτική. Με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτευχθεί η υποχώρηση της φτώχειας και των ανισοτήτων, η αναβάθμιση της ποιότητας ζωής της πρόνοιας και της περιβαλλοντικής προστασίας, η αναβίωση της συνοχής της ανθρώπινης κοινότητας, η αποκατάσταση του αισθήματος ασφαλείας για το μέλλον. Το πλαίσιο του κοινοτισμού απορρίπτει τον ανταγωνισμό σαν διαδικασία ανάπτυξης και δίνει έμφαση στη συνεργασία-συνέργεια και την αλληλεγγύη για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος, αφού η μάχη για όλα τα παραπάνω μπορεί να δοθεί καλύτερα στην καθημερινή μας ζωή και δράση και στα μικρά υποσύνολα της κοινωνίας. Ο κοινός τρόπος ζωής, οι κοινοί χώροι δουλειάς και σχόλης κ.λ.π., όπου ο ένας γνωρίζει τον άλλο και είναι ευχερέστερη η επαφή, η φιλία, η αλληλεγγύη και ο αλληλοέλεγχος, ευνοούν στο να τεθούν οι βάσεις  αυτής της νέας πολιτικής για την ευζωία.



Ήλθε ο καιρός, που τα όποια κοινωνικά κινήματα της αντίστασης στην κοινωνική αδικία και την καταστροφή του περιβάλλοντος, της αλληλεγγύης, της απελευθέρωσης της εργασίας, της κοινωνικής-συνεργατικής- αλληλέγγυας οικονομίας, του ελευθεριακού κοινοτισμού, της ριζοσπαστικής οικολογίας και προστασίας του κλίματος, της αποανάπτυξης-τοπικοποίησης, της αυτοδιαχείρισης και της άμεσης δημοκρατίας, των αυτοχθόνων, της γυναικείας απελευθέρωσης κ.λπ-γενικώς αυτών που αποκαλούμε «από κάτω»- θα χρειασθεί να γίνουν και πολιτικά, και στηριζόμενα στο πνεύμα του κοινοτισμού και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης σε μετακαπιταλιστικές κοινωνίες. Σε ένα κίνημα δηλαδή που θα διεκδικήσει σε κάθε χώρα την αλλαγή πορείας «εδώ και τώρα». Δεν υπάρχει χρόνος για μετάθεσή της στο απώτερο μέλλον. Οι κούρδοι του νοτιοδυτικού Κουρδιστάν (Συρία) έχουν επιλέξει αυτή την πορεία από το 2012, όταν σε συνθήκες πολέμου, δεν τάχθηκαν με το μπαθικό καθεστώς το οποίο ανάγκασαν να αποσυρθεί από τις επαρχίες τους, ούτε με την αντιπολίτευση, αλλά αποκρούοντας και τους ισλαμιστές του IS και Al-Nusra, ανακήρυξαν την «Δημοκρατική Αυτονομία» και τον «Δημοκρατικό Συνομοσπονδισμό» στα τρία καντόνια Cizîrê, Afrîn και Kobanî της Rojava. Ενάντια σε αυτή τους την προοπτική και για να μην εξαπλωθεί και στο τουρκικό Κουρδιστάν, στράφηκε με βομβαρδισμούς και πολεμικές επιχειρήσεις ο Ερντογάν τους τελευταίους μήνες, λέγοντας ότι βομβαρδίζει το IS.



Στην Ευρώπη και μάλιστα στην ενότητα της ανατολικής μεσογείου, που συνδέει τα Βαλκάνια άμεσα με τη Μέση Ανατολή και τη Συρία, αυτή η στροφή θα μπορούσε να ξεκινήσει από την Ελλάδα, όχι μόνο επειδή είναι ο «ναυαγός» του σημερινού μοντέλου της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά γιατί το μεγαλύτερο μέρος της πολυπληθούς μεσαίας τάξη της –που μέχρι τώρα απολαμβάνοντας μια φαινομενική «ευμάρεια» έβγαζε και τις κυβερνήσεις- «φτωχοπειείται» πλέον και περνά στους «από κάτω», χωρίς ελπίδα κοινωνικής και οικονομικής ανέλιξης στο μέλλον. Αυτό μπορεί να την κάνει-μαζί με την νεολαία που δεν έχει στον ήλιο μοίρα και μεταναστεύει-να αποφασίσει να αφήσει πίσω της τον καπιταλισμό και να αναζητήσει μια διαφορετική κοινωνική οργάνωση.



Η ίδια η Κυβέρνηση της Βολιβίας μέσω της αντιπροσωπείας της στη Σύσκεψη για το Κλίμα που διεξάγεται στα Ηνωμένα Έθνη, πρότεινε την κατάργηση του καπιταλισμού ως σύστημα, σε παγκόσμια κλίμακα, γιατί «ο καπιταλισμός οδηγεί την ανθρωπότητα στον δρόμο της καταστροφής και του θανάτου, μέσω της κλιματικής αλλαγής. Είναι ένα σύστημα που προωθεί τον καταναλωτισμό, τον πόλεμο και την εμπορευματοποίηση και με αυτόν τον τρόπο οδηγούν στον θάνατο τη Μητέρα Γη και την ανθρωπότητα. Στο στάδιο που βρισκόμαστε, η μόνιμη λύση για την κλιματική κρίση, είναι η καταστροφή του καπιταλισμού».



Το ίδιο προτείνουν και τα ιθαγενικά κινήματα –ένα από αυτά βρίσκεται ουσιαστικά στην εξουσία σήμερα στη Βολιβία-στη βόρεια και νότια Αμερική: για να σώσουμε τη «μάνα γη» και να περάσουμε στη φάση του buen vivir (καλής ζωής) θα πρέπει να ξεπεράσουμε τον καπιταλισμό σαν ανθρωπότητα και να στηριχθούμε στις ανθρώπινες κοινότητες, στον κοινοτικό τρόπο κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης. Να στηριχθούμε στις δύο μάνες της ανθρωπότητας, τη «μάνα γη» που είναι πάντα παρούσα, και τη «μάνα κοινότητα»,  τη μόνη –σε δύσκολες συνθήκες- δυνατότητα επιβίωσης του ατόμου. Στη βάση αυτών των δύο βασικών αντιλήψεων για τις δύο «μαμάδες» ενηλικιώθηκε ο άνθρωπος σαν όν και είδος, περνώντας από τις πρωτόγονες εξισωτικές κοινωνίες στις πιο σύνθετες, στις οποίες υπήρξαν διαφοροποιήσεις, λόγω της ανισοκατανομής της εξουσίας.



Όπως το λέει και ο Κώστας Λάμπος στο κείμενό του «Είναι η οικονομία φίλε», στην προηγούμενη ανάρτησή μας και στο tvxs (http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/einai-i-oikonomia-file): «Ας συγκροτηθούμε σε ένα κίνημα που θα εκφράζεται ως ένα ενωτικό, αμεσοδημοκρατικό και αλληλέγγυο από τα κάτω κίνημα ριζικής αποκαπιταλιστικοποίησης της Ελλάδας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του πλανήτη και θα καταλήγει στην Τοπική Άμεση Δημοκρατία, στην Ένωση Άμεσων Δημοκρατιών Ελλάδας, στην Ομοσπονδία Άμεσων Δημοκρατιών Ευρώπης και στην Παγκόσμια Αμεσοδημοκρατική Συνομοσπονδία, τη μοναδική ικανή και αναγκαία συνθήκη για τη σωτηρία της ανθρωπότητας και της ζωής πάνω στο κοινό μας σπίτι, τον πλανήτη Γη».



Κύτταρα βέβαια της Τοπικής Άμεσης Δημοκρατίας δε μπορεί παρά να είναι οι κάθε είδους κοινότητες: χωρικές, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές, πολιτιστικές, ενδιαφερόντων, ακόμα και του διαδικτύου. Με εκλεγμένα ή κληρωτά συμβούλια ανακλητών εκπροσώπων παρεμβαίνουν στους τοπικούς δήμους και τους μετατρέπουν σε θεσμούς πρωτοβάθμιας άμεσης δημοκρατίας και στη συνέχεια σε ομοσπονδία και συνομοσπονδία. Οι «δυνάμεις της εργασίας, της επιστήμης και του πολιτισμού», που προτείνει σαν φορέα αυτών των εξελίξεων ο Κώστας Λάμπος, θα πρέπει να δράσουν μέσα από αυτές τις κοινότητες των οποίων θα είναι μέλη και όχι σαν «ειδικοί» έξω από θεσμούς, γιατί τότε θα εξελίσσονται σε εξουσιαστικές πάλι δυνάμεις.



Είναι φανερό όμως ότι για να προχωρήσουμε σαν ελληνική κοινωνία σε μια τέτοια κατεύθυνση, θα πρέπει να οργανωθεί και διεξαχθεί πλατιά ένας δημόσιος πολιτικός διάλογος, όπως αυτός που ξεκίνησε από το 2010 η Κρυσταλία Πατούλη και έχει καταλήξει στο βιβλίο:  Έρευνα για την Κρίση (2010-2014) (εκδ. Κέδρος). Αυτή τη φορά όμως  σε επίπεδο πολιτών, μέσα από κάθε είδους συνελεύσεις και συμβούλια, μέσα στα υπάρχοντα εγχειρήματα των πιο πάνω αναφερομένων κινημάτων κ.λπ, ώστε να προκύψει «από τα κάτω» ένα συγκεκριμένο ελκυστικό για πλειοψηφίες πρόγραμμα μετάβασης. Το πρώτο βήμα θα είναι η δημιουργία της δημόσιας αυτής σφαίρας όπου θα λάβει χώρα αυτός ο διάλογος.


__________________
[1] Χρησιμοποιούμε τον όρο ευζωία, για να τον διακρίνουμε από τον όρο ευημερία, γιατί άλλο να περνάς τη μέρα σου καλά(ευ ημέρα), και άλλο να έχεις μια ποιότητα συνολικά σε όλη τη ζωή σου (ευ ζωή). Δεν χρειάζεται να τρέχουμε πίσω από τις τυχόν ανεκπλήρωτες επιθυμίες μας, γιατί αυτό μπορεί να μας οδηγεί κάθε άλλο παρά σε μια «καλή ζωή», που ούτως ή άλλως είναι πεπερασμένη και αν δεν τη ζήσουμε καλά, αλλά «αρρωστημένα» δεν έχει νόημα. Αυτό που χρειάζεται είναι να εξασφαλίσουμε καταρχήν την ικανοποίηση των βιοτικών μας αναγκών με όσο το δυνατόν λιγότερη ποσοτική κατανάλωση υλικών και χρόνου. Η ποιοτική ικανοποίησή τους, σε συνδυασμό με την εξασφάλιση περισσότερου χρόνου για την ικανοποίηση των μη υλικών και πνευματικών αναγκών μας, θα μας κάνει να είμαστε πιο ευχαριστημένοι-από ότι είμαστε σήμερα- από τη ζωή μας. Αν γίνει αυτό κατανοητό από τον «μέσο άνθρωπο», τότε δε θα τρέχει για την απόκτηση άχρηστων πραγμάτων και για μια κακώς εννοούμενη «ευημερία» των αριθμών και του ΑΕΠ.    


____________________________________________

Δεν υπάρχουν σχόλια: