Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

Κοινωνική ανισότητα, Φτώχεια και Ελευθερία*



Κοινωνική ανισότητα, Φτώχεια και Ελευθερία*

Γράφει ο Κώστας Λάμπος



«Η φτώχεια είναι η μεγαλύτερη μορφή βίας»

Μαχάτμα Γκάντι


«Δεν υπάρχει μεγαλύτερο σκάνδαλο από τα κουρέλια,
δεν υπάρχει πιο ντροπιαστικό έγκλημα από τη φτώχεια»
Τζώρτζ Φαρκιούαρ[1]

Όπως είναι γνωστό, οι πολύ μακρινοί μας πρόγονοι, στα πρώτα στάδια της ανθρώπινης ιστορίας, ζούσαν στις σπηλιές και περιπλανώμενοι από τόπο σε τόπο τρέφονταν, δηλαδή ‘χόρταιναν την πείνα τους’, με ότι έβρισκαν στη Φύση. Και επειδή δεν έβρισκαν πάντα τροφή όταν πεινούσαν ζούσαν με το Φόβο της πείνας και με το άγχος της επιβίωσης.
Αυτή η περίοδος της τροφοσυλλεκτικής ζωής πρέπει να
κράτησε πολλά εκατομμύρια χρόνια και οπωσδήποτε μέχρι ο άνθρωπος να μάθει να περπατάει όρθιος, να χρησιμοποιεί τα χέρια του, να οργανώνει τη σκέψη του και να συνειδητοποιήσει σταδιακά την ανάγκη, να βγει από τις σπηλιές και με τη συσσώρευση των εμπειριών του να αποκτήσει εργαλεία και δεξιότητες, για να οργανώσει καταυλισμούς μονιμότερης εγκατάστασης, που θα του επέτρεπαν να παράγει μόνος του τον κύριο όγκο των αναγκαίων για την επιβίωση αγαθών, με την εξημέρωση των ζώων και την καλλιέργεια της γης. Έτσι ο περιπλανώμενος τρωγλοδύτης-τροφοσυλλέκτης, αρχίζει σιγά-σιγά να μην φοβάται τη Φύση, αλλά να συνεργάζεται μ’ αυτήν και συνεπώς να εξελίσσεται σε ‘κάτοικο’, δηλαδή σε κατ-οίκον οικονομούντα, δηλαδή σε επιτόπιο παραγωγό τροφών, καταλυμάτων, έργων υποδομής, εργαλείων και γενικά όλων των χρειωδών για να ζει, για να ζει καλά και με ασφάλεια και για να ζει όσο γίνεται περισσότερο. Από αυτή την περίοδο ο άνθρωπος γίνεται ‘παραγωγός’ στα πλαίσια μιας, πρωτόγονης βέβαια, αλλά οργανωμένης οικονομίας και μ’ αυτό ο άνθρωπος γίνεται ουσιαστικά δημιουργός του εαυτού του και του πολιτισμού του, χωρίς το μόνιμο Φόβο της πείνας.
Είναι φανερό πως σ’ αυτή την παραγωγική διαδικασία της κοινωνίας διαμορφώνονται ρόλοι και σχέσεις τόσο μεταξύ ανθρώπων, όσο και μεταξύ ανθρώπων και πραγμάτων. Στα πρώτα στάδια της ανθρώπινης ιστορίας οι ρόλοι των ανθρώπων που συμμετείχαν στην παραγωγική διαδικασία, προσδιορίζονταν από τις εμπειρίες, τις δεξιότητες και τη φυσική κατάστασή τους και οι σχέσεις τους με τα εργαλεία αλλά και με τα αγαθά ήταν σχέσεις κοινοκτημοσύνης και συνεπώς ισοκατανομής, γιατί αυτή η παραγωγική δραστηριότητα αποφασίζονταν ισότιμα από όλα τα μέλη της κοινότητας, πραγματοποιούνταν με την ανάλογη συμμετοχή όλων και γίνονταν για λογαριασμό όλων ανεξαίρετα[2]. Σε αυτές της συνθήκες δεν υπήρχε ιδιοποίηση και συσσώρευση αγαθών και φυσικά δεν υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι. Η φυσική έλλειψη αγαθών, κύρια τροφών, δεν συνιστά φτώχεια, όπως και η ενδεχόμενη αφθονία δεν συνιστά πλούτο.
Στην πορεία, και ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση της δουλοκτησίας, της πατριαρχίας, της ατομικής ιδιοκτησίας, του κράτους και της οργανωμένης θρησκείας, τα πράγματα άλλαξαν. Η ανάπτυξη των ανταλλαγών και του εμπορίου μεταξύ των διαφόρων κοινωνιών, διαφοροποίησε τους στόχους της οικονομικής δραστηριότητας. Το εμπορικό κέρδος, έγινε η βασική επιδίωξή της, με συνέπεια η οικονομία να απομακρύνεται σταδιακά από την κοινωνία και τις ανάγκες της, μέχρι την πλήρη επικράτηση του ‘οικονομισμού’, που σημαίνει τον πλήρη έλεγχο των ιδιωτικών φορέων της οικονομίας πάνω στην κοινωνία. Αυτή η απομάκρυνση της οικονομίας από την κοινωνία και τις ανάγκες της χώρισε την κοινωνία στους λίγους εξουσιαστές που όριζαν την οικονομία, τους στόχους και τους καρπούς της από τους πολλούς η ζωή των οποίων εφεξής θα εξαρτιόταν από τις επιλογές των εξουσιαστών. Κάπως έτσι οι κοινωνίες χωρίστηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, όπου φτώχεια σημαίνει τεχνητή συστημική-εξουσιαστική έλλειψη των αναγκαίων για την φυσιολογική ανάπτυξη των ανθρώπων υλικών και πνευματικών αγαθών και όχι αδυναμία της φύσης ή της κοινωνίας να εξασφαλίσει αυτά τα αγαθά. Στα πλαίσια αυτών των διεργασιών ο φυσικός Φόβος της έλλειψης τροφών και της πείνας μεταλλάχθηκε σταδιακά, σε εξουσιαστικό Φόβο[3], στο Φόβο της εξουσίας που ρυθμίζει τις ροές των αγαθών με τρόπο που συσσωρεύει πλούτο, πλεόνασμα στη μεριά των εξουσιαστών και έλλειψη, φτώχεια, πείνα στην μεριά των εξουσιαζόμενων.
Οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που συμμετέχουν στην παραγωγική δραστηριότητα, έγιναν σχέσεις εξουσίας, δηλαδή βίας των λίγων που έχουν το κουμάντο πάνω στους πολλούς που έχουν αποξενωθεί από τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων. Αυτή η βίαιη αποξένωση των άμεσων παραγωγών των αγαθών από τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων για την παραγωγική δραστηριότητα, οδήγησε στην αποξένωσή τους από τα μέσα παραγωγής και όπως ήταν επόμενο και από τα προϊόντα της εργασίας τους, πράγμα που προσέδωσε, στη συγκυριακή φυσική ένδεια και στην ανεπάρκεια τροφών, συστημικά, κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά φτώχιας και πείνας, εξαιτίας της εμπορευματοποίησης και συνεπώς της ανισοκατανομής των αγαθών.
Αυτές οι σχέσεις εξουσίας πάνω σε ανθρώπους και σε πράγματα, πήραν στην πορεία της ανθρωπότητας διάφορες μορφές, χώρισαν τις κοινωνίες σε δουλοκτήτες και δούλους, σε φεουδάρχες και κολίγους, σε ατομικούς ή συλλογικούς-κρατικούς κεφαλαιοκράτες και σε εργάτες και έγραψαν την ιστορία των κοινωνικών συγκρούσεων και των επαναστατικών ανατροπών, την ιστορία των ταξικών συγκρούσεων και των ταξικών πολέμων της Ανθρωπότητας, έγραψαν δηλαδή την ιστορία των μορφών της φτώχειας και της πείνας.
Έτσι φτάσαμε στις μέρες μας, όπου η Οικονομία από τοπική και άμεσα αυτοδιευθυνόμενη κοινωνική δραστηριότητα παραγωγής αγαθών για την ικανοποίηση των πραγματικών αναγκών όλων των μελών της συγκεκριμένης κοινωνίας, δηλαδή από οικονομία τροφός, ή οικονομία της κοινωνίας, εκφυλλίστηκε σε παγκόσμια και κεντρικά κατευθυνόμενη διαδικασία σπατάλης και εξουσιασμών και γι’ αυτό σε διαδικασία αποξένωσης και εκμετάλλευσης των πολλών από τους λίγους, δηλαδή σε οικονομία πλουτισμού των λίγων και δυστυχίας των πολλών, σε οικονομία των επιχειρηματιών ενάντια στην κοινωνία. Όμως η φτώχεια και η δυστυχία απειλούν τη ζωή και ξυπνούν το Φόβο της πείνας, που συμπληρώνεται από το Φόβο της βίας της εξουσίας του πλούτου. Αυτό το μείγμα δημιούργησε και συντηρεί την ‘ταξική οικονομία’ και κατά συνέπεια την οικονομία της φτώχειας και του Φόβου της πείνας.
Κι’ αυτό γιατί το κυνηγητό του κέρδους απομάκρυνε την οικονομία από τον κοινωνικό έλεγχο και τον οικονομικό ορθολογισμό, με συνέπεια η οικονομία να δομηθεί πάνω στο βασικό οικονομικό έγκλημα, που ξεκινάει από την πράξη απόσπασης και ιδιοποίησης του προϊόντος της υπερεργασίας των εργαζόμενων, σε φυσική (είδος), ή σε ιστορική μορφή (χρήμα), προχωράει στην κατασπατάληση της Φύσης και καταλήγει σε αλληλοεξοντωτικούς ανταγωνισμούς και καταστροφικούς πολέμους. Έτσι η οικονομία του ‘πλούτου των εθνών’, εκφυλλίζεται σε οικονομία της ‘φτώχειας των Λαών’, σε οικονομία του Φόβου, της καταστροφής του πλανήτη και των προοπτικών της ίδιας της ζωής.
Αυτά ως διαδικασία που κάθε φορά διαμορφώνει τη συγκεκριμένη πραγματικότητα, ως πραγματικότητα της φτώχειας και της πείνας, η οποία αποτελεί άμεση συνέπεια της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας. Η κυβέρνηση των Ενωμένων Πολιτειών Αμερικής, στην πρόσφατη έκθεση του Υπουργείου Γεωργίας, χαρακτηρίζει ‘αδόκιμο’ τον όρο πείνα και στην προσπάθειά της να συμβάλλει ‘θετικά’ στην εξάλειψη της πείνας, το αντικαθιστά με τον όρο «πολύ χαμηλή τροφική ασφάλεια». Η επιστήμη μπορεί αναμφίβολα, αν υπάρχει κοινωνική βούληση, να εξαλείψει την πείνα, σίγουρα όμως όχι με αυτό τον αμερικάνικο τρόπο της λεκτικής αλχημείας. Επειδή όμως κάθε πραγματικότητα πρέπει να είναι συγκεκριμένη, ποιοτικά συγκρίσιμη και ποσοτικά μετρήσιμη, ΟΗΕ το 1995, διέκρινε τη φτώχεια σε σχετική και σε απόλυτη.
Ως σχετική φτώχεια, ή απλώς ως φτώχεια, ορίζεται η ‘ποιότητα ζωής’, που μπορεί να προσφέρει στον εαυτό του, κάθε πολίτης που το ετήσιο εισόδημά του είναι μικρότερο του 50% του μέσου κατά κεφαλήν ετήσιου εισοδήματος της χώρας του. Και επειδή εκτιμήθηκε πως σε κάθε περίπτωση κι’ ανεξάρτητα από χώρα, για να εξασφαλίζει ένας άνθρωπος τα στοιχειώδη, χρειάζονται τουλάχιστον 5.000 δολάρια Αμερικής το χρόνο, γι’ αυτό ο ΟΗΕ θεώρησε το ποσό αυτό ως το όριο της φτώχειας.
Ως απόλυτη φτώχεια ορίζεται, η ‘ποιότητα ζωής’ που μπορεί να προσφέρει στον εαυτό του κάθε πολίτης του πλανήτη, ανεξάρτητα από χώρα, που έχει ημερήσιο εισόδημα μικρότερο από 2 δολάρια. Απόλυτη φτώχεια σύμφωνα με αυτό τον ορισμό του ΟΗΕ, σημαίνει, έλλειψη στέγης, τροφής, πόσιμου νερού, υγειονομικής περίθαλψης, εκπαίδευσης και πληροφόρησης.
Με αυτά τα κριτήρια του ΟΗΕ και με επίσημα στοιχεία του ίδιου, που δημοσιεύονται και μέσω Διαδικτύου στις ‘Ετήσιες Εκθέσεις του για την ανθρώπινη εξέλιξη’, στις ‘Ετήσιες Εκθέσεις για την κατάσταση των παιδιών στον κόσμο’ της UNICEF, αλλά και άλλων επίσημων φορέων, μπορούμε να δούμε το σημερινό πρόσωπο, αλλά και να γνωρίσουμε το όνομα της φτώχειας. Τα παρακάτω ενδεικτικά στοιχεία, γιατί η επιδείνωσή τους είναι χρόνο με το χρόνο ραγδαία μας δίνουν εικόνες φρίκης:
·      2,5 δισεκατομμύριο Άνθρωποι ζουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, με ημερήσιο εισόδημα μικρότερο από 1 Δολάριο, από τους οποίους,
·      50 εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από την πείνα.
·      640 εκατομμύρια παιδιά δεν ζουν σε κανονικά σπίτια,
·      300 εκατομμύρια παιδιά υποσιτίζονται σε βαθμό που εμποδίζεται η κανονική σωματική και πνευματική τους ανάπτυξη,
·      120 εκατομμύρια παιδιά δεν πάνε σχολείο,
·      50 εκατομμύρια παιδιά στις πλούσιες χώρες του ΟΟΣΑ ζουν σε συνθήκες φτώχειας, (τριτοκοσμικοί θύλακες μέσα στον Πρώτο κόσμο),
·      50 και πλέον εκατομμύρια παιδιά στον κόσμο είναι ‘ανύπαρκτα’, αφού δεν καταγράφονται κατά τη γέννησή τους, πρόκειται για το 40% περίπου των ετήσιων γεννήσεων στον κόσμο,
·      15 εκατομμύρια παιδιά στον κόσμο, πεθαίνουν κάθε χρόνο από την πλήρη ασιτία, δηλαδή από την απόλυτη πείνα,
·      300-400 εκατομμύρια παιδιά, αναγκάζονται σε βαριές και ανθυγιεινές εργασίες, δουλεία, πορνεία και άλλες παράνομες δραστηριότητες, με αποτέλεσμα τα περισσότερα να πεθαίνουν πριν φτάσουν στην εφηβεία τους,
·      1,5 εκατομμύριο παιδιά, τα ‘αόρατα παιδιά’, χάνονται κάθε χρόνο, στα πλοκάμια της μαφίας, των κυκλωμάτων εμπορίας παιδιών (Traffiking).
·      Κάθε 3 δευτερόλεπτα σε κάποιο σημείο του πλανήτη πεθαίνει ένα παιδί εξαιτίας της φτώχειας, που σημαίνει 1200 την ώρα και 28800 την ημέρα.
Αυτά τα στοιχεία μας δείχνουν το πρόσωπο της φτώχειας και της πείνας. Κι’ είναι πράγματι ένα πρόσωπο φρίκης, φόβου και τρόμου. Η φτώχεια όμως των πολλών δεν είναι μόνο η αναγκαία και ικανή συνθήκη του πλουτισμού των λίγων, είναι και το όπλο[4] για την υποταγή τους και έχει όνομα: Νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και παγκόσμιος ηγεμονισμός.
Αν και, όπως δήλωσε πρόσφατα ο Διευθυντής του Παγκόσμιου Προγράμματος Τροφίμων του ΟΗΕ, Τζέιμς Μόρις (www.oneearth.gr), «σήμερα ο πλανήτης μπορεί να θρέψει τους πάντες… όμως η διανομή του πλούτου είναι άνιση…». Και συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από επίσημα στοιχεία:
·      το 20%, δηλαδή το 1/5 περίπου του παγκόσμιου πληθυσμού απολαμβάνει το 80%, δηλαδή τα 4/5 του παγκόσμιου πλούτου,
·      225 σύγχρονοι Κροίσοι κατέχουν περιουσία μεγαλύτερη της περιουσίας του 50% του παγκόσμιου πληθυσμού,
·      πέντε (5) πολυεθνικές εταιρείες ελέγχουν το 90% του παγκόσμιου εμπορίου δημητριακών
·      Μία πολυεθνική, η Μονσάντο, ελέγχει το 91% του παγκόσμιου εμπορίου των σπόρων.
·      Δέκα με δώδεκα κολοσσοί ελέγχουν την ενέργεια, δηλαδή την παραγωγή και τη διανομή των ορυκτών καυσίμων στον κόσμο[5], και
·      Λιγότερες από 500 διεθνείς επιχειρήσεις ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας στον πλανήτη. Ταυτόχρονα όμως:
·      Οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες ενός χρόνου θα ήσαν αρκετές για την οριστική εξάλειψη της φτώχειας και της πείνας, αν φυσικά η παραγωγή δεν προσανατολίζονταν στο κέρδος και στον πόλεμο, αλλά στις ανάγκες της ευημερίας του παγκόσμιου πληθυσμού και η διανομή ήταν δίκαιη.
Μετά από όλα αυτά τα, έστω ενδεικτικά και προσεγγιστικά, πλην όμως επίσημα, στοιχεία δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί η φύση, η έκταση και η αρνητική επίδραση της φτώχειας και της πείνας στην εξέλιξη της Ανθρωπότητας και του πολιτισμού της. Δεν είναι επίσης δύσκολο να κατανοηθεί πως η πείνα μπορεί να καταπολεμηθεί άμεσα, αλλά αυτό προϋποθέτει «θεμελιακές αλλαγές στις δομές, στους θεσμούς και στις αξίες»[6], γιατί προφανώς αυτές που χαρακτηρίζουν τη σημερινή, την καπιταλιστική, πραγματικότητα εμποδίζουν την καταπολέμησή της.
Η υποκριτική ‘φιλανθρωπία’ και η ‘παρηγορία’ που προσφέρουν οι θρησκείες για μια υποτιθέμενη ‘καλύτερη ζωή μετά από το θάνατο’ αντικειμενικά λειτουργεί ως ιδεολογία των εξουσιαστών σε βάρος των θρησκευόμενων και εξουσιαζόμενων. Αλλά και το σόφισμα των πολιτικών πως «αυτό που θέλει ο κόσμος δεν είναι χρήματα ή δουλειές, είναι αξιοπρέπεια»[7], καταλήγει σε προσβολή και κοροϊδία σε βάρος των εργαζόμενων, αφού σε συνθήκες καπιταλισμού χωρίς δουλειά και μεροκάματο δεν μπορεί να υπάρξει αξιοπρέπεια για τους ανέργους και τους μισθωτούς δούλους που αναγκάζονται να τρέχουν από συσσίτιο σε συσσίτιο και από σκουπιδοτενεκέ σε σκουπιδοτενεκέ για να κρατηθούν στη ζωή.

Η φτώχεια και η πείνα δεν είναι αναπόφευκτη, αντίθετα είναι το σχεδιασμένο έγκλημα των βίαιων καπιταλιστικών θεσμών, δομών και λειτουργιών που παράγουν πλούτο για τους λίγους και δυστυχία για τους πολλούς. Είναι ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και του πολιτισμού. Οπότε το μόνο που απομένει είναι οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού να καταστρέψουν τη βάση του καπιταλισμού, την οικονομική και κοινωνική ανισότητα και κοινωνικοποιώντας τα μέσα παραγωγής και οργανώνοντας την οικονομία με αναφορά στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και στη βάση της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης και της άμεσης δημοκρατίας σε τοπικό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο[8], να καταργήσουν τις αιτίες της φτώχειας και την πείνα, ανοίγοντας το δρόμο για τον πολιτισμό της οικονομικής και κοινωνικής ισότητας, χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ευημερία, ούτε αξιοπρέπεια, ούτε ελευθερία, ούτε δημοκρατία, ούτε ειρήνη και ούτε μέλλον για την ανθρωπότητα και τη ζωή.
_____________________

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ, τεύχος 52, Ιούλης 2015



[1] Ιρλανδός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας.
[2] «Η πρόσφατη ιστορική και ανθρωπολογική έρευνα κατάληξε στο πολύ σημαντικό συμπέρασμα, ότι η οικονομική δραστηριότητα του ανθρώπου, κατά κανόνα προσδιορίζεται από τις κοινωνικές σχέσεις του[…]. Η εξήγηση γι’ αυτό οδηγεί στην ουσία της επιβίωσης, […] αφού η κοινότητα φροντίζει να μην πεινάει κανένα από τα μέλη της. […]. Η διατήρηση των κοινωνικών δεσμών είναι για τον άνθρωπο αποφασιστικής σημασίας, πρώτο γιατί όποιος παραβιάζει τον ισχύοντα κώδικα τιμής, […] θέτει εαυτόν εκτός κοινότητας και δεύτερο γιατί, σε τελική ανάλυση, κάθε κοινωνικό καθήκον ακουμπάει στην αρχή της αμοιβαιότητας και η ικανοποίηση των ενδιαφερόντων του ατόμου εξυπηρετείται με τον καλύτερο τρόπο, στηριζόμενη στην αρχή ‘δίνω και παίρνω’», Polanyi Karl, The Great Transformation. Politische und ökonomische Ursprünge von Gesellschaften und Wirtschaftssystemen, EUROPAVERLAG; Wien 1977, σελ. 68-69.
[3] Για μια διεξοδική ανάλυση, βλέπε: Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και Παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της Παρακμής, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009.
[4] «Υπάρχει μια βιομηχανία πείνας σ’ έναν κόσμο του οποίου η αλληλεξάρτηση αυξάνεται. Είναι μια αλλιώτικη βιομηχανία που περιλαμβάνει πολεμιστές κάθε ιδεολογίας, οι οποίοι χρησιμοποιούν την πείνα σαν όπλο. […]. Περιλαμβάνει επίσης ένα απέραντο δίκτυο επαγγελματικών οργανώσεων που ασχολούνται με την εξαφάνιση της πείνας, παράγοντες των Ηνωμένων Εθνών, οργανισμούς βοήθειας, διοργανωτές συναυλιών ροκ, ακόμη και τους ανθρώπους των πανεπιστημίων. Από το συνονθύλευμα αυτό των καλών και αγαθών προθέσεων δεν είναι να απορεί κανείς που οι συνταγές για την εξαφάνιση της πείνας είναι τόσες πολλές, ενώ η επιθυμία να δοθεί ένα τέλος στην πείνα γίνεται παγκόσμια», Νιούμαν Λουσίλ, Φ., Η πείνα στην ιστορία, ό. π. σελ. 525-526, (Η υπογράμμιση στο πρωτότυπο).
[5] Βλέπε σχετικά με το ενεργειακό πρόβλημα, Λάμπος Κώστας, Ποιος φοβάται το Υδρογόνο;  Η επανάσταση του υδρογόνου, η ελεύθερη ενέργεια και η απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα ορυκτά καύσιμα και την καπιταλιστική βαρβαρότητα, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2013.
[6] Νιούμαν Λουσίλ Φ., Η πείνα στην ιστορία, ό. π. , σελ΄, 526.
[7] Σοφιστεία του υπουργού οικονομικών της Ελλάδας, Γιάννη Βαρουφάκη,: http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26516&subid=2&pubid=113466588
[8] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και αταξική κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον Ουμανισμό, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012. Βλέπε επίσης Λάμπος Κώστας, Αταξική Δημοκρατία και Οικουμενικός Ουμανισμός στον  21ο αιώνα, στο συλλογικό τόμο, Άμεση Δημοκρατία στον 21ο αιών, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2013.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Καπιταλισμός και ‘Αριστερά’, ή Κοινωνία και Ουμανισμός;




Γράφει ο Κώστας Λάμπος

«Ως τώρα ο ανθρωπισμός γνώρισε δύο σημαντικές περιόδους.
Η μία ήταν ελληνική και η άλλη αναγεννησιακή. Η δεύτερη κατέληξε στον
Γαλιλαίο και στον Νεύτωνα. Τώρα ίσως μπαίνουμε σε μια τρίτη περίοδο νέου 
ανθρωπισμού. Δεν είναι αποδεκτές η ανισότητα και η δικτατορία. Νομίζω πως
αυτός ο ανθρωπισμός θα περιλαμβάνει πιο συλλογικές εκδηλώσεις, αφού
ζούμε σε μια κοινωνία με αυξημένες δυνατότητες επικοινωνίας. Ας
ελπίσουμε ότι θα φτιαχτεί μια πιο ανθρωπιστική κοινωνία».
Ilya Romanovich Prigogine


Η ιστορία της ανθρωπότητας μοιάζει με ένα διαχρονικό δέντρο που μεγαλώνει σε ύψος και σε πλάτος ασταμάτητα, βγάζοντας συνεχώς καινούργια κλαδιά στην κορυφή, η ζωτικότητα των οποίων μειώνεται μέχρι που μηδενίζεται στα παλιότερα και αυξάνεται μέχρι την πλήρη ανάπτυξή τους στα νεώτερα, για να ακολουθήσουν χωρίς σταματημό ακόμα πιο νέα. Τα μεγάλα κοινωνικά συστήματα δεν είναι παρά «διακλαδώσεις»[1] στο δέντρο της ανθρωπότητας, η γένεση, η εξέλιξη, η ακμή, η παρακμή και ο θάνατος των οποίων ορίζονται ως περίοδοι της ιστορικής της εξέλιξης. Αυτή την πορεία από το παλιό κλαδί στο νέο και στο νεότερο, από το Χθες στο Σήμερα και από εκεί στο Αύριο και στο Μεθαύριο ο Ιλιά Πριγκοζίν την ονόμασε «βέλος του χρόνου»[2], που δεν αποτυπώνει μόνο τη φορά των φυσικών φαινομένων, αλλά διατρέχει και την ιστορία της ανθρωπότητας από τις πρωτόγονες κοινωνίες της ισοκατανομής, το δουλοκτητικό, το φεουδαρχικό και το καπιταλιστικό σύστημα σε όλες τις εκδοχές του, τείνοντας στην κατάκτηση της μεγάλης ουτοπίας της ανθρωπότητας, στον ουμανισμό της κοινωνικής ισότητας, στην άμεση δημοκρατία με περιεχόμενο την αταξική κοινωνία.
Με αυτή την αναφορά θέλω να υπενθυμίσω πως είναι λάθος να ταυτίζουμε την όποια διακλάδωση με τον κορμό και συνεπώς το, στη διάσταση του χρόνου, βραχύβιο κλαδί με το διαχρονικό και αθάνατο δέντρο, δηλαδή είναι λάθος να ταυτίζουμε τον καπιταλισμό με την ανθρωπότητα και τον πολιτισμό της. Κανένα κοινωνικό σύστημα, καμιά πανούργα εξουσία και καμιά κραταιά αυτοκρατορία δεν κατάφερε να επιβιώσει στο διηνεκές και να γίνει η μοίρα της ανθρωπότητας. Ο καπιταλισμός γεννήθηκε σε μια χρονική συγκυρία, άκμασε για συγκεκριμένους λόγους, παρακμάζει κάτω από ορισμένες συνθήκες απώλειας της δημιουργικής ζωτικότητάς του και κάποια στιγμή θα «κοπεί» ή θα πεθάνει για να γεννηθεί ένα καινούργιο κλαδί, ένα καινούργιο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης που θα οδηγήσει την ανθρωπότητα στην επόμενη περίοδο της ιστορικής της διαδρομής.
*
Ο καπιταλισμός είναι ένα τοπικό φαινόμενο που γεννήθηκε την ίδια περίπου χρονική περίοδο σε πολλούς διαφορετικούς τόπους του πλανήτη και αναπτύχθηκε ραγδαία λεηλατώντας τη Φύση και απομυζώντας την μυϊκή και την πνευματική δύναμη των εργαζόμενων ανθρώπων. Όταν η ανάπτυξή του κάλυψε τον τόπο καταγωγής του και για να αποφύγει τον πρόωρο μαρασμό του, αναζήτησε ‘ζωτικό χώρο’ και τον απόκτησε με την πολιτική των τριών ‘‘m’ mercanti (έμποροι) missionary (ιεραπόστολοι) και militari (στρατιωτικοί)’[3] που εφαρμόστηκε από όλους τους αναπτυγμένους εθνικούς πιά καπιταλισμούς, ως ενιαία μέθοδος υποδούλωσης των χωρών με ασθενέστερους καπιταλισμούς ή χωρών που ακολουθούσαν έναν διαφορετικό δρόμο εξέλιξης και πολιτισμού. Αυτή η περίοδος έμεινε γνωστή ως ‘περίοδος της αποικιοκρατίας’ και ολοκληρώθηκε μέσα από διαδικασίες αλληλοεξόντωσης μεταξύ των αποικιοκρατικών δυνάμεων ως ‘ιμπεριαλιστική περίοδος’, όπου οι ανταγωνιστές περιορίστηκαν σε έναν ολιγοπολικό ή και διπολικό κόσμο, με κατάληξη την καπιταλιστική βαρβαρότητα που εκφράζεται με όλες τις μορφές βίας σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής της εργαζόμενης ανθρωπότητας. Τα όπλα, τα θρησκευτικά ιερατεία, τα καταχρηστικά δάνεια, οι άδικοι και παράλογοι νομικοί θεσμοί, οι βίαιες οικονομικές και κοινωνικές δομές της ανισότητας, η διπλωματία της διαπλοκής και τα αστικά κοινοβούλια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας κατοχυρώνουν την δικτατορία του κεφαλαίου, αλυσοδένουν τις κοινωνίες και επιβάλλουν το τυμπανιαίο ιστορικό πτώμα του καπιταλισμού στην εργαζόμενη ανθρωπότητα.
Για να αποφύγει όμως ο καπιταλισμός τον ιστορικά μοιραίο θάνατό του, προσπαθεί μέσω της στρατηγικής της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης[4] να συσσωματώσει όλους τους επιμέρους τοπικούς-εθνικούς καπιταλισμούς σε έναν ενιαίο παγκόσμιο καπιταλισμό, κάτω από την ενιαία καθοδήγηση του σκληρού πυρήνα του παγκόσμιας εμβέλειας κεφαλαίου, γιατί έτσι εκτιμά ότι θα περιορίσει τον κανιβαλικό ανταγωνισμό που τον αποδυναμώνει και θα καταφέρει να οργανώσει αποτελεσματικότερα την κατασπατάληση της Φύσης και την καθολική υποδούλωση των ανθρώπων, των κοινωνιών και της ανθρωπότητας συνολικά. Αυτή η επιλογή του οριοθετεί και το τέλος του τόσο γιατί οι σύμφυτες με τη φύση του κεφαλαίου κρίσεις γίνονται παγκόσμιες και δύσκολα ελέγξιμες, με αναπόφευκτή την γενικευμένη θανάσιμη μόλυνση του συσσωματωμένου a la Frankenstein καπιταλισμού, όσο και γιατί οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, όλες οι κοινωνίες και συνολικά η ανθρωπότητα συνειδητοποιούν ότι απέναντι στην καταστροφική μανία του κεφαλαίου μόνες αυτές οφείλουν να υπερασπιστούν την αξιοπρέπειά τους, την ελευθερία τους, την ευημερία τους, τις μικρές, τις μεγάλες πατρίδες, αλλά και την πολύ μεγάλη και μοναδική τους πατρίδα το διαστημόπλοιο Γη, από τη στιγμή που το πατριδοκάπηλο παιχνίδι του κεφαλαίου, που τις κρατούσε όμηρο νοσηρών εθνικισμών, τελείωσε στους σκοτεινούς θαλάμους των G7, G8…, G20, της Λέσχης Μπίλντενμπεργκ, της Τριλατεράλε, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, του ΝΑΤΟ και τόσων άλλων χαλκείων της Νέας Τάξης Πραγμάτων, της Νέας Δουλοπαροικίας, του παγκόσμιου φασισμού και του επαπειλούμενου τεχνοκρατικού μεσαίωνα.
Το χειρότερο από όλα τα κακά είναι ότι το σύστημα καθηλώνει (με τη βοήθεια του star system, του δημιουργού των ροκ πολιτικών-ηθοποιών, των πολιτικολογούντων άσχετων ‘καλλιτεχνών’, των κρατικοδίαιτων διανοούμενων και των καλοπληρωμένων διαμορφωτών της λεγόμενης κοινής γνώμης), τις κοινωνίες στους καναπέδες της για να ‘μορφωθούν’ με τις εμετικές πρωϊνές τηλεοπτικές εκπομπές, να ενημερωθούν με τις μαγειρεμένες βραδινές ειδήσεις και τις βαθυστόχαστες αναλύσεις παραμορφωμένων κονδυλοφόρων αναλυτών που περιστρέφονται σε θέματα ‘περί όνου σκιάς’ και περί σφυγμομετρήσεων της ‘κοινής γνώμης’ για το επικρατέστερο κόμμα-εργαλείο να διαχειριστεί το σύστημα του κεφαλαίου, δημιουργώντας ψευδαισθήσεις ότι υπάρχει ακόμα ελπίδα για τη σωτηρία του πλανήτη, την διασφάλιση της δημοκρατίας και της ειρήνης, για τον επισφαλή εργαζόμενο και για τον άνεργο με κάποια αριστερή ή δεξιά διαχείριση του καπιταλισμού. Αλλά κανείς δεν μιλάει για τον χρεοκοπημένο καπιταλισμό, για την απατηλή αντιπροσωπευτική δημοκρατία και για τις δυνατότητες που έχει η ανθρωπότητα να ζήσει καλύτερα πετώντας στον κάδο της ιστορίας το σύστημα και τα συμφέροντα του 1% των μελών της, επιλέγοντας την κατάργηση της ατομικής και κρατικής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής και επιβάλλοντας με τη δύναμη του 99% συνθήκες κοινωνικής ισότητας, άμεσης δημοκρατίας και αταξικής κοινωνίας, με αποτέλεσμα «η ελπίδα που πεθαίνει τελευταία» να πεθαίνει, να ανασταίνεται και να ξαναπεθαίνει διαρκώς και καθ’ επανάληψη, επιβεβαιώνοντας όσες Κασσάνδρες προβλέπουν την ‘αιωνιότητα του καπιταλισμού’ και στιγματίζουν τον αγώνα για την κοινωνική ισότητα ως ανεφάρμοστη ουτοπία και ως αξιόποινο ‘ζορμπαλίκι’.
Αυτή η εξέλιξη οδήγησε στη διάψευση και συνεπώς στο σταδιακό ξεπέρασμα όλων των αστικών σκοταδιστικών μύθων και των εξουσιαστικών ιδεολογιών των δυνάμεων του κεφαλαίου που καταγράφεται ως άρνηση, από τη μεριά των εξουσιαζόμενων, της κοινωνικής ανισότητας, της δικτατορίας του κεφαλαίου και ως διεκδίκηση ενός καλύτερου κόσμου. Αυτή η αντιπαράθεση μεταξύ καπιταλισμού σε όλες τις πιθανές και απίθανες εκδοχές του και της κοινωνίας σε τοπικό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο προκαλεί τη σταδιακή αφύπνιση των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού σε τοπικό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο και στην αγωνιστική διεκδίκηση ενός κόσμου της κοινωνικής ισότητας, της καθολικής ευημερίας, με άμεση δημοκρατία και παγκόσμια ειρήνη.
*
Αυτή την αυτόνομη πνευματική, πολιτική και συνειδησιακή αφύπνιση των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, τα γραφειοκρατικά επιτελεία του κεφαλαίου, από τα σχολεία και τα πανεπιστήμια μέχρι τα θρησκευτικά μουλατεία και τα μέσα μαζικής παραπλάνησης, προσπαθούν να την αποπροσανατολίσουν ή και να τη ματαιώσουν με φασιστικές, νεοφιλελεύθερες, ‘χριστιανοδημοκρατικές, χριστιανοσοσιαλιστικές, σοσιαλδημοκρατικές, τριτοτεταρτοδιεθνιστικές εξουσιαστικές ιδεολογίες που υπόσχονται να βελτιώσουν, να ‘αλλάξουν’ ή και να ‘καταργήσουν’ τον καπιταλισμό για λογαριασμό της κοινωνίας, αλλά χωρίς την κοινωνία. Συνέπεια όλων αυτών είναι να εμφανίζονται νέες μεταμορφώσεις του ίδιου του καπιταλισμού χωρίς ουσιαστικές αλλαγές στην απάνθρωπη και καταστροφική του φύση που χαρακτηρίζεται από τον ανταγωνισμό, την οικονομική και κοινωνική ανισότητα, τον πόλεμο.
Το καπιταλιστικό σύστημα της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας καταφέρνει πότε με τα αστικό κοινοβούλιο και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία του και πότε με τις δυνάμεις καταστολής και τη φασιστική δικτατορία του να παραπλανά τις κοινωνίες και με τη βοήθεια των αστικών κοινοβουλευτικών κομμάτων και της αστικής διανόησης να τις στοιχίζει πίσω από τους δικούς του στρατηγικούς στόχους. Όταν όμως τα πράγματα σφίγγουν και οι κοινωνίες κατεβαίνουν στους δρόμους, ανεβαίνουν στα βουνά, καταλαμβάνουν τα εργοστάσια, ή κατεβαίνουν μαζικά στις πλατείες και προσανατολίζονται προς την κατάργηση του καπιταλισμού, την άμεση δημοκρατία και την κοινωνική ισότητα, τότε το σύστημα αλλάζει τακτική. Κατασκευάζει, με την οικονομική βοήθεια των ολιγαρχών, με την θετική ή ‘αρνητική’ βοήθεια των συστημικών ΜΜΕ και της κρατικοδίαιτης και βολεμένης ‘αστικής αριστερής διανόησης’ μέσα στους κόλπους του, ‘πρωτοπορίες’. Πρωτοπορίες που συγκροτούνται από ιεραρχικά οργανωμένες εξουσιαστικές συμμορίες που υπόσχονται μέσω μιας κάποιας ‘αριστερής διαχείρισης’ του κεφαλαίου έναν ‘καλύτερο, ηθικότερο, εντιμότερο, δικαιότερο καπιταλισμό’ με κοινωνική δικαιοσύνη, αποδίδοντας τα εγκλήματα του καπιταλισμού ενάντια στην ανθρωπότητα στα κόμματα εργαλεία του και στους επαγγελματίες πολιτικούς υπαλλήλους του, συσκοτίζοντας την αντικειμενική πραγματικότητα αναφορικά με την απάνθρωπη, εκμεταλλευτική και καταστροφική φύση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Κάποιες μάλιστα ‘επαναστατικές πρωτοπορίες’ υπόσχονται ακόμα και μέσω των αστικών κοινοβουλευτικών διαδικασιών κατάργηση του καπιταλισμού χωρίς βέβαια την κατάργηση της ατομικής-ιδιωτικής ή/και της κρατικής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής και συνεπώς χωρίς την κατάργηση της αντίστοιχης ατομικής, ταξικής και κρατικής εξουσίας πάνω στους εργαζόμενους και στις κοινωνίες. Συνήθως αυτό συμβαίνει σε περιόδους κρίσης του καπιταλισμού, όταν η αστική αριστερή διανόηση απλώνει συστηματικά την αστική ιδεολογία περί των ‘μαζών’, δηλαδή των κοινωνιών που τις θεωρούν ανίκανες να αυτοκυβερνηθούν και συνεπώς χρειάζονται κάποια ιεραρχικά δομημένη εξουσία στην κορυφή της οποίας στρογγυλοκάθονται οι επαναστατικές πρωτοπορίες που ως εξουσίες κρατάνε τις κοινωνίες μακριά από την εξουσία θέσμισης για τη μορφή και το περιεχόμενο της οικονομίας, για το μοντέλο παραγωγής και διανομής των αναγκαίων υλικών και πνευματικών-πολιτιστικών αγαθών, για τον τρόπο που οργανώνονται, δημιουργούν και εξελίσσονται οι ίδιες οι κοινωνίες. Η ιστορική εμπειρία από όλες αυτές τις μεθόδους του καπιταλιστικού συστήματος δείχνει πως αυτό για να κρατήσει μακριά τις δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, τις κοινωνίες και την εργαζόμενη ανθρωπότητα από τη συνειδητοποίηση του δικού τους ιστορικού ρόλου για την αυτοαπελευθέρωσή τους, δημιουργεί πολιτικές γραφειοκρατίες, κόμματα και πολιτικούς επαγγελματίες που τους μοιράζει ρόλους κυβερνητικούς, συμπολιτευτικούς και αντιπολιτευτικούς, δεξιούς, κεντρώους και ‘αριστερούς’, αντιδραστικούς, συντηρητικούς και ‘επαναστατικούς’. Κεντρική στρατηγική στόχευση αυτής της ‘εξουσιαστικής πολιτικής εργαστηρίου στο εποικοδόμημα’ είναι οι κοινωνίες να μην αμφισβητήσουν εκ θεμελίων το ίδιο το οικοδόμημα, να εγκαταλείψουν τους δρόμους και τις πλατείες με τις ‘ουτοπίες’ για άμεση δημοκρατία και να γυρίσουν στον καναπέ τους ως θεατές και θιασώτες του αστικού κοινοβουλευτισμού που εγγυάται τη δικτατορία του κεφαλαίου. Αυτή τη βρώμικη δουλεία για λογαριασμό του κεφαλαίου δεν μπορούν να την κάνουν τα καθαρόαιμα αστικά πολιτικά κόμματα με τις νεοφιλελεύθερες ιδεολογίες, γι’ αυτό το σύστημα κατασκευάζει, εκπαιδεύει και χρησιμοποιεί, με κατάλληλη σκηνοθεσία, με θολές ιδεολογίες, λαϊκίστικο λόγο και πελατειακή τακτική, ‘αριστερά’ κόμματα που διεκδικούν μέσα από στημένες και υπονομευμένες εκλογικές διαδικασίες την ‘αριστερή διαχείριση’[5], δηλαδή τη πολιτική εξουσία διαχείρισης του καπιταλισμού.

*
Οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, έχοντας στο ενεργητικό τους, αλλά και στη ιστορική μνήμη τους τις ψεύτικες ελπίδες των πολιτικάντηδων και των ‘πρωτοποριών’, τις προδοσίες και τις απογοητεύσεις τους, αλλά και τις αμέτρητες θυσίες τους σε όλους τους αγώνες της υποτιθέμενης ετεροαπελευθέρωσής τους, όλο και περισσότερο συνειδητοποιούν τώρα, στον 21ο αιώνα, πως το ζητούμενο δεν είναι να ‘κατακτήσουμε’ τα χειμερινά ανάκτορα τον Αύγουστο για να καταλάβουμε την εξουσία του αστικού κράτους του ιδιωτικού ή/και κρατικού κεφαλαίου, αλλά να καταργήσουμε συθέμελα τον καπιταλισμό και μαζί με αυτόν κάθε μορφής εξουσία πάνω στα μέσα παραγωγής, στην παραγωγή και στη διανομή των αγαθών την ίδια, στην πληροφόρηση, στην οικονομία, στην κοινωνία και στον πολιτισμό και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την εγκαθίδρυση σχέσεων αυτοδιεύθυνσης της κοινωνίας σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο. Αυτοδιεύθυνση της κοινωνίας δεν σημαίνει αντιπροσωπευτική αστική δημοκρατία, αλλά άμεση κοινωνική δημοκρατία[6] με περιεχόμενο την αταξική κοινωνία, το μοναδικό καταφύγιο, ταυτόχρονα και το δυναμικό ορμητήριο το κάθε Εγώ στα πλαίσια του Εμείς, των πολλών Εμείς ως Τοπική Άμεση Δημοκρατία και των πολλών Τοπικών Άμεσων Δημοκρατιών ως Εθνική Αμεσοδημοκρατική Ομοσπονδία που θα καταλήγει στην Παγκόσμια Συνομοσπονδία Αμεσοδημοκρατικών Κοινωνιών στα πλαίσια ενός Οικουμενικού Ουμανιστικού Πολιτισμού[7].
Αναμφισβήτητα ο δρόμος είναι δύσκολος και μακρύς, αλλά δεν υπάρχει άλλος για να απαλλαχθεί η ανθρωπότητα από την καπιταλιστική βαρβαρότητα και να οικοδομήσουμε ως άτομα και ως κοινωνίες έναν καλύτερο κόσμο για όλους, ενάντια στον γκρίζο κόσμο του κεφαλαίου που είναι καλύτερος για τους λίγους και κόλαση για τους πολλούς. Αυτός ο δρόμος, αυτό το ταξίδι προς την κοινωνική ισότητα ξεκινάει όπως κάθε άλλο ταξίδι με το πρώτο μικρό βήμα του καθενός μας. Ας ξεκινήσουμε από την απαλλαγή μας από κάθε σκοταδιστικό μύθο και κάθε εξουσιαστική ιδεολογία, από την έξοδό μας από κάθε στρούγκα που μας προβατοποιεί για να μας έχει δεδομένους στο παιχνίδι εξουσίας του κάθε κομματικού τσοπάνη και κρέας στο τσιγκέλι του κάθε καπιταλιστικού χασάπη. Ας πετάξουμε από πάνω μας κάθε σύμβολο, κάθε ‘βεβαιότητα’ και κάθε ‘ταυτότητα’ και ας αναζητήσουμε την επιστημονικά έγκυρη και κοινωνικά χρήσιμη γνώση με τη μόρφωση, την αυτομόρφωση και το διάλογο, μέσα στις βιβλιοθήκες, στους χώρους δουλειάς και κατοικίας, και ας προκαλούμε συνεχώς το δημόσιο διάλογο για όλα και για όλους, γιατί μόνο έτσι θα απαλλαχθούμε από κάθε ψεύτικη αυθεντία και από κάθε αληθινή εξουσία. Μόνο έτσι, μέσα από το Εμείς, θα κατακτήσουμε την γνήσια Εαυτότητά μας και θα ανοίξουμε όλοι μαζί το δρόμο για νέες διακλαδώσεις με τελικό αποτέλεσμα την ανάδυση νέων χωροχρονικά μορφών κοινωνικής οργάνωσης, αντίστοιχων στο σημερινό επίπεδο της επιστήμης, της τεχνολογίας, των αναγκών και των οραμάτων μας, για τον καλύτερο κόσμο της κοινωνικής ισότητας, χωρίς την οποία τίποτα από όσα μας υπόσχονται και για τα οποία η ανθρωπότητα αγωνίζεται εκατομμύρια χρόνια να κατακτήσει δεν θα κατακτηθεί.
Σ’ αυτόν τον αγώνα όλοι μας έχουμε την θέση και την ευθύνη μας, με συμμετοχή μας στην κατασκευή του κοινού μέλλοντός μας, που για να είναι και δικό μας δεν πρέπει να το αναθέτουμε σε επαγγελματίες εργολάβους κατασκευαστές ψεύτικων ελπίδων και αληθινών εξουσιών σε βάρος μας. Η ιστορία διδάσκει πως κανένας αγώνας δεν χάθηκε εκτός από εκείνους που δεν δόθηκαν ή ανατέθηκαν σε σκοταδιστικά και εξουσιαστικά ιερατεία ανεξάρτητα από θεοκρατική, ιδεολογική, φυλετική και χρωματική επιλογή.


[1] «Μπορούμε να αντιληφθούμε τις δομές που μας περιβάλλουν, ιδωμένες από μια ιστορική προοπτική και αυτή η ιστορική προοπτική αντιστοιχεί σε μια διαδοχή διακλαδώσεων», Ilya Prigogine, Οι νόμοι του χάους, Εκδόσεις Π.ΤΡΑΥΛΟΣ, Αθήνα 2003, σελ. 104.
[2] ¨Το βέλος του χρόνου επιδρά σε άρσεις ασυμμετρίας και στην εμφάνιση της τάξης και της αταξίας σε μακροσκοπικό επίπεδο. Και στις δυό περιπτώσεις η τάξη και η αταξία προέρχονται από το χάος. Εάν η θεμελιώδης περιγραφή γινόταν με σταθερούς δυναμικούς νόμους, δεν θα είχαμε μεταβολή εντροπίας, ούτε τάξη μακράς εμβέλειας μακράν της ισορροπίας, ούτε θα αναφερόμασταν σε βιολογικές δομές. Θα είχαμε ένα σύμπαν από το οποίο ο άνθρωπος θα είχε αποκλεισθεί», ό. π. σελ.. 90.
[3] Basso Lelio, Εισαγωγή στο συλλογικό τόμο: Πολιτιστικός Ιμπεριαλισμός, ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ, Αθήνα 1984, σελ. 28
[4] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και Παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της Παρακμής. ΠΑΠΑΖΗΣΗΖ, Αθήνα 2009.
[5] Λάμπος Κώστας, Αριστερά κόμματα ή αριστερή κοινωνία; ΠΟΛΙΤΕΣ, τεύχος 8/Νοέμβρης 2009, καθώς επίσης και Λάμπος Κώστας Αριστερή διαχείριση του καπιταλισμού ή αυτοδιαχείριση της αριστερής κοινωνίας, ΠΟΛΙΤΕΣ τεύχος 39/Ιούνης 2012.
[6] Βλέπε σχετικά Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον Ουμανισμό, ΜΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.
[7] Λάμπος Κώστας, Από τον ευρωπαϊκό Ουμανισμό, στην καπιταλιστική βαρβαρότητα ή στον Οικουμενικό Ουμανισμό; MONTHLY REVIEW, τεύχος Ιούνη 2009.