Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αταξική Δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αταξική Δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

Το πρόβλημα της Δημοκρατίας στον 21ο αιώνα



Το πρόβλημα της Δημοκρατίας στον 21ο αιώνα

Γράφει ο Κώστας Λάμπος


«Από τη στιγμή που ένας λαός εκλέγει αντιπροσώπους,
παύει να είναι ελεύθερος».
Ζαν-Ζακ Ρουσσώ

Ο ΟΥΜΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑκυρίαρχο με την αστική επανάσταση και τη μορφή του αντιπροσωπευτικού αστικού κοινοβουλίου. Ως σύστημα διαχείρισης η αντιπροσωπευτική αστική δημοκρατία αποτελεί έκφραση συμβιβασμού των ανταγωνιζόμενων και θανάσιμα αλληλοεχθρευόμενων μερίδων του κεφαλαίου, ντόπιου και ξένου, και με αυτή την έννοια δεν είναι πια εξουσία του Δήμου, αλλά κράτος του κεφαλαίου, είναι μια αστική καπιταλιστική δημοκρατία. Εκφραστές των συμφερόντων των ανταγωνιζόμενων μερίδων του κεφαλαίου, σε επίπεδο κοινωνίας, είναι τα πολιτικά κόμματα που διεκδικούν την πολιτική διαχείριση των συμφερόντων του κεφαλαίου συνολικά, τα οποία για να εξασφαλίσουν τη νομιμοποίηση της αστικής δημοκρατίας, αναπτύσσονται από την άκρα δεξιά μέχρι την άκρα αριστερά πτέρυγα του αστικού κοινοβουλίου. Πολιτικά κόμματα που διαφοροποιούνται σε ολόκληρο το ιδεολογικό φάσμα γι’ αυτό συναντάμε την αστική δημοκρατία συνοδευόμενη από πολλά και διαφορετικά κοσμητικά επίθετα, από τη βασιλευόμενη την προεδρική, την προεδρευόμενη ‘Δημοκρατία’, μέχρι τις στρατοκρατικές ‘δημοκρατίες της μπανανίας’, αλλά και τις λεγόμενες ‘σοσιαλιστικές και λαϊκές δημοκρατίες’. Διακηρυγμένος κεντρικός στόχος όλων των κομμάτων είναι το ‘καλό των εργαζόμενων, του λαού, της κοινωνίας, του έθνους, της πατρίδας’. Ανομολόγητος στόχος όμως είναι να υπηρετήσουν την κυρίαρχη και πρωτογενή εξουσία της οικονομικής ολιγαρχίας, δηλαδή του κεφαλαίου με αποτελεσματικότητα για να τους εμπιστευθεί το κεφάλαιο την κυβέρνηση, την πολιτική διαχείρισή του, γι’ αυτό και ως εκφραστές μερίδων του κεφαλαίου ανταγωνίζονται σκληρά για την επίτευξη του στόχους τους, για την αναρρίχησή τους στην κυβέρνηση. Χαρακτηριστικό όλων των, μετά την Άμεση Αθηναϊκή Δημοκρατία, αντιπροσωπευτικών δημοκρατιών είναι το γεγονός της άσκησης της εξουσίας διά των ‘αντιπροσώπων’ και συνεπώς ερήμην της κοινωνίας. Στη διαδρομή της ανθρώπινης ιστορίας, από την Αθηναϊκή Δημοκρατία και μετά, η Δημοκρατία ανεξαρτητοποιείται από τον Δήμο και μένει μόνο κράτος χωρίς τον Δήμο και ενάντια σ’ αυτόν. Εκφυλίζεται σε μια αντιδημοκρατική-αντικοινωνική κοινοβουλευτική δικτατορία, σε ένα κρατικό σύστημα διαχείρισης των συμφερόντων μιας κοινωνικής μειονότητας, φτάνοντας, στις μέρες μας, σε σημείο όπου «η έννοια της Δημοκρατίας, άλλοτε άκρως ιερή για τους εργαζόμενους, να έχει γίνει σήμερα ύποπτη ή ακόμη και απεχθής στα μάτια ενός κομματιού, ολοένα αυξανόμενου, των ίδιων των εργαζομένων, φθάσαμε στο σημείο να απελευθερώνει στις τάξεις των εργαζομένων τέτοια βαθιά περιφρόνηση όσο και βίαιη εχθρότητα απέναντι στο δημοκρατικό σύστημα και τη συνταγματική του έκφραση, τον κοινοβουλευτισμό»[1].Η Δημοκρατία ως αντίληψη και τρόπος κοινωνικής συμβίωσης είναι τόσο παλιά όσο και η ανθρωπότητα. Τη συναντάμε με τη μορφή του ‘πρωτόγονου κομμουνισμού’ στο πολύ μακρινό παρελθόν της ανθρωπότητας σε όλο τον πλανήτη. Ως πολίτευμα εμφανίζεται, διαμορφώνεται και συμπληρώνεται σταδιακά στο πλαίσιο της αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Με την κατάρρευση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας ανακόπηκε η ολοκλήρωσή της ως άμεση δημοκρατία και μεταλλάχθηκε σε σύστημα ετεροπροσδιοριζόμενης διαχείρισης που γίνεται
Η μελέτη της ιστορίας της κοινωνικής εξέλιξης οδηγεί στο συμπέρασμα πως από την εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας, της πατριαρχικής οικογένειας, του κράτους και τη θρησκείας, και συνεπώς της διάσπασης της κοινωνίας στην τάξη των ιδιοκτητών-εξουσιαστών με στυλοβάτη τη θρησκευτική-εκκλησιαστική γραφειοκρατία και στο ‘συμπλήρωμά’ της, την τάξη των εξουσιαζόμενων προλετάριων, διαμορφώνονται σταθερά δυο αντιτιθέμενες αντιλήψεις για την έννοια και το περιεχόμενο της Δημοκρατίας. Η τάξη των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής και συνεπώς των εξουσιαστών της κοινωνίας υιοθέτησαν και εφάρμοσαν, και συνεχίζουν να εφαρμόζουν, με τη βία των θεσμών και των κατασταλτικών δυνάμεων, την πλατωνική-αριστοτελική αριστοκρατική αντίληψη για τη δημοκρατία, σε αντίθεση με την τάξη των εκάστοτε εξουσιαζόμενων που αγωνίζονταν και κάποιες φορές πραγμάτωναν κιόλας κάποια δημοκρατία του Δήμου, όμοια με, πολλές φορές και καλύτερη από, αυτήν της αρχαίας Αθήνας.

Η μεγαλοπρεπής απάτη της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας

«Όταν το πρόσωπο του τέρατος έχει πάψει να μας τρομάζει, τότε αυτό
σημαίνει πως έχουμε αρχίσει πια να του μοιάζουμε».
Μάνος Χατζηδάκης

Ο καπιταλισμός, ανατρέποντας τη φεουδαρχία στο πλαίσιο της οποίας οι μεγαλογαιοκτήμονες ασκούσαν ξεχωριστά ο καθένας την οικονομική εξουσία και ταυτόχρονα ασκούσαν σε συνεργασία με τον εκάστοτε μονάρχη την πολιτική διαχείριση σε βάρος της κοινωνίας, διατήρησε την αποκλειστικότητα της οικονομικής εξουσίας, αλλά την πολιτική διαχείριση την ανάθεσε στο αστικό κοινοβούλιο και στα πολιτικά κόμματα με τους επαγγελματίες πολιτικούς οι οποίοι προτείνονται ‘από τα πάνω’ για να ‘εκλεγούν από τους από κάτω’, παραπληροφορημένους ή απληροφόρητους, ως ‘εθνική αντιπροσωπεία’. Στη διαδρομή αυτού του θεσμού διαμορφώθηκε ένας ολόκληρος εσμός επαγγελματιών πολιτικών που συγκροτούν, ανασυγκροτούν, αποσυγκροτούν, εισέρχονται, εξέρχονται, επανέρχονται, αποχωρούν, μεταπηδούν από κόμματα σε κόμματα ολόκληρου του ιδεολογικού φάσματος, για να προσφέρουν, συμπολιτευόμενοι ή αντιπολιτευόμενοι, τις υπηρεσίες τους στους οικονομικά ισχυρούς, οι οποίοι συνήθως αναλαμβάνουν και το κόστος της εκλογής και επανεκλογής τους ως ‘αντιπροσώπων του λαού’ στο αστικό κοινοβούλιο. «Πέρα από την ποικιλομορφία της καπιταλιστικής δημοκρατίας, του παιχνιδιού μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, υπάρχει βαθιά συνάφεια ανάμεσα στις ομάδες που συμμετέχουν στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας. Αν από τη μια πλευρά είναι αντίπαλα κόμματα με αντιτιθέμενες ιδεολογίες και συμφέροντα, από την άλλη συγκροτούν μια κάστα επαγγελματιών πολιτικών που στο όνομα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας καταλαμβάνουν διοικητικά αξιώματα, τα οποία σε μια δίκαιη τάξη πραγμάτων θα έπρεπε να ασκούν όλα τα μέλη της κοινωνίας. Οι νόμοι που διέπουν την καπιταλιστική δημοκρατία είναι αρκετά παρόμοιοι με εκείνους που καθορίζουν την οικονομική δυναμική του καπιταλισμού και με τον ίδιο τρόπο, κατά τον οποίο ο πλέον εχθρικός ανταγωνιστής μεταξύ των διάφορων αστών και καπιταλιστών δεν εμποδίζει τη θεώρησή τους ως μιας ομοιογενούς τάξης με κοινά ταξικά συμφέροντα, έτσι επίσης, και παρά τις πολλές λεκτικές μάχες που δίνονται μέσα στο κοινοβούλιο, ‘Tories ή Wigs’, χριστιανοδημοκράτες ή σοσιαλδημοκράτες, συντηρητικοί ή προοδευτικοί, κομμουνιστές ή αντικομμουνιστές είναι ενωμένοι με τον ομφάλιο λώρο της προνομιακής κοινωνικής τους κατάστασης. Τα κόμματα και οι πολιτικοί πάνε κι έρχονται, η δομική τους ηγεμονία όμως παραμένει. Υπάρχουν, βεβαιότατα, ορισμένες διαφορές ανάμεσα στη διαχείριση του ενός από το άλλο κόμμα, μακροπρόθεσμα όμως το ουσιώδες είναι το πολιτικό μονοπώλιο που όλοι αυτοί ασκούν από κοινού επί του πολιτικού σώματος»[2].
Το αντιδημοκρατικό σύστημα της ‘αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας’ στηρίζεται στην υποκατάσταση της κοινωνίας από τα κόμματα, τα οποία με τη σειρά τους στηρίζονται:
•        α. Σε μεσσιανικούς, ‘θεόσταλτους’ και γόνους από ‘ψηλά τζάκια’ υποτιθέμενους αναντικατάστατους ‘χαρισματικούς’ ηγέτες, κατασκευασμένους με ειδικές προδιαγραφές κατά κανόνα στα καλύτερα και φυσικά στα ακριβότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της καπιταλιστικής μητρόπολης, ή στους κλειστούς κομματικούς μηχανισμούς που δημιουργούν στον κομματικό σωλήνα και καθοδηγούν επαγγελματικά κομματικά στελέχη, κρατικούς ή κρατικοδίαιτους αξιωματούχους, ειδικευμένους στην παραπλάνηση και στη χειραγώγηση της Νεολαίας και των εργαζόμενων.
•        β. Στο μαύρο πολιτικό χρήμα[3] που τους διαθέτουν ξένες πολιτικά διαπλεκόμενες υπηρεσίες και στη συναλλαγή με διαπλεκόμενους οικονομικούς ομίλους, στο δημόσιο χρήμα που παράνομα το καταχρώνται ή ‘νόμιμα’ το αποδίδουν στον εαυτό τους ως κρατικές επιδοτήσεις, αλλά και στην αφανή επιχειρηματικότητα μέσω ‘παρένθετων’ προσώπων τόσο των κομμάτων όσο και των επαγγελματιών πολιτικών. Η οικονομική διαχείριση τόσο των εσόδων όσο και των εξόδων των πολιτικών κομμάτων είναι κατά κανόνα αδιαφανής, με αποτέλεσμα η πολιτική τους ως κυβέρνηση, αλλά και ως αντιπολίτευση, να είναι εξαρτημένη από τους αφανείς χρηματοδότες τους, οι οποίοι, για να ξαναχρηματοδοτήσουν την επόμενη εκλογική καμπάνια των κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών, θα πρέπει στο μεσοδιάστημα, μεταξύ δύο εκλογών, να έχουν βάλει στα ταμεία τους πολλαπλάσια ποσά από αυτά που διέθεσαν.
•        γ. Στον νεποτισμό και στην οικογενειοκρατία[4], με αποτέλεσμα τα παιδιά των πολιτικών να γίνονται κατά κανόνα πολιτικοί και κρατικοί αξιωματούχοι, όπως ακριβώς τα παιδιά των βιομηχάνων κληρονομούν την οικογενειακή βιομηχανία. Το αποτέλεσμα είναι ολόκληρη η κοινωνία να αιχμαλωτίζεται σε αντίστοιχες συντεχνιακές αντιλήψεις πολιτικής οικογενειοκρατίας, οι οποίες διαμορφώνουν, στα πλαίσια μιας ταξικής αγκύλωσης, κάστες εξουσιαστών και καταδικάζουν τα παιδιά των εργαζόμενων με σχέση εξαρτημένης εργασίας να καταλήγουν κατά κανόνα στην ίδια με των γονιών τους μισθωτή δουλεία.
•        δ. Στις διάφορες επαγγελματικές συντεχνίες, στα lobbies των μεγάλων οικονομικών συγκροτημάτων και στις πρεσβείες των χωρών που έχουν οικονομικά, γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα στη χώρα και στην ευρύτερη περιοχή, στελέχη των οποίων γράφουν άμεσα ή έμμεσα τα κομματικά και τα κυβερνητικά προγράμματα, υπαγορεύουν και συντάσσουν τα βασικά νομοσχέδια, ακόμα και τους ίδιους τους θεμελιακούς νόμους (συντάγματα) σύμφωνα με τα συμφέροντα των συντεχνιών, του μεγάλου κεφαλαίου[5] και των ηγεμονικών δυνάμεων.
•        ε. Στην ανοχή της κοινωνίας η οποία συναρτάται,
•                     ε1. με την κρατική τρομοκρατία, τον εξουσιαστικό Φόβο, την καλλιέργεια των προκαταλήψεων, ‘των νεκρών παραδόσεων’, της προγονολατρείας και της πατριδοκαπηλείας, που τυφλώνουν τους ζωντανούς,
•                     ε2. με τη χρησιμοποίηση του σκοταδισμού και της άγνοιας που αναπαράγουν τα θρησκευτικά-εκκλησιστικά και τα εξουσιαστικά-κρατικά-κομματικά ιερατεία με τη βοήθεια των διαπλεκόμενων Μέσων Μαζικής ‘Ενημέρωσης’,
•                     ε3. με τη συστηματική υπονόμευση της αυτοπεποίθησης και της επαφής με την πραγματικότητα, προκαλώντας σύγχυση, ανασφάλεια, άγχος και συχνά πανικό, που οδηγούν τους Πολίτες σε παραίτηση, μοιρολατρία, σε ατομική ιδιωτία και σε κοπαδικές συλλογικές πολιτικές συμπεριφορές και επιλογές αντίθετες των πραγματικών συμφερόντων της χώρας της κοινωνίας και των ίδιων των εργαζόμενων και
•                     ε4. με την πνευματική παραμόρφωση, την οικονομική και πολιτική εκμετάλλευση και σε τελική ανάλυση με την κοινωνική αλλοτρίωση των πολιτών από τα αστικά κόμματα και τις εξουσιαστικές ‘πρωτοπορίες’, τα οποία, ως δομικά στοιχεία της αστικής δημοκρατίας, συμβάλλουν στην υποβάθμιση των πολιτών σε καταναλωτές όχι μόνο των ‘αγαθών’ της ψευδαίσθησης της καπιταλιστικής ευημερίας αλλά και διάφορων εξουσιαστικών ιδεολογιών[6], που τους εκφυλίζουν σε οπαδικές αλληλοσπαρασσόμενες αγέλες θρησκευόμενων φανταμενταλιστών, ποδοσφαιρόφιλων χουλιγκάνων και κομματικών κλακαδόρων.
Αντιπροσωπευτική δημοκρατία σε τελική ανάλυση σημαίνει: Πολίτες μεταλλαγμένοι σε οπαδούς, σε ‘ψηφοφόρους’ που δέχονται ως διαφάνεια τις διαφανείς κάλπες και ως δημοκρατία το αλλοτριωτικό ‘ανήκειν’ σε κάποια θρησκεία ή αίρεση, σε κάποια ποδοσφαιρική ομάδα ή ‘θύρα’ και σε κάποιο πολιτικό κόμμα ή φράξια και την ανά τετραετία ‘επιλογή’ μεταξύ των από τα πάνω σε σκοτεινά γραφεία χρισμένων, με ανούσιες κομματικές διαδικασίες και με εντυπωσιακές εκλογικές τελετουργίες νομιμοποιημένων υποψηφίων[7].
Και όταν σε συνθήκες παρακμασμένου καπιταλισμού η αντιπροσωπευτική δημοκρατία του κεφαλαίου δεν λειτουργεί και οι ψηφοφόροι μεταβάλλονται σε Πολίτες που διεκδικούν όλα όσα τους ανήκουν, τότε το κεφάλαιο και τα από αυτό κινούμενα ΜΜΕ κατασκευάζουν ‘ηγέτες’ και νέα ‘προοδευτικά’ κόμματα για τη διασπορά ψευδαισθήσεων περί διεύρυνσης και εμβάθυνσης της αστικής δημοκρατίας και απόδοσης κοινωνικής δικαιοσύνης. Κι όταν ξεφτίσει κι αυτή η ψευδαίσθηση τότε το κεφάλαιο κινεί τους σκληρούς βραχίονες του συστήματος και αντικαθιστά, για όσο διάστημα χρειαστεί, την ‘εικονική δημοκρατία’ του, δηλαδή την ‘κοινοβουλευτική δικτατορία’ του με κάποια ‘κυβέρνηση τεχνοκρατών’ και στην ανάγκη με στρατιωτική χούντα ή ακόμα και με ένα νομιμοποιημένο μέσα από εκλογές φασιστικό καθεστώς, μέχρι να τους ξαναβάλει στην καπιταλιστική στρούγκα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Η Μεγάλη Πορεία της Ανθρωπότητας προς την Αταξική Δημοκρατία

«Μπορούν να υπάρξουν, έχουν υπάρξει, και ελπίζουμε πως θα υπάρξουν πάλι κοινωνίες δίχως κράτος, δηλαδή, δίχως ιεραρχικά οργανωμένο γραφειοκρατικό μηχανισμό, διαχωρισμένο από την κοινωνία και κυρίαρχο. Το κράτος είναι ένα ιστορικό δημιούργημα».
Κορνήλιος Καστοριάδης

Η έννοια της Δημοκρατίας, όπως είναι γνωστό, ετυμολογικά σημαίνει την ‘εξουσία, τη δύναμη, το κράτος, του Δήμου’. Όμως το τι σημαίνει εξουσία, δύναμη, κράτος του Δήμου και το τι σημαίνει Δήμος, ως ιστορικά προσδιοριζόμενες κατηγορίες, δεν είναι έννοιες στατικές, αλλά έννοιες και καταστάσεις δυναμικές, πράγμα που σημαίνει πως δυναμική είναι και η έννοια της Δημοκρατίας και συνεπώς εξελίσσεται. Αυτός είναι και ο λόγος που η έννοια της Δημοκρατίας γίνεται διαφορετικά κατανοητή σε διαφορετικές εποχές και σε διαφορετικούς χώρους, αλλά και από διαφορετικούς λαούς και ανθρώπους, πράγμα που εκφράστηκε με τους πάμπολλους επιθετικούς προσδιορισμούς που τη συντροφεύουν[8]. Το αποτέλεσμα είναι όλοι να μιλάμε για δημοκρατία, αλλά ο καθένας να εννοεί διαφορετικό πράγμα από τον άλλον. Μια απόλυτη σύγχυση, που καταλήγει στη βαβελοποίηση της έννοιας της Δημοκρατίας, η οποία προσπαθεί να απαλλαχθεί από τα περιττά φτιασιδώματα, που την αναιρούν και να αποκαλύψει το ουσιαστικό της περιεχόμενο.
Κυρίαρχη αντίληψη στον σχετικό περί δημοκρατίας διάλογο τείνει, τελευταία, να γίνει η έννοια της ‘άμεσης δημοκρατίας’, η οποία επικεντρώνεται στην αμεσότητα της άσκησης της εξουσίας από τον ίδιο τον Δήμο, ως κοινωνική αυτοδιεύθυνση, ως Αυτεξουσία, και όχι μέσω εκλεγμένων, από κάποιο άμορφο και χειραγωγημένο εκλογικό σώμα, αντιπροσώπων. Βέβαια, και παρά το γεγονός πως με την έννοια της άμεσης δημοκρατίας γίνεται ένα βήμα μπροστά προς το ξεκαθάρισμα της σύγχυσης, παραμένει εν τούτοις περιθώριο για αυθαίρετες ερμηνείες, με αποτέλεσμα η έννοια ‘άμεση δημοκρατία’ να νοείται, και συχνά συνειδητά να παρανοείται, ως ένα τυπικό σημαινόμενο διαδικαστικό ζήτημα περιοδικής συμμετοχικότητας στις εκλογές όπως το εννοεί η νεοφιλελεύθερη πρόταση. Ή τυπικής συμμετοχικότητας στις αποφάσεις όπως το σερβίρει η σοσιαλδημοκρατική πρόταση. Ή ‘αμεσοδημοκρατικής’ δημοψηφισματικής συμμετοχής σε δευτερεύουσας-τριτεύουσας σημασίας αποφάσεις, όπως συμβαίνει στην κλεπτοαποδόχο ελβετική κεφαλαιοκρατία[9]. ή τέλος της συμβουλευτικής δημοκρατίας, όπως το πλασάρει αδιευκρίνιστα το νέο ισπανικό αρχηγικό μόρφωμα Podemos[10]. Στην αντίληψη όμως του Δήμου, δηλαδή του Λαού, δηλαδή των εργαζόμενων, όπως αυτή διαμορφώνεται στην ιστορική διαδρομή της ανθρωπότητας, η έννοια της δημοκρατίας είναι, ως σημαίνον, ταυτισμένη με την κοινωνική ισότητα, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και τελικά με την περισσότερο ή λιγότερο συνειδητοποιημένη έννοια της αταξικότητας της κοινωνίας[11].
Ας έχουμε πάντα υπόψη μας πως στην ανθρώπινη ιστορία δεν υπήρξε ποτέ περίοδος χωρίς κοινωνικές συγκρούσεις με το αίτημα της κοινωνικής ισότητας, τη μοναδική και αναγκαία συνθήκη για να υπάρξει ελευθερία, δικαιοσύνη, δημοκρατία και ειρήνη. Η αλυσίδα αυτών των κοινωνικών συγκρούσεων σπρώχνει αδιάκοπα την κοινωνία-ανθρωπότητα προς ένα κάθε φορά καλύτερο κόσμο και αποτελεί τη σταθερά της ιστορίας και του ανθρωπισμού. Με αυτή την έννοια εκτιμώ πως μπορούμε να κάνουμε το επόμενο βήμα για την απαλλαγή της έννοιας της Δημοκρατίας από κάθε άστοχο, αφελή, αλλά ενδεχόμενα και υποβολιμαίο επιθετικό προσδιορισμό, που απομακρύνει την έννοια της Δημοκρατίας από το ουσιαστικό περιεχόμενό της και τον τελικό της στόχο. Με αυτό το ιστορικό υλικό μπορούμε να σκεφτούμε, να συζητήσουμε και να κατανοήσουμε τη Δημοκρατία ως κοινωνική εντελέχεια, με την αριστοτελική έννοια, της σταθεράς της ιστορίας με μοναδικό και αποκλειστικό σκοπό της να ολοκληρωθεί ως οικονομική-κοινωνική ισότητα, ως κοινωνική αταξικότητα και συνεπώς ως Αταξική Δημοκρατία[12] που σημαίνει και ως Αταξική Κοινωνία, ως Κοινωνικοποιημένη Ανθρωπότητα και ως Οικουμενικός Ουμανιστικός Πολιτισμός. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας δεν θα είχε γραφτεί, αν έλειπε ο αγώνας των ανθρωπίδων και των αρχανθρώπων για καλύτερες συνθήκες ζωής και στη συνέχεια ο αδιάκοπος αγώνας των επιμέρους κοινωνιών και συνολικά της ανθρωπότητας για ένα καλύτερο κόσμο, για κοινωνική ισότητα, για αταξική κοινωνία και για ανθρωπισμό.
Η δυναμική των λαϊκών κινημάτων με σταθερό και μόνιμο στόχο την κοινωνική χειραφέτηση λειτούργησε γόνιμα υπέρ των φτωχών τάξεων και στρωμάτων και ώθησε συνολικά την ανθρωπότητα μπροστά. Ταυτόχρονα όμως και οι εκάστοτε δυνάμεις της συντήρησης έκαναν ό,τι μπορούσαν για να εκτρέψουν την εξέλιξη της ανθρωπότητας, να φρενάρουν την πορεία προς την κοινωνική χειραφέτηση και να εγκλωβίσουν την εργαζόμενη ανθρωπότητα στο σύστημα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Για την επιτυχία αυτού του στόχου του το κεφάλαιο δημιουργεί συνεχώς καινούργια ‘προοδευτικά’, σοσιαλδημοκρατικά, σοσιαλιστικά, ακόμα και ‘αριστερά’ κόμματα που παραπλανούν και στοιχίζουν την κοινωνία πίσω από την αστική κοινοβουλευτική ιδεολογία και δημιουργούν την ψευδαίσθηση πως αυτά θα διαχειριστούν καλύτερα τον καπιταλισμό από τα φθαρμένα συντηρητικά κόμματα, με αποτέλεσμα το ξέφτισμα της αστικής ιδεολογίας και της κοινοβουλευτικής αντιπροσωπευτικότητας. Κόμματα από τα πάνω, με αρχηγική, πυραμιδική δομή-οργάνωση και εξουσιαστική ιδεολογία δεν αποτελούν απειλή για το κεφάλαιο, αλλά δεκανίκια της εξουσίας του σε βάρος των εργαζόμενων και της κοινωνίας, τα οποία αφού τα χρησιμοποιήσει για να κάνουν τη βρώμικη δουλειά, τα φθείρει-διαφθείρει και τα παραδίδει στην ιστορία ως άχρηστα υλικά της κυριαρχίας του.
Σήμερα η ανθρωπότητα βρίσκεται μπροστά στο πιο κρίσιμο σταυροδρόμι της ιστορίας της[13]:
•        Από τη μια η ιουδαιο-χριστιανο-ισλαμική θεοκρατική ιδεολογία που βλέπει, και κατ’ άλλους θέλει να βλέπει και να δει, τον κόσμο μέσα από προφητικές και εσχατολογικές προοπτικές, κατά την οποία το νόημα της ύπαρξης δεν βρίσκεται στη ζωή και στον πραγματικό κόσμο αλλά στον θάνατο και στο Επέκεινα. Και συνεπώς η ζωή μας δεν εξαρτάται από εμάς, αλλά από ‘ανώτερες δυνάμεις που δεν μπορούμε να τις επηρεάσουμε και το μόνο που μας μένει είναι η υποταγή μας σ’ αυτές’. Έτσι, όλα περιστρέφονται γύρω από μεταφυσικές μυθολογίες για τον θάνατο, την ‘αθάνατη ψυχή’, τη ‘μεταθανάτια ζωή’, τη ‘νεκρανάσταση’ και την έλευση του Μεσσία και ‘Λυτρωτή’ που μπορεί να μορφοποιείται ως ‘μεγάλος αδερφός’ και ως Ηγεμόνας, ως καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, ως παγκόσμια διακυβέρνηση, αμερικανισμός και ηγεμονία του κεφαλαίου. Από την άλλη μεριά βρίσκεται η ελληνική ανθρωποκεντρική κοσμοαντίληψη του «πάντων πραγμάτων μέτρων άνθρωπος» και η επίσης ελληνική δημοκρατική κοσμοθεωρία, που ξεκινά από έναν πραγματικό κόσμο ‘αεί υπάρχοντα’ και συνεπώς αδημιούργητο και αιώνιο, έχει μια διαλεκτική αντίληψη για το ανθρώπινο-κοινωνικό γίγνεσθαι, δεν αποδίδει καμιά εγγενή αξία στον χρόνο, και αποκαλύπτει ότι το νόημα της ζωής μας βρίσκεται πάνω στη Γη και εξαρτάται από εμάς τους ίδιους και από την ισότιμη και αλληλέγγυα συνεργασία μας ως ισότιμες ατομικές, συλλογικές, εθνικές και οικουμενικές οντότητες.
•        Από τη μια το μπλοκ των δυνάμεων της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και του ιμπεριαλισμού του κεφαλαίου, συνεπικουρούμενο από τον Γαλαξία των κομμάτων και των ομάδων της καθεστωτικής αριστεράς, η ιδεολογία της οποίας υποκαθιστά την κοινωνία με κάποια κομματική μεσσιανική πρωτοπορία διψασμένη για λίγη πρόσκαιρη δοτή πολιτική εξουσία και ο δογματισμός της οποίας αμφισβητεί ευθέως τη δημοκρατία του σύγχρονου προλεταριάτου με την έννοια της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης, και από την άλλη οι εργαζόμενες κοινωνίες και συνολικά η εργαζόμενη ανθρωπότητα, που ως ιστορική σταθερά και σταθερά του ανθρωπισμού πιέζουν για την Άμεση Δημοκρατία με σκοπό και περιεχόμενο την Αταξική Κοινωνία.
•        Από τη μια το απάνθρωπο τερατούργημα της ατομικής ιδιοκτησίας, με τη μορφή του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και του οικονομισμού που συμπεριφέρονται ως επικυρίαρχοι της κοινωνίας και της ανθρωπότητας, που γεννάει ανισότητες και σκορπάει βία, καταπίεση, καταστροφή, φασισμό και πόλεμο, και από την άλλη η απαίτηση των λαών για ένα καλύτερο κόσμο, για τον κόσμο της ισότητας, που θα πει της κοινοκτημοσύνης, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ανθρωπιάς και της ειρήνης.
•        Από τη μια η κάθετη, πυραμιδική αλλοτριωτική εξουσία των λίγων πάνω στους πολλούς, και από την άλλη η ανάγκη και η αντικειμενική δυνατότητα για οριζόντια και καθολική κοινωνική απελευθέρωση της εργαζόμενης κοινωνίας-ανθρωπότητας.
•        Από τη μια η επιλογή πορείας προς τα πίσω προς ένα καινούργιο μεσαίωνα του Κεφαλαίου με τη μορφή του νεοφιλελεύθερου παγκοσμιοποιημένου φασισμού, και από την άλλη η φυγή των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού προς τα εμπρός για την κοινωνική αυτοδιεύθυνση με σκοπό την Άμεση Δημοκρατία και την Αταξική Κοινωνία.
Είναι προφανές πως η εργαζόμενη ανθρωπότητα, με την έννοια των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, αγωνίζεται για τη μία και μοναδική δική της επιλογή, για το άλμα προς τα μπροστά με σκοπό την κοινωνική αυτοδιεύθυνση. Ας είμαστε όμως ρεαλιστές και ας συνειδητοποιήσουμε πως αυτή η επιλογή δεν είναι βέβαια μια ανέφικτη ουτοπία, όπως επιδιώκουν τα διάφορα εξουσιαστικά ιερατεία να μας την παρουσιάσουν, αλλά δεν είναι και μια εύκολη υπόθεση. Αντίθετα, είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση, τόσο δύσκολη μάλιστα που ακόμα και σε πολλούς από εμάς, που βρισκόμαστε στο μπλοκ των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού και που έχουμε συμφέρον αλλά και τη δυνατότητα να την πραγματοποιήσουμε, φαντάζει συχνά ανέφικτη. Είναι λοιπόν χρήσιμο να συνειδητοποιήσουμε πως «η αυτοδιεύθυνση δεν είναι ένα θρησκευτικό πιστεύω με αμετάβλητες αρχές, αλλά μια ιστορική διαδικασία σε συνεχή ροή, στηριζόμενη όχι σε κανονισμούς και διατάξεις, όπως οι διάσημοι 21 όροι που επέβαλε ο Λένιν στα κόμματα της Τρίτης Διεθνούς, αλλά στην ικανότητα και στην προετοιμασία κάθε πολίτη. Αν λείπει αυτή η προϋπόθεση, δεν εξυπηρετούν σε τίποτα τα προγράμματα αυτοδιεύθυνσης και οι κανονιστικές ρυθμίσεις, όπως επίσης δεν εξυπηρετούν και οι συναντήσεις, οι συνελεύσεις, τα συνέδρια και οι συλλογικές αποφάσεις»[14]. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε πως «η θεμελιώδης μηχανή της αυτοδιεύθυνσης είναι η αυτομόρφωση και η διαρκής και ακούραστη προσπάθεια αυτοτελειοποίησης της φυσικής και ιστορικής προσωπικότητας του ανθρώπου και πως αν αυτό δεν συμβεί, τότε καθόλου ή πολύ λίγο θα χρησιμεύσουν οι οικονομικοί μετασχηματισμοί»[15]. Αυτομόρφωση όμως σημαίνει πως όλο και περισσότεροι κατανοούμε πως η βιβλιοθήκη στο σπίτι μας είναι το ίδιο απαραίτητη όσο και το ψυγείο και φυσικά περισσότερο απαραίτητη από την τηλεόραση και συνεπώς διάβασμα αντί της τηλεθέασης, διάλογος αντί της μοναξιάς και συνειδητή συλλογικοποίηση-κοινωνικοποίηση του Είναι μας, αντί της μίζερης, εγωιστικής ατομικής ιδιώτευσης και αγελαίας ιδιωτίας.
Μετά από αυτές τις διευκρινίσεις νομίζω πως μπορούμε να ξαναθυμηθουμε γνωστές, αλλά ξεχασμένες ιστορικές αλήθειες, βασικότερη από τις οποίες είναι πως κάθε επανάσταση, ακόμα και αυτοπροσδιοριζόμενη ως ‘αριστερή επανάσταση’ απληροφόρητων, πολιτικά αγράμματων, μη συνειδητοποιημένων και κατ’ ανάγκην οπαδοποιημένων ανθρώπων, δεν θα μπορεί παρά να είναι μια απληροφόρητη, πολιτικά αγράμματη και μη συνειδητοποιημένη επανάσταση, η οποία νομοτελειακά είναι καταδικασμένη να αποτύχει ή να εκφυλιστεί στο αντίθετό της, δηλαδή σε μια ακόμα πιο σκληρή και απάνθρωπη εξουσία, δηλαδή σε αντεπανάσταση. Ο αγώνας για την κοινωνική αυτοδιεύθυνση δεν μπορεί να γίνει κατανοητός παρά μόνο σαν μια μακρά διαδικασία μόρφωσης και κύρια αυτομόρφωσης και η αταξική δημοκρατία δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα αυτοσχεδιασμού, αντίθετα πρέπει να κατακτηθεί βήμα-βήμα μέσα από μια τεράστια προσπάθεια υπέρβασης, γνωρίζοντας πως και αυτή θα σκοντάφτει ξανά και ξανά σε κάθε είδους αντικειμενικές και υποκειμενικές δυσκολίες.
Υπάρχει όμως και γι’ αυτή την πορεία μια ‘λυδία λίθος’, και αυτή είναι η σχέση της εργαζόμενης κοινωνίας με τα μέσα παραγωγής. Η αστική δημοκρατία αποτελεί την έκφραση, σε πολιτικό επίπεδο, ενός οικονομικού συστήματος στο πλαίσιο του οποίου η ποιότητα και η λειτουργία της κοινωνίας προσδιορίζονται από τη διαμεσολαβητική εξουσία της ατομικής ιδιοκτησίας, της ατομικής και κρατικής εξουσίας, της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας και της οικονομίας της αγοράς και της ακραίας ανισοκατανομής. Αυτή η διαμεσολαβητική εξουσία σε οικονομικό επίπεδο εκφράζεται πολιτικά με την έμμεση αστική δημοκρατία, με τη διαμεσολαβητική εξουσία των υποτιθέμενων αντιπροσώπων της κοινωνίας. Πρόκειται ουσιαστικά για την ίδια διαμεσολάβηση σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, η οποία συχνά εκφράζεται και στα ίδια πρόσωπα, τα οποία συνολικά ως τάξη διαμεσολαβητών και αντιπροσώπων εξουσιάζουν και καταδυναστεύουν την κοινωνία.
Αντίθετα, στην Άμεση Δημοκρατία η αμεσότητά της αντικατοπτρίζει το γεγονός πως η οικονομία δεν βρίσκεται υπό ιδιωτικό-διαμεσολαβητικό έλεγχο, αλλά, με την κοινωνικοποίηση ολόκληρης της παραγωγικής βάσης της κοινωνίας, η οικονομία βρίσκεται υπό τον άμεσο έλεγχο της ίδιας της αμεσοδημοκρατικά συγκροτημένης κοινωνίας, με αποτέλεσμα την κατάργηση κάθε μορφής εξουσιαστικής διαμεσολάβησης και συνεπώς κάθε εκμεταλλευτικής εξουσίας, προϋπόθεση για την οικοδόμηση μιας αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας της ισοκατανομής, της κοινωνικής ισότητας και της ελευθερίας. Ο αστικός κοινοβουλευτισμός, η αστική δημοκρατία του κεφαλαίου στην σημερινή εποχή, στον 21ο αιώνα, σε συνθήκες μανιακής καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης δεν υπόσχεται τίποτα από αυτά, δεν μπορεί να προσφέρει πια ούτε μια μικρή ελπίδα στην εργαζόμενη κοινωνία-ανθρωπότητα, ούτε και με την απατηλή μορφή της ‘αριστερής διακυβέρνησης’ που τάχα θα εξορθολογήσει και θα ηθικοποιήσει το από τη φύση και θέση κλεπτοκρατικό καπιταλιστικό σύστημα.
Η ελπίδα, που προσφέρει η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία με την εναλλαγή των κομμάτων στην πολιτική διαχείριση των συμφερόντων του κεφαλαίου, είναι τελικά μια παγίδα που κάνει τους ανθρώπους να παραιτούνται από τη διεκδίκηση να καταργήσουν τον καπιταλισμό και να πάρουν την τύχη τους, την κοινωνία τους και το μέλλον τους στα χέρια τους, πράγμα που σημαίνει πως η κοινωνία ως εκλογικό σώμα, δεν μπορεί τελικά να περιμένει τίποτα ούτε από τις εξουσιαστικές πρωτοπορίες που βολεύονται στο ρόλο της ‘αριστεράς’ του αστικού κοινοβουλίου, την οποία το κεφάλαιο τη χρησιμοποιεί στην αντιπολίτευση για νομιμοποίηση της αστικής δημοκρατίας και στην ανάγκη ως κυβερνητική παρένθεση για την απενοχοποίηση και την αναβάπτιση των συντηρητικών πολιτικών κομμάτων. Γι’ αυτό το κεφάλαιο δεν φοβάται την καθεστωτική, την αστική αριστερά, αλλά την αριστερή κοινωνία, την οποία τελικά, και παρά τις όποιες καλοπροαίρετες ατομικές προθέσεις και τις καλογραμμένες υποκριτικές κομματικές διακηρύξεις, υπονομεύουν όλες οι εκδοχές της σοσιαλδημοκρατικής και της τριτοτεταρτοδιεθνιστικής αριστεράς που εγκλωβίζονται σε ιδεοληψίες του 19ου και του 20ου αιώνα και καλλιεργούν ψευδαισθήσεις στην κοινωνία για το ρόλο του αστικού κοινοβουλίου.
Οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο πως δεν έχει νόημα να τρέχουν ως θρησκευτική ακολουθία πίσω από κόμματα και εξουσιαστικές πρωτοπορίες που υπόσχονται καλύτερες μέρες μέσω του αστικού κοινοβουλίου. Γι’ αυτό αρχίζουν να συγκροτούνται σε αυτόνομους και αυτενεργούς πυρήνες, συλλογικότητες, δίκτυα και δράσεις που δεν περιορίζονται στην λεκτική άρνηση του καπιταλισμού, αλλά διαμορφώνουν με αυτοπεποίθηση, με επιμονή και υπομονή την κοσμοαντίληψη της κοινωνικής ισότητας και της κοινωνικής αυτοδιαχείρισης. Είναι αυτά τα αμεσοδημοκρατικά αυτοδιαχειριστικά κύτταρα του καινούργιου καλύτερου κόσμου, που γεννιέται μέσα στον παλιό που παρακμάζει και πεθαίνει, τα οποία σταδιακά και σταθερά και στο βαθμό που θα αναπτύσσονται σε πλάτος και σε βάθος θα διαμορφώσουν τους όρους της πνευματικής, ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής αυτονομίας των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, που συγκροτούνται σε αριστερή-ουμανιστική κοινωνία, σε υποκείμενο της ιστορίας του 21ου αιώνα, η οποία θα αχρηστέψει το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση εξουσίας των λίγων πάνω στους πολλούς και θα ολοκληρώσει το μετασχηματισμό της ταξικής σε αταξική κοινωνία. Άλλη αριστερή πρόταση για τον αφοπλισμό και την κατάργηση του καπιταλισμού δεν υπάρχει, παρά ως εξουσιαστική φάρσα και ως κοινωνική τραγωδία.


[1] Adler Max, Démocratie et conseils ouvriers, Maspero, Paris, 1967, αναφέρεται στο Μήτας Στέργιος, «Αστική δημοκρατία και κοινωνική δημοκρατία», http://www.rednotebook.gr
[2] Sana Helleno, Η κοινωνία της αυτοδιεύθυνσης και οι εχθροί της, Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, Αθήνα χ.χ., σ. 17.
[3] Βλέπε αναλυτικά, Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της Παρακμής, Παπαζήσης, Αθήνα 2009, σ. 290-340.
[4] «Οι καπιταλιστικές δημοκρατίες δεν είναι μόνο ένα περίκλειστο άβατο στην υπηρεσία της μεγάλης δόξας και απόλαυσης μιας ελίτ επαγγελματιών πολιτικών, αλλά κι ένα σύστημα του οποίου το ‘modus operandi’ είναι μια διαρκής πηγή χειραγώγησης, εξαπάτησης, ψεύδους, δημαγωγίας, ρητορείας και κάθε είδους παγίδας», Sana Helleno, Η κοινωνία της αυτοδιεύθυνσης..., ό.π., σ. 20.
[5] «Τα αστικά κοινοβούλια ζουν υπό τη διαρκή πολιορκία πολυάριθμων μισθοδοτούμενων ομάδων πίεσης, των ‘lobbies’. Ο διάλογος μεταξύ των βουλευτών και των εκλογέων αντικαθίσταται από τους κεκλεισμένων των θυρών χειρισμούς μεταξύ των πρώτων και των στελεχών των ‘lobbies’, τα οποία βρίσκονται στην υπηρεσία του μεγάλου κεφαλαίου», Sana Helleno, Η κοινωνία της αυτοδιεύθυνσης..., ό.π., σ. 22.
[6] Το αναγκαίο ξεπέρασμα των οποίων, όπως παρατηρεί ο Georg Lukacs, ως προϋπόθεση για την κοινωνική απελευθέρωση των εργαζόμενων, θα μπορέσει να συμβεί στα πλαίσια μιας μακράς διαδικασίας ατομικής και συλλογικής αυτομόρφωσης, η οποία θα είναι τόσο δυσκολότερη όσο περισσότερο αναπτυγμένοι θα είναι σε μια χώρα ο καπιταλισμός και ο αστικός πολιτισμός, άρα και περισσότερο θα έχουν επηρεαστεί ιδεολογικά οι εργαζόμενοι από τις καπιταλιστικές αντιλήψεις και τις αντίστοιχες μορφές διαβίωσης. Η απελευθέρωση των εργαζόμενων δεν αποτελεί μόνο πολιτισμικό πρόβλημα. Χωρίς τη μέγιστη αξιοποίηση των πνευματικών ικανοτήτων των εργαζόμενων, αυτοί δεν θα μπορέσουν ποτέ να είναι σε θέση να θέσουν τέλος στην ηγεμονία του κεφαλαίου και να εγκαθιδρύσουν ένα σύστημα σύμφωνο με τα ιδανικά και τα συμφέροντά τους, βλέπε σχετικά Lukacs Georg, Geschichte und Klassenbewustsein, Neuwied/Berlin 1970, σελ. 441 κ. επ.
[7] «Κάθε ακαλλιέργητος άνθρωπος είναι καταδικασμένος να πέφτει θύμα της δημαγωγίας και της χειραγώγησης των επαγγελματιών του ψεύδους», Sana Helleno, Η κοινωνία της αυτοδιεύθυνσης..., ό.π., σ. 23-24.
[8] Βλέπε σχετική έρευνα στο περιοδικό Πολίτες, τεύχος 22/ Γενάρης 2011, σ. 14-21.
[9] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Μύθος και πραγματικότητα της Ελβετικής ‘Άμεσης Δημοκρατίας’, ΠΟΛΙΤΕΣ, τεύχος 42/Οκτώβρης-Νοέμβρης 2013
[10] Γεωργιλάς Θάνος, Συμβουλευτική δημοκρατία και το δικαίωμα της εκπροσώπησης ή αλλιώς πως «μπορούμε» να αναζωογονήσουμε την ολιγαρχία, http://eagainst.com/articles/podemos-comments-are-free/
[11] Βλέπε αναλυτικά στο: Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον Ουμανισμό, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2012.
[12]  Λάμπος Κώστας, Αταξική Δημοκρατία και Ουμανισμός στον 21ο αιώνα, στο συλλογικό τόμο: Η Άμεση Δημοκρατία στον 21ο αιώνα, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη  2013.
[13] Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την ουσία των μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων αν δε συνειδητοποιήσουμε πως, «υπάρχουν δυο θεμελιώδεις ιστορικές αντιλήψεις: η ελληνική και η εβραϊκή…», Sana Heleno, Η κοινωνία της αυτοδιεύθυνσης…, ό.π., σ. 62.
[14] Ό.π., σ. 38-39.
[15] Ό.π., σ. 46.

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΤΑΞΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


Κοινοτισμός και Λαϊκή εξουσία στην Ελλάδα. 

Το ΕΑΜ και ο Κώδικας Ποσειδώνα



Γράφει ο Κώστας Λάμπος

"Ο σοσιαλισμός οφείλει να είναι ριζοσπαστικός. Αυτό σημαίνει πως πρέπει
 να φτάνει ώς τις ρίζες και η ρίζα είναι ο Άνθρωπος".
Έριχ Φρομ

«Κανένα πρόβατο δεν σώθηκε βελάζοντας,
ακόμα κι όταν βέλαζε ‘αριστερά’».
Γκράφιτι στους δρόμους της Βάρκιζας
Στις πρωτόγονες κοινότητες ο ιδιωτικός και ο δημόσιος χώρος ήταν σχεδόν ταυτόσημες έννοιες και καταστάσεις, και συνεπώς τα μέλη τους ήταν όλα προσωπικώς παρόντα και δρώντα, αφού συμμετείχαν ισότιμα και ενεργά με τις σκέψεις, τις προτάσεις, αλλά και με τις αντιρρήσεις τους σε όλες τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων και φυσικά με την προσωπική συμμετοχή τους συνέβαλλαν στην καλύτερη δυνατή υλοποίησή τους. Η κοινότητα, συμπεριλαμβάνοντας όλα τα μέλη της στο ενιαίο δικό της κοινοτικό γίγνεσθαι, απέκλειε τον απομονωτισμό, τον ατομισμό και την ιδιώτευση και κατά συνέπεια τον στείρο ανταγωνισμό, με αποτέλεσμα την ταύτιση των μελών της με την ίδια τη συνολική κοινότητα, η οποία με τον τρόπο αυτό δεν εξασφάλιζε μόνο την καλύτερη δυνατή ατομική και συλλογική-κοινοτική επιβίωση, αλλά πρόσφερε ισχυρό αίσθημα ασφάλειας και αυτοπεποίθησης, προϋποθέσεις αναγκαίες για κάθε ατομική και συλλογική δημιουργική πρωτοβουλία.
Στην Αθηναϊκή Δημοκρατία2 το ιδιωτικό, ο οίκος, η οικονομία, έμεινε έξω από το Δημόσιο, τον Δήμο, τη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα οι ανταγωνισμοί στη σφαίρα του ιδιωτικού να αναγκάζουν το δημόσιο σε άμυνα, πράγμα που για κάποιο διάστημα ώθησε τη Δημοκρατία στα ανώτατα όρια της ανάπτυξής της, από κάποιο σημείο όμως και μετά οι ανταγωνισμοί στη σφαίρα του ιδιωτικού άρχισαν να διαταράσσουν τη δημόσια σφαίρα, να υπονομεύουν τη Δημοκρατία και να δημιουργούν τους όρους της εμφάνισης της Ολιγαρχίας, της Αριστοκρατίας και τελικά της Τυραννίας.
Στο διάστημα μεταξύ της αρχαιότητας και της σημερινής εποχής, οι μορφές που διαδέχτηκαν τον πρωτόγονο κοινοτισμό και την Αθηναϊκή Δημοκρατία, όπως τα κοινόβια, οι κομμούνες και ο κοινοτισμός προσπάθησαν να επανασυνδέσουν, το ιδιωτικό με το δημόσιο στηριγμένες στις εμπειρίες, όπως τις μετέφερε η παράδοση, στο πλαίσιο πάντα των εκάστοτε δεδομένων συνθηκών, με αποτέλεσμα την εμφάνιση νέων μορφών κοινοτισμού, οι οποίες αποτέλεσαν και την παθητική ή την ενεργητική άμυνα απέναντι στα καταπιεστικά και εκμεταλλευτικά κοινωνικά συστήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το φαινόμενο του κοινοτισμού που αναπτύχθηκε στον ελλαδικό χώρο κατά τη βυζαντινή, την οθωμανική, αλλά και κατά την μετέπειτα περίοδο, με αποκορύφωση αυτού του φαινομένου κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής της Ελλάδας.

 

Κοινοτισμός στην Ελεύθερη Ελλάδα κατά την Τουρκοκρατία

 
Στη βυζαντινή περίοδο ένα μεγάλο μέρος του πεδινού πληθυσμού του ελλαδικού χώρου, αλλά και των άλλων βαλκανικών χωρών, ανέβηκε στο βουνά για να αποφύγει τη βαριά φορολογία και τη σκληρότητα της βυζαντινής φεουδαρχίας3. «Κατά τη βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή περίοδο ο κοινοτισμός και το σχετικό μ’ αυτόν φαινόμενο της τοπικής αυτοδιοίκησης βρίσκονται σε κατάφωρη αντίθεση προς τον απολυταρχικό συγκεντρωτισμό του κράτους και της μεγάλης γαιοκτησίας»4. Αυτή η διαδικασία εντάθηκε μετά την ήττα του Βυζαντίου και την υποδούλωση των περιοχών του στην οθωμανική αυτοκρατορία. «Οι καταπιέσεις των Τούρκων εναντίον των αγροτικών πληθυσμών δημιουργούν από τους πρώτους κιόλας αιώνες της κατάκτησης ένα κίνημα ανταρσίας που αναπτύσσεται στα βουνά και στα δάση, μακριά από τα κέντρα όπου επικρατεί στρατιωτικά ο κατακτητής. Το τροφοδοτούν κυρίως νέοι αγρότες που οι συνθήκες της ανασφάλειας τους αναγκάζουν να διαλέξουν τον δρόμο της ένοπλης αντίστασης. Στην Ελλάδα, και στη Βαλκανική κάπως αργότερα, τα φαινόμενα πληθαίνουν πολύ γρήγοτερα, παίρνουν σταδιακά ταξικό χαρακτήρα και στρέφονται τόσο κατά της τουρκικής εξουσίας, όσο και κατά των μεγάλων γαιοκτημόνων και των κοτζαμπάσηδων»5. Η κεντρική εξουσία τους ονόμασε ‘ζορμπάδες’ και οι τοπικοί κοτζαμπάσηδες τους κατηγόρησαν ‘κλέφτες’, ενώ οι ίδιοι δήλωναν ελεύθεροι που αγωνίζονταν για τη λευτεριά τη δική τους και της πατρίδας τους.
Αποτέλεσμα αυτής της μετακίνησης πληθυσμών, ήταν οι ελληνικοί κάμποι να αδειάζουν από τον 16ο αιώνα και μέχρι το 18216, πράγμα που οδήγησε στη διαμόρφωση του φαινομένου του ‘ορεινού κοινωνικού χώρου’, κύτταρα του οποίου ήταν τα Κλεφτοχώρια που σιγά-σιγά καταξιώθηκαν σαν Ελευθεροχώρια. Στο πλαίσιο του ορεινού ελληνικού χώρου, η κοινωνική ζωή ανασύρει από την ιστορία ξεχασμένους προκαπιταλιστικούς θεσμούς, όπως του αγροτικού κοινόβιου, των πρόδρομων μορφών συνεταιρισμού7 και της πανάρχαιας ‘πατριάς’ ή Ζάντρουγκας, τους οποίους εντάσσει στο αντικειμενικά αναγκαίο κοινοτικό σύστημα. Ο Κώστας Καραβίδας γράφει σχετικά: «πρόκειται περί ισχυρού κολλεκτιβιστικού σχηματισμού, ο οποίος αναφέρεται όχι μόνο σε ένα είδος κοινής παραγωγής και κοινής πώλησης των προϊόντων, αλλά και εις αυτά τα μέσα παραγωγής»8, πράγμα που σημαίνει αλληλεγγύη μεταξύ των πατριών. Άλλοι αναφέρονται στη «συνιδιοκτησία για την καλλιεργητική ανάπτυξη, την πληρωμή των φόρων, τα κοινά έργα κ.λπ.»9 ή στην κοινή διαχείριση στα χωράφια, στα λιβάδια και στα κοπάδια και συνεπώς δίκαιη μοιρασιά στα προϊόντα και στα εισοδήματα της κάθε κοινότητας10. Ο Βακαλόπουλος χαρακτηρίζει την ορεινή Ελλάδα ως την ‘πραγματική Ελλάδα’11, η οποία, κατά τον Καραβίδα, «αυτάρκης εν τη λιτότητί της ούσα και εφοδιασμένη με στοιχειώδη βιοτεχνίαν, κατόρθωσε να αντιστή… επιτυχέστερον παντός άλλου σχηματισμού εις τας εξανδραποδιστικάς επιθέσεις της βιομηχανίας και της χρηματικής οικονομίας»12.
Στον αντίποδα της πραγματικής Ελλάδας βρισκόταν η υποταγμένη και η τουρκόφιλη ‘πεδινή Ελλάδα’, στην οποία κυριαρχούσαν οι κοτζαμπάσηδες13 και ο λεγόμενος ορθόδοξος κλήρος14 που διαπλέκονταν με τον κατακτητή για τη διατήρηση των ταξικών προνομίων τους, των λύτρων της προδοσίας του Ελληνισμού. Ο κοινοτισμός, συνεχίζει ο Καραβίδας, ως αντίληψη κοινωνικής οργάνωσης δεν είναι βέβαια ένα τοπικό φαινόμενο και φυσικά «δεν είναι προνόμιο, ή ελάττωμα έστω, του ελληνικού τοπίου. Είναι στη θέση του και σε άλλα μέρη της Μεσογείου. Η Νότια Γαλλία και Ιταλία έχουν κοινοτικό παρελθόν και μέλλον επίσης… Κι έπειτα ο κοινοτισμός μήπως ως κύριο στοιχείο του ειδικής μορφής αρχαίου ελληνικού πολιτισμού δεν επεξετάθη και δεν επικράτησε έστω ως τάση σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο;… Μήπως το ίδιο πνεύμα του κοινοτισμού δεν το συναντάμε, παραλλαγμένο έστω, και στην εποχή της Αναγέννησης, αλλά και σήμερα ακόμη στο βάθος των ιδανικότερων ονείρων που έπλασαν καλλιεργημένοι άνθρωποι της Ευρώπης; Μήπως άλλωστε ο κοινοτισμός, ο εταιρισμός και ο συντροφισμός σε τελική ανάλυση δεν είναι και η απώτερη μετακαταστροφική, μετακαπιταλιστική ή αταξική σύλληψη;»15
Οι γενικές αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε ο κοινοτισμός, όπως η ισότητα και η αλληλεγγύη, η αυτάρκεια και το κοινό συμφέρον, η καλή πίστη και η επιείκεια, σε συνδυασμό με την τοπική, νομαρχιακή και περιφερειακή διοικητική αυτονομία και τη λαϊκή δικαιοσύνη, καθιστούσαν τον κοινοτισμό ικανό για τη διασφάλιση της ελευθερίας των πολιτών στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας, χωρίς αφεντικά και δούλους, χωρίς εκμεταλλευτές και υπό εκμετάλλευση. Μάλιστα ο κοινοτισμός του ορεινού ελληνικού χώρου, με το να συγκεντρώνει στα ορεινά σχετικά μεγάλους πληθυσμούς, που αναγκαστικά εκπαιδεύονταν στον ανταρτοπόλεμο συγκρουόμενοι με τα ασκέρια των κοτζαμπάσηδων και με τον στρατό κατοχής, κατάφερε κάτι πολύ σημαντικότερο, και αυτό ήταν η σύλληψη της ιδέας και τελικά η εφαρμογή της για την απελευθέρωση ολόκληρης, δηλαδή και της πεδινής Ελλάδας.
Η επανάσταση του 1821, βέβαια, δεν κατάφερε να εξελιχθεί σε κοινωνική επανάσταση στην κατεύθυνση του συνεταιριστικού κοινοτισμού της αυτοδιοίκησης και της λαϊκής εξουσίας και δικαιοσύνης, όπως τον επεξεργάστηκε η ορεινή, η πραγματική Ελλάδα. Δεν κατάφερε όμως, με την ήττα της αστικής μερίδας της, να επιβληθεί ούτε και ως αστική επανάσταση. Στη θέση των Τούρκων κάθισαν οι ‘προστάτιδες δυνάμεις’, στη θέση των τουρκοκοτζαμπάσηδων έμειναν καθήμενοι οι ίδιοι ως ελληνοκοτζαμπάσηδες και ο ελληνικός λαός σπρώχτηκε και πάλι στο περιθώριο ως υποτακτικός μιας νέας, το ίδιο σκληρής και περισσότερο συγκεντρωτικής εξουσίας. Άμεσο αποτέλεσμα ήταν η αργόσυρτη σταδιακή αποσύνθεση του ορεινού ελληνικού χώρου με τη διαδικασία αφομοίωσης της ελεύθερης ορεινής από την ξενοκρατούμενη και κοτζαμπασηδοκρατούμενη πεδινή Ελλάδα. Η αντικατάσταση του αποκεντρωτικού και αυτοδιοικητικού κοινοτισμού με μορφές κοινωνικής οργάνωσης που αντιστοιχούσαν στον εξαρτημένο ελληνικό περιφερειακό καπιταλισμό16, ήταν προϋπόθεση για το στέριωμα της καινούργιας ξενόδουλης και αυταρχικής κεντρικής εξουσίας. Έτσι και έγινε. Με τον «Νόμο περί συστάσεως των Δήμων του 1833, ο οποίος ήταν ένα συνεπές για τη νοοτροπία της (βαυαρικής) Αντιβασιλείας προληπτικό μέτρο, που απέβλεπε στην εξουδετέρωση κάθε αντίδρασης ενάντια στη συγκεντρωτική πολιτική που σκόπευε να ακολουθήσει η μοναρχική κυβέρνηση»17, υπογράφτηκε η απόφαση εκτέλεσης του παραδοσιακού κοινοτισμού της πραγματικής Ελλάδας. Η ιστορία, όμως, διδάσκει πως οι θεσμοί μπορούν να αναστέλλονται προσωρινά με τη βία, όχι όμως και οι ιδέες για τους θεσμούς, γιατί αυτές αναστελλόμενες συνεχίζουν, σαν τις ρίζες και τους χυμούς δέντρου που του κόψαν τα κλαδιά του, να εξελίσσονται στον κορμό και στο υπέδαφος, περιμένοντας την άνοιξη για να ξαναβγούν στην επιφάνεια πιο δυνατές και πιο σύγχρονες και να μετουσιωθούν σε νέους πιο ολοκληρωμένους, πιο ρωμαλέους και περισσότερο καρποφόρους θεσμούς.
Οι ασταμάτητοι πόλεμοι για την εθνική ολοκλήρωση της Ελλάδας σε συνδυασμό με τις αλλεπάλληλες πτωχεύσεις της χώρας, σε συνθήκες ενός διαρκούς εμφυλίου πολέμου μεταξύ της ξενόφερτης μοναρχίας και της αντιδραστικής ολιγαρχίας των μεταπρατών και των κοτζαμπάσηδων από τη μια και των δυνάμεων που επιδίωκαν να θέσουν τη χώρα σε τροχιά αδέσμευτης ανάπτυξης από την άλλη, εξουθένωσαν τον ελληνικό Λαό και δεν του επέτρεψαν να χαράξει μια αδέσμευτη στρατηγική ανάπτυξης και να καλλιεργήσει αντίστοιχους σε αυτή αναπτυξιακούς θεσμούς και φορείς. Όμως και κάτω από αυτές τις δύσκολες συνθήκες οι εργαζόμενοι δεν έπαψαν να οραματίζονται και να αγωνίζονται για μια διαφορετική Ελλάδα. Το αίτημα που διατυπώνεται στο φύλλο του Αυγούστου 1871 της εφημερίδας Το Μέλλον, που εξέδιδε στην Αθήνα ο Δημοσθένης Παπαθανασίου, για "την ίδρυση ελεύθερων και αυτεξούσιων Δήμων και Πολιτειών, τη συγκρότησή τους σε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία και την κατάργηση του συγκεντρωτικού συστήματος"18 είναι ενδεικτικό του κοινωνικού κλίματος εκείνης της εποχής. Το 1891 στο Καταστατικό του Αθηναϊκού Κοινωνικού Συνδέσμου διατυπώνεται με σαφήνεια η κοινωνική διεκδίκηση: "Αντί των υφισταμένων κυβερνήσεων, οι οποίες διατηρούν εις διαμάχην τους λαούς και τα άτομα, να ιδρυθούν μικροί και ανεξάρτητοι μεταξύ τους Δήμοι, που θα συγκροτούνται σε ομοσπονδίες και σε ένα Κοινωνικό Οργανισμό, ώστε να υπάρχει πλήρης αρμονία μεταξύ της επιμέρους ανεξαρτησίας και των λειτουργιών της ανθρωπότητας"19 Τέλος, στο Εγκόλπιο του Εργάτου, που εκδόθηκε το 1893, διατυπώνεται με σαφήνεια η θέση για μια κοινωνία χωρίς ατομική ιδιοκτησία, όπου "Όλα τα πράγματα θα είναι κοινά (...) και δεν θα ανήκουν σε κανένα", αλλά και χωρίς χρήμα, αφού "το χρήμα θα καταργηθεί γιατί οι Δήμοι θα κάνουν τις συναλλαγές με γεωργικά και βιομηχανικά προϊόντα, δηλαδή θα έχουν ορίσει μονάδα εργασίας και όχι νομίσματος"20. Οι συνθήκες διαμόρφωσης του νεοελληνικού κράτους είχαν ως συνέπεια την απόλυτη οικονομική, κοινωνική και πολιτική εξάρτηση της Ελλάδας από τις λεγόμενες "προστάτιδες δυνάμεις", πράγμα που οδήγησε σε ένα μεταπρατικό καπιταλισμό που έβαλε βαθιά τα αποτυπώματά του στο ιστορικό γίγνεσθαι της χώρας21. Πρόκειται για μά θεσμική και δομκή στρέβλωση που κράτησε τη χώρα μακριά όχι μόνο από τα οράματα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, αλλά ακόμα και από μια τυπική καπιταλιστική ανάπτυξη και την αντίστοιχη σ' αυτή αστική δημοκρατία.
Ο δεύτερος παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος βρήκε την Ελλάδα υπό γερμανόφιλο φασιστικό καθεστώς, με διαλυμένη την Άμυνά της, με τις φυλακές γεμάτες δημοκρατικούς και αριστερούς Έλληνες πατριώτες και με ένα λαό εξουθενωμένο από τις στερήσεις και τη φασιστική καταπίεση, με αποτέλεσμα την ευκολότερη κατάληψή της από τις ορδές του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου που κρύβονταν πίσω από τον ιταλικό φασισμό και τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό. Η εθνική αντίσταση ήταν η αυτονόητη απάντηση του ελληνικού λαού και η πραγματική Ελλάδα ξανανέβηκε στα γνώριμα ελληνικά βουνά για να αγωνιστεί για τη λευτεριά, για την κοινωνική ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη, για μια Νέα Ελλάδα.

Η Λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα κατά τη γερμανική κατοχή

«Η ιστορία δεν παραδέχεται σκοπιμότητες. Απαιτεί ένα και μόνο: Την αλήθεια. Και μόνον την αλήθεια, χωρίς φόβο και πάθος. Δεν γράφεται με το μελάνι της παραποίησης. Γράφεται με το σφύζον αίμα του ‘ο γέγονε, ΓΕΓΟΝΕ’».
Γεωργούλας Μπέικος
Η Ελληνική Εθνική Αντίσταση δεν ήταν μόνο ένας δίκαιος πόλεμος ενάντια στον φασισμό και στον ναζισμό για την απελευθέωση της Ελλάδας, αλλά «ήταν ταυτόχρονα ένα μεγάλο όραμα και ένα σχέδιο…, για την οικοδόμηση μιας νέας Ελλάδας της εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης… με βασική ιδέα την Αυτοδιοίκηση του Λαού»22. Και μπόρεσε η Ελληνική Εθνική Αντίσταση να είναι ταυτόχρονα και ένα μεγάλο όραμα και σχέδιο γιατί κατάφερε να είναι παλλαϊκή, ιδιότητα που της προσέδωσε, όπως διαπιστώνει ο Μανώλης Γλέζος, το στοιχείο της πολύμορφης καθολικότητας:
  • «Καθολικότητα στο χρόνο. Η αντίσταση άρχισε από την πρώτη μέρα της φασιστικής εισβολής (28 Οκτ. 1940), από τις πρώτες μέρες της κατοχής και συνεχίστηκε αδιάλειπτα, χωρίς κενά ώς την τελευταία μέρα.
  • Καθολικότητα στο χώρο. Από τη μια άκρη της χώρας ώς την άλλη. Το ίδιο σ’ όλες τις περιοχές. Το ίδιο στις πόλεις και στα χωριά, στους κάμπους και στα βουνά, στα νησιά και στη στεριά.
  • Καθολικότητα στη συμμετοχή του λαού. Στην κοινωνική διαστρωμάτωση, στα φύλα, στις ηλικίες, στα επαγγέλματα. Η παλλαϊκότητα στον αγώνα ξεπέρασε κάθε όριο.
  • Καθολικότητα στις μορφές πάλης. Από την αντίθεση στην ανυπακοή. Από την παθητική στην ενεργητική αντίσταση. Από την αντίδραση στη δολιοφθορά. Από την απεργία στη διαδήλωση. Από την άοπλη στην ένοπλη αντίσταση. Με το τραγούδι, το σύνθημα στον τοίχο, την ποίηση και τα έργα τέχνης, με τον τηλεβόα και το πινέλο»23.
Ο ελληνικός Λαός δεν σταμάτησε ποτέ να αναζωογονεί παλιούς και να δοκιμάζει καινούργιους θεσμούς, αλλά και να αναζητά νέες μορφές συλλογικότητας προκειμένου να αντιμετωπίσει την εχθρότητα του κεφαλαίου και να καλύψει την ανεπάρκεια των θεσμών, των δομών και των λειτουργιών του καπιταλιστικού κράτους. Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί γνωρίζουν, εξ αιτίας της άγριας εκμετάλλευσης της φτωχής αγροτιάς που ακολούθησε την πτώχευση του ελληνικού κράτους, σημαντική αναγέννηση κατά τις δυο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και μεγάλη πρόοδο κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Παράλληλα, οι κρατικο-ελεγχόμενοι και αποξενωμένοι από την τοπική κοινωνία θεσμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης είχαν υποταχθεί απόλυτα στις πελατειακές πολιτικές και στις οικονομικές συμμορίες, με αποτέλεσμα οι κοινωνίες να αναζητούν, έξω από τους επίσημους κρατικούς θεσμούς, τρόπους άμεσης αντιμετώπισης των τοπικών και των επαγγελματικών-κλαδικών προβλημάτων τους, με αποτέλεσμα την εμφάνιση και την εξάπλωση διάφορων τοπικών και επαγγελματικών Συλλόγων με στόχο την καλλιέργεια πνεύματος συλλογικότητας και την επίλυση διάφορων τοπικών και επαγγελματικών προβλημάτων. Τέτοιοι γνήσιοι λαϊκοί θεσμοί εμφανίστηκαν μαζικά κατά την περίοδο από το 1900 μέχρι το 1936 και όπως είναι φυσικό σ’ αυτούς συσπειρώθηκαν τα πιο υποψιασμένα, τα πιο ανήσυχα και τα πιο δημιουργικά μυαλά στον κάθε τόπο και στον κάθε επαγγελματικό χώρο, με αποτέλεσμα να κλώθεται στις γραμμές τους το όνειρο για ένα καλύτερο κόσμο.
Η Ελληνική Εθνική Αντίσταση μπόρεσε, χάρη στους νέους συνεταιρισμούς24, στους νέους Συλλόγους και στα νέα ταξικά Συνδικάτα, να θεριέψει και να συγκρουστεί αποτελεσματικά με τις δυνάμεις του Άξονα, προσφέροντας ανεκτίμητες υπηρεσίες στον Ελληνικό Λαό, αλλά και στην ανθρωπότητα, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην ήττα τους. Έτσι, «από τους πρώτους κιόλας μήνες της κατοχής, από το καλοκαίρι του 1941, σπέρματα μιας δυαδικής εξουσίας άρχισαν να εμφανίζονται, καθώς οι πρώτες ανταρτοομάδες, στις περισσότερες περιπτώσεις αυθόρμητα, ‘έβγαιναν στο κλαρί’. Η εξουσία της κυβέρνησης των Κουίσλιγκ άρχισε να περιορίζεται στην Αθήνα (και όχι σε όλη) και στις μεγάλες πόλεις, όπου τα κρατικά όργανα δρούσαν ως συμπληρωματικές δυνάμεις των στρατευμάτων κατοχής. Στα χωριά, ιδίως στα ορεινά, μια νέα εξουσία άρχισε να εμφανίζεται, στηριγμένη στη δύναμη των όπλων των αντάρτικων ομάδων»25. Όλα αυτά δείχνουν πως οι κοινωνικές διεργασίες που συντελούνταν δεν ήταν τυφλές, αλλά είχαν, και ανεξάρτητα από τις μικροδιαφοροποιήσεις, μια κοινή προοπτική, τη Λαϊκή Εξουσία.
Έχει μεγάλη ιστορική και παιδαγωγική σημασία να σταθούμε σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, που μας δείχνει πώς η κοινωνική αναγκαιότητα εκφρασμένη αυθόρμητα ως ιδέα ενός ανθρώπου, γίνεται πρωτοβουλία μιας μικρής ομάδας, που αγκαλιάζεται στη συνέχεια από μια ολόκληρη τοπική κοινωνία, για να καταλήξει να είναι στόχος αγώνα ενός ολόκληρου λαού, αλλά και συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση για ένα καλύτερο κόσμο.
Το καλοκαίρι 1933 στο Καροπλέσι Ευρυτανίας ρίχνει κάποιος την ιδέα για την ίδρυση πολιτιστικού σωματείου. Την πρόταση ενστερνίζονται πολλοί, και στις 23 Ιουλίου 1933, είκοσιδύο (22) άτομα αποφασίζουν την ίδρυση του πολιτιστικού σωματείου «Φιλοπρόοδος Ένωσις Καροπλεσίου»26 με σκοπό «Να ενώσει κατά τρόπον διαρκή τις γνώσεις και τις ενέργειες των μελών της για την υλική και πνευματική εξύψωση των ίδιων και των άλλων κατοίκων του χωριου τους»27. Η Φιλοπρόοδος Ένωση Καροπλεσίου εξελίσσεται σε ένα δημιουργικό εργαστήρι τοπικής αυτοδιεύθυνσης, με δράση σε όλα τα επιπεδα, η οποία φτάνει, το καλοκαίρι του 1934, μέχρι την ίδρυση της «Συμβιβαστικής Επιτροπής Καροπλεσίου28, η οποία σύντομα εξελίχθηκε σε υποδειγματικό ‘Λαϊκό Δικαστήριο’29 που επεβλήθη στη συνείδηση όλων των κατοίκων, που το σέβονταν όλοι οι χωριανοί και είχαν περισσότερη εμπιστοσύνη σε αυτό παρά στο δημόσιο Πταισματοδικείο… Το αποτέλεσμα ήταν να περιοριστεί η δικομανία γενικά και να λιγοστεύουν οι μηνύσεις και προς το πλημμελειοδικείο. Παρόμοιες Επιτροπές άρχισαν να λειτουργούν και στα άλλα χωριά της Ευρυτανίας»30 Η Φιλοπρόοδος Ένωση Καροπλεσίου κατάφερε σε πολύ σύντομο διάστημα να εξελιχθεί σε φυτώριο νέων λαϊκών θεσμών σε ολόκληρη την περιοχή, η δραστηριότητα των οποίων αλλάζει σταδιακά τη νοοτροπία όλων των κατοίκων και μαζί της αλλάζει σταδιακά τη ζωή στα χωριά. Ο ενθουσιασμός όλων των φορέων ξεχύνεται σε όλη την κοινωνία της Ευρυτανίας, σε βαθμό μάλιστα που το 1935 αποφασίζεται από όλους σχεδόν τους τοπικούς, επαγγελματικούς και πολιτιστικούς φορείς της Ευρυτανίας η συνδιοργάνωση «Πανευρυτανικού Συνεδρίου, με σκοπό τη μελέτη της κατάστασης της Ευρυτανίας από όλες τις πλευρές… και την επεξεργασία προγράμματος οικονομικών, πολιτικών και πνευματικών διεκδικήσεων για την Ευρυτανία, αλλά και για να υποδείξει πρακτικά και αποτελεσματικά μέσα προς επίλυση όλων των προβλημάτων...»31.
Οι επαγγελματίες απονομής δικαιοσύνης και τα όργανα της μεταξικής δικτατορίας, δυσανασχέτησαν από τη λειτουργία της ΦΕΚ, της ‘Συμβιβαστικής’ και των άλλων φορέων και, φυσικά, με τη βοήθεια των σιδηρών βραχιόνων της φασιστικής δικτατορίας, κατάφεραν να τους καταργήσουν όλους και φυσικά να ματαιώσουν και το Πανευρυτανικό Συνέδριο, στέλνοντας τους φερόμενους ως πρωταγωνιστές στις φυλακές με την κατηγορία του επικίνδυνου κομμουνιστή, αφήνοντας έτσι να νοηθεί πως οι καλοί πατριώτες είναι οι τοκογλύφοι, οι μεσάζοντες και οι τραμπούκοι του καθεστώτος που λυμαίνονταν τον τόπο και τρομοκρατούσαν τον εργαζόμενο Λαό.
Στις 28 Οκτωβρίου 1940 η φασιστική Ιταλία κηρύσσει τον πόλεμο στην Ελλάδα και ο φασιστικός άξονας γνωρίζει τις πρώτες ήττες του στα ελληνοαλβανικά σύνορα, πράγμα που αναγκάζει τη ναζιστική Γερμανία να κηρύξει και αυτή, στις 6 Απριλίου 1941, τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας και να ρίξει σ’ αυτό το μέτωπο δυνάμεις που προορίζονταν για τη Σοβιετική Ένωση, με αποτέλεσμα την ανατροπή και καθυστέρηση των πολεμικών σχεδίων του Βερολίνου. Στις 22 Απριλίου 1941 ο αγγλόφιλος βασιλιάς της Ελλάδας Γεώργιος Β΄ με την κυβέρνησή του εγκατέλειψε τη χώρα και την επομένη, 23.04.1941, τα γερμανικά κατοχικά στρατεύματα μπήκαν στην Αθήνα. Ο λαός είχε ήδη αρχίσει την αντίστασή του ενάντια στις δυνάμεις κατοχής.
Λίγες μόνο μέρες μετά, και συγκεκριμένα στις 10 Μαϊου 1941, οι κάτοικοι των χωριών Πυθείου και Πετράδων Έβρου ανέτρεψαν τους διορισμένους από το καθεστώς Μεταξά και αποδεκτούς από τους κατακτητές προέδρους κοινοτήτων και εξέλεξαν μέσα από λαϊκές συνελεύσεις νέους προέδρους και νέα κοινοτικά συμβούλια. Με τη βοήθεια των αντιστασιακών οργανώσεων γίνεται το ίδιο σε ολόκληρη τη χώρα και κύρια στις ορεινές περιοχές που δεν στρατοπεδεύουν κατοχικά στρατεύματα32. Στις 30 Μαΐου 1941 οι γερμανοί πανηγυρίζουν την κατάληψη της Κρήτης, αλλά το βράδυ της ίδιας μέρας ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας κατεβάζουν τη σβάστικα από την Ακρόπολη της Αθήνας33, αποδείχνοντας την υπεροχή της αγάπης για την πατρίδα και την ελευθερία απέναντι στην κτηνώδη δύναμη των κατακτητών. Το ηθικό ανεβαίνει και η αντίσταση φουντώνει. Τον Αύγουστο 1941 στο χωριό Κορίτσα συγκαλείται γενική συνέλευση των κατοίκων με πρωτοβουλία του Γεωργούλα Μπέικου και αποφασίζεται η συγκρότηση «Επιτροπής Επίλυσης Προβλημάτων Κορίτσας» στα πρότυπα της Συμβιβαστικής Επιτροπής Καροπλεσίου34.
Στις 27 Σεπτέμβρη 1941 ιδρύεται, με τη συμμετοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδας, της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας και του Αγροτικού Κομματος Ελλάδας, το Εθνικο Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), το οποίο γρήγορα απλώνεται σε όλη τη χώρα καθοδηγώντας τις τοπικές κοινωνίες να αναλάβουν οι ίδιες την αυτοδιοίκησή τους. Στις 2 Φλεβάρη 1942 ιδρύεται το ένοπλο τμήμα του ΕΑΜ, ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ), για την απελευθέρωση της Ελλάδας, την υπεράσπιση των κατακτήσεων της αντίστασης και για να ανοίξει ο δρόμος για τη δημοκρατική μετεξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας.
Τον Αύγουστο 1942 μια ομάδα πέντε αγωνιστών του ΕΑΜ από τα χωριά του Δήμου Κτημενίων και Δολόπων της Ευρυτανίας, αποτελούμενη από τον Γεωργούλα Μπέικο, τον Στέφο Θάνο, τον Βασίλη Μανούκα, τον Δημήτρη Τραχανή και τον Κώστα Ράγκο, απογοητευμένοι από την ανικανότητα της παλιάς Κοινοτικής Αρχής και του καταρρεύσαντος κράτους να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του τόπου τους, φορτωμένοι από τις εμπειρίες τόσων προσπαθειών για Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και φλεγόμενοι από το όραμα της αντίστασης για ένα καλύτερο κόσμο, αποφάσισαν να συντάξουν, για λογαριασμό της Επιτροπής ΕΑΜ Ευρυτανίας, ένα Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, προκειμένου να ενεργοποιήσουν τον ίδιο τον Λαό στην κατεύθυνση της αυτοδιοίκησής του35. Αυτός ο Κώδικας τιτλοφορήθηκε «Εντολές για τη Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη», κατατέθηκε στις 4 Δεκέμβρη 1942 και έμεινε στην ιστορία με το όνομα «Κώδικας Ποσειδώνα». Ο Κώδικας αποτελείται από οκτώ άρθρα36 με τα οποία θεμελιώνεται η Άμεση Λαϊκή Εξουσία και η Λαϊκή Δικαιοσύνη με τρόπο που θυμίζει έντονα την αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία37.
Ο Κώδικας Ποσειδώνα και η Άμεση Λαϊκή Εξουσία και Λαϊκή Δικαιοσύνη

«Τα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα, για να γίνουν γεγονότα,
προϋποθέτουν και απαιτούν την άμεση συμμετοχή όλων μας.
Αξιώνουν να τα αντιμετωπίσεις, να πάρεις θέση, να συμμετέχεις
στη διαμόρφωσή τους, να δημιουργείς».
Μανώλης Γλέζος

 

Η Λαϊκή Συνέλευση

Υπάρχουν κείμενα που είναι τόσο κατανοητά, τόσο ζωντανά στο μυαλό όλων των ανθρώπων του αγώνα της ζωής και τόσο ριζωμένα στην ιστορία των τόπων, που δεν χρειάζονται σχολιασμό και δεν αφήνουν περιθώρια για ιδεολογικές γκρίνιες και μικροκομματική μιζέρια. Η περίπτωση του ‘Κώδικα Ποσειδώνα’ ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία, στην κατηγορία των μνημείων της λαϊκής σοφίας, γιατί αποτυπώνει με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια το πανάρχαιο αίτημα της ιστορίας, σύμφωνα με το οποίο, για να ανήκει η εξουσία στον Λαό, πρέπει να ασκείται από τον Λαό και αποκλειστικά για τον Λαό. Ο "Κώδικας Ποσειδώνα" προβλέπει:
  • «Ο ενήλικος Λαός όλου του χωριού συνερχόμενος εις Γενικήν Συνέλευσιν συνιστά την Λαϊκήν Εξουσίαν αυτήν καθ’ εαυτήν εις τον χώρον της κοινοτικής μονάδος του.
  • Η Γενική Συνέλευσις αποτελεί το ανώτερον και Κυρίαρχον Σώμα του Λαού και ούσα εν λειτουργία τον άμεσον, μόνον και αναντικατάτον φορέα και εκφραστήν της εξουσίας του, την οποίαν ενδιαμέσως των Γενικών Συνελεύσεών του ασκεί δι’ αιρετών υπ’ αυτού οργάνων…
  • Αυτή καθ’ εαυτή η Λαϊκή Εξουσία και Σώμα η Γενική Συνέλευσις κυρίαρχον, αυτεξούσιον και αδέσμευτον όσον αφορά εις τα προβλήματα, θέματα και ενδιαφέροντα του ιδιου της χωρίου, κρίνει και αποφασίζει επ’ αυτών κατ’ ελευθέραν αυτής βούλησιν.
  • Απόφασιν Γενικής Συνελεύσεως δύναται να ακυρώσει ή τροποποιήσει μόνον η ιδία εις νέαν σύγκλησιν του Σώματος και επ’ ουδενί όργανα αυτής…
  • Εις όλας τας περιπτώσεις Γενικής Συνελεύσεως και εις τον χρόνον και τον τόπον αυτής και μόνον, έχουν δικαίωμα και υποχρέωσιν εξ ίσου να εκθέσουν και αιτιολογήσουν την άποψιν των τυχόν μειοψηφισάντων εκ των μελών των οργάνων και την λήψιν της αποφάσεως επί ενός ή πλειόνων θεμάτων.
  • Εις την Γενικήν Συνέλευσιν ανήκει αναφαίρετον τον δικαίωμα, συνάμα και η υποχρέωσις, να ενημερωθεί επί της απόψεως της μειοψηφίας. Είναι δε μόνον η Γενική Συνέλευσις το αρμόδιον Σώμα να κρίνει την ορθότητα ή μη καταψηφισθείσης εις όργανον απόψεως…
  • Αποδοχή υπό Γενικής Συνελεύσεως ορθότητος προτάσεως, η οποία έτυχε μειοψηφίας εις όργανον, συνεπάγεται έλεγχον της πλειοψηφίας του οργάνου τούτου διά κακήν εκτίμησην. Συσσωρεύσεις ομοίων περιστατικών συνιστούν απόδειξιν ανεπαρκείας του οργάνου και η Γενική Συνέλευσις λαμβάνει τα κατά την κρίσιν της μέτρα (Άρθρο 5)».

 

Η Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης (ΕΛΑ)

 

  • «Η Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης, ως όργανο Λαϊκής Εξουσίας, αποτελεί την Γενικήν Αρχήν της διακυβερνήσεως του χωριού.
  • Εκλέγεται από όλους τους ενήλικες κατοίκους της Κοινότητας ή του χωριού εις Γενικήν Συνέλευσιν συνερχομένων.
  • Επιλαμβάνεται πάντων των προβλημάτων της Κοινότητας ή του χωριού, αποφασίζει ελευθέρως και δίδει σε αυτά λύσεις κατά την κρίσιν της και ιδία αυτής ευθύνην, έχουσα πάντοτε γνώμονα το συμφέρον του Λαού και του Αγώνος…
  • Οι αποφάσεις της λαμβάνονται μόνον εν συνεδριάσει αυτής και κατά πλειοψηφίαν…
  • Τελεί υπό τον αδιάλειπτον και άμεσον έλεγχον της Γενικής Συνελεύσεως του χωριού. Λογοδοτεί προς αυτήν καθ’ έκαστον μήνα υποχρεωτικώς…
  • Υπόκειται εις άμεσον ανάκλησιν εν μέρει ή εν γένει κατά κρίσιν και απόφασιν της Γενικής Συνελεύσεως…
  • Το αξίωμα του μέλους της Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοίκησης είναι τιμητικόν, άμισθον και υποχρεωτικόν. Αβάσιμος άρνησις, πολύ περισσότερο αποποίησις αναλήψεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εις λειτουργήματα της Λαϊκής Εξουσίας δέον να θεωρείται αδιανόητος ως και ασύγγνωστος, δεδομένου ότι έρχεται εις αντίθεσιν με την θέλησιν της Γενικής Συνελεύσεως και την τιμήν την οποίαν συνιστά η δοθείσα ψήφος του Λαού (Άρθρο 1)».
  • Η Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης εξειδικεύει το έργο της και συγκροτεί Υποεπιτροπές στις οποίες αναθέτει συγκεκριμένες αρμοδιότητες για συγκεκριμένο έργο, όπως λ. χ. του Επισιτισμού, της Λαϊκής Ασφάλειας, της Εκπαίδευσης και θεμάτων εκκλησίας:
  • «Συγκροτούνται τριμελείς Υποεπιτροπές εκάστης των οποίων τα δύο μέλη εκλέγονται υπο του Λαού εις Γενικήν Συνέλευσιν, ο επικεφαλής της δε, μέλος της Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως, ορίζεται υπό της τελευταίας.
  • Τελούν υπό την Επιτροπήν Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως και έχουν αποστολήν την επιμέλειαν και θεραπείαν επιμέρους προβλημάτων του χωριού.
  • Επί προβλημάτων της αρμοδιότητός των κρίνουν και αποφασίζουν ελευθέρως, μετά πλήρους πρωτοβουλίας και ακεραίας ευθύνης…
  • Υπέχουν ευθύνην και έναντι της Γενικής Συνελεύσεως και λογοδοτούν εξ ίσου εις αυτήν και υπόκεινται εις άμεσον ανάκλησιν…
  • Η ανάληψις καθηκόντων και εις τας Υποεπιτροπάς είναι αξίωμα τιμητικόν, άμισθον και υποχρεωτικόν (Άρθρο 4)»

Η Τομεακή Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης (ΤΕΛΑ)

 

Ο Κώδικας Ποσειδών, ενώ είχε οικουμενικό πολιτικό ορίζοντα, εντούτοις οι συντάκτες του, ως ρεαλιστές επαναστάτες, περιόρισαν συνειδητά γεωγραφικά το βεληνεκές του, μέχρι τα σύνορα της Επαρχίας τους, προφανώς για να δοκιμαστούν οι αντοχές και οι αδυναμίες του και να εμπλουτισθεί από τις εμπειρίες της εφαρμογής του. Γι’ αυτό προχώρησαν μέχρι το δεύτερο επίπεδο της Λαϊκής Εξουσίας, την Τομεακή Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης:
  • «Οι Πρόεδροι των Επιτροπών Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως των χωριών ενός διαμερίσματος…, συνερχόμενοι εις Σώμα συνιστούν την Τομεακήν Επιτροπήν Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως, η οποία εκλέγει Πρόεδρον έν εκ των μελών της.
  • Αποτελεί ανωτέραν Αρχήν και ασκεί εξουσίαν εις τον χώρον της, όσον αφορά εις ζητήματα και προβλήματα κοινού ενδιαφέροντος για τα χωριά της περιοχής της…
  • Αποσκοπεί επίσης εις την ανταλλαγήν της πείρας εκ της ασκήσεως της Λαϊκής Εξουσίας και την προαγωγήν των θεσμών της.
  • Αποσκοπεί επίσης εις τον συντονισμόν και το ενιαίον της εφαρμογής των ‘Εντολών’.
  • Η Τομεακή Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης των χωριών του Τομέα της, ουδέν έχει δικαίωμα επεμβάσεως εις αποφάσεις Γενικών Συνελεύσεων ή Επιτροπών Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως των χωρίων του τομέως της (Άρθρο 6)».

Η Λαϊκή Δικαιοσύνη. Το Τοπικό Λαϊκό Δικαστήριο

  • «Η Δικαιοσύνη καθίσταται Λαϊκή και απονέμεται υπό του Λαού και δι’ αυτόν. Διά την διακονίαν της συνιστώνται πενταμελή Λαϊκά Δικαστήρια, έν κατά Κοινότητα ή και χωριό.
  • Συγκροτούνται εκ των εκλεγένντων υπό των κατοίκων μελών της Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως, ή εκ του Προέδρου της τελευταίας ως Προέδρου του Λαϊκού Δικαστηρίου και τεσσάρων ετέρων Λαϊκών Δικαστών, οι οποίοι εκλέγονται επίσης υπό των κατοίκων εις Γενικήν Συνέλευσιν.
  • Το Λαϊκόν Δικαστήριον, ελεύθερον και έναντι πάσης παρεμβάσεως, ανεξάρτητον εις την διαμόρφωσιν της δικαστικής του κρίσεως, τελεί εν τούτοις υπό την συνεχή εγρήγορσιν της Κοινής Γνώμης του χωριού και υπό τον άμεσον έλεγχον και εποπτείαν της Γενικής Συνελεύσεως εις ό,τι αφορά εις την καλήν και δέουσαν διαδικασίαν και την λαϊκήν δικαιοδοσίαν του και μόνον.
  • Η Γενική Συνέλευσις, ενώ δεν δύναται, μετατρέπουσα εαυτήν εις δευτεροβάθμιον Δικαστήριον, να ακυρώσει ή τροποποιήσει ή θίξει εν γένει αποφάσεις του Λαϊκού Δικαστηρίου, διατηρεί, όμως, εις το ακέραιον ως Λαϊκή Εξουσία αυτή καθ’ εαυτή,το δικαίωμα να ανακαλέσει τούτο αμέσως και να το αντικαταστήσει δι’ εκλογής, εν τω συνόλω ή εν μέρει, ιδιαιτέρως δε εάν ήθελεν διαπιστωθεί ασυμβίβαστον της κρίσεώς του προς το περί δικαιοσύνης κοινόν αίσθημα.
  • Η Λαϊκή Δικαιοσύνη απονέμεται απολύτως δωρεάν και πάσα έννοια δικαστικών εξόδων και τελών καταργείται...
  • Το Λαϊκόν Δικαστήριον είναι αδέσμευτο έναντι του παλαιού Νόμου, ο οποίος θεωρείται μη έχων πλέον ισχύν ως καταργηθείς συνακολουθών την κατάλυσιν του παλαιού κράτους.
  • Το Λαϊκόν Δικαστήριον τον αγνοεί και κρίνει ελευθέρως και επί της ουσίας της υποθέσεως και δικάζει κατά συνείδησιν των Λαϊκών Δικαστών…
  • Το Λαϊκόν Δικαστήριον συνεδριάζει δημόσια… τας Κυριακάς και εφ’ όσον υπάρχουν υποθέσεις προς εκδίκασιν…
  • Η επίτευξις συμβιβασμού συνιστά την βασικήν αποστολήν του Λαϊκού Δικαστηρίου…
  • Το Λαϊκόν Δικαστήριον… δύναται κατ’ ελευθέραν αυτού κρίσιν να κλητεύσει και εξετάσει ως μάρτυρα τον οιονδήποτε κάτοικον του χωριού πέραν των υπό των αντιδίκων προταθέντων.
  • Δύναται δε και αμέσως εκ του ακροατηρίου να καλέσει μάρτυρα... Μετά το πέρας της εξετάσεως των κλητευθέντων μαρτύρων, ο Πρόεδρος του Λαϊκού Δικαστηρίου υποχρεούται, απευθυνόμενος εις το ακροατήριον, να ζητήσει την προσέλευσιν του οιουδήποτε επιθυμούντος να καταθέσει υπέρ του κατηγορουμένου και μόνον υπέρ αυτού…
  • Ο τελευταίος λόγος ανήκει εις τον κατηγορούμενον… και μετ’ αυτού ουδείς άλλος δύναται να προσθέσει τι…
  • Οι αποφάσεις του Λαϊκού Δικαστηρίου εφεσιβάλλονται κατ’ επιθυμίαν ενός εκ των αντιδίκων ενώπιον του Τομεακού Λαϊκού Δικαστηρίου…
  • Παράστασις εις το Λαϊκόν Δικαστήριον και το Τομεακόν τοιούτον, ή διαμεσολάβησις δικηγόρων και δικολάβων ουδεμίαν έννοιαν και χρησιμότητα έχει και δεν επιτρέπεται…
  • Το λειτούργημα του Λαϊκού Δικαστή είναι επίσης τιμητικόν, άμισθον και υποχρεωτικόν (Άρθρο 2)».
Στο Λαϊκό Δικαστήριο συμμετέχει και ένας Λαϊκός Επίτροπος, που ορίζεται από το ΕΑΜ. «Η παρουσία του, άνευ ψήφου, συμβολίζει την εκπροσώπησιν της Κοινής Γνώμης ως οργανωμένου παράγοντος και έχει την έννοιαν του Συμβούλου και βοηθού του Λαϊκού Δικαστηρίου, παρά του κατηγόρου. Εισάγει την υπόθεσιν και εκφράζει εις το τέλος της διαδικασίας τη γνώμη του, αιτιολογών αυτήν, περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, αλλά όχι και περί ποινής. Απαγορεύεται να εισέλθει εις το δωμάτιον διασκέψεως του Λαϊκού Δικαστηρίου, καθ’ όν χρόνον το τελευταίον διασκέπτεται, κρίνει και αποφασίζει επί της υπόθέσεως (Άρθρο 3)».

Η Λαϊκή Δικαιοσύνη. Το Τομεακό Λαϊκό Δικαστήριο

 

  • «Οι Πρόεδροι των Λαϊκών Δικαστηρίων του ως εις το άρθρον 6 Τομέως συγκροτούν το Τομεακόν Λαϊκόν Δικαστήριον. Τούτον εκλέγει τον Πρόεδρόν του και συνεδριάζει συνήθως εις την έδραν της Τομεακής Επιτροπής.
  • Είναι δευτεροβάθμιον Δικαστήριον και εκδικάζονται τελεσιδίκως οι εις αυτό εφεσιβληθείσαι αποφάσεις των Λαϊκών Δικαστηρίων της δικαιοδοσίας του. Επικυρώνει ή τροποποιεί τις αποφάσεις τους.
  • Δικάζει εις πρώτον βαθμόν και τελεσιδίκως υποθέσεις και διαφοράς μεταξύ χωριών καθώς επίσης και μεταξύ κατοίκων διαφορετικών χωριών της δικαιοδοσίας του, αι οποίαι έχουν χαρακτήρα αδικήματος.
  • Χρέη Λαϊκού Επιτρόπου εις το Τομεακόν Λαϊκόν Δικαστήριον αναλαμβάνει εκπρόσωπος του αντιστοίχου τομέως του ΕΑΜ. Κατά τα άλλα ισχύουν και διά το Τομεακόν τα περί Λαϊκού Δικαστηρίου, (Άρθρο 7)».

Νομαρχιακή Λαϊκή Εξουσία

 

  • «Συνιστάται Ένωσις Κοινοτήτων Νομού. Οι Πρόεδροι ή οι αντιπρόεδροι των Επιτροπών Λαϊκής Αυτοδιοίκησης όλων των χωριών του Νομού, συνερχόμενοι εις Συνέλευσιν συνιστούν την Ένωσιν Κοινοτήτων, την Ανωτέραν Γενικήν Αρχήν του Νομού.
  • Εκλέγουν εκ των μελών της Συνελεύσεως Εκτελεστικήν Επιτροπήν και τον Πρόεδρον αυτής.
  • Η Εκτελεστική Επιτροπή αποτελεί την Ανωτέραν Γενικήν Διοίκησιν του Νομού. Τόσον η Συνέλευσις της Ενώσεως Κοινοτήτων Νομού, όσον και η Εκτελεστική Επιτροπή αυτής ασκούν εξουσίαν, λαμβάνοντας αποφάσεις υποχρεωτικού χαρακτήρος μόνον επί γενικών προβλημάτων όλου του Νομού…
  • Ούτε η Συνέλευσις της Ενώσεως Κοινοτήτων, ούτε η Εκτελεστική Επιτροπή της έχουν δικαίωμα επεμβάσεως εις απόφασιν Γενικής Συνελέυσεως ή Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως, καθ’ όσον αυτή αφορά εις ζητήματα αποκλειστικώς του ιδίου αυτών χωρίου, ένθα κυρίαρχος είναι αυτός τούτος ο Λαός του (Άρθρο 8)».
Ο Κώδικας Ποσειδώνα έθεσε τους βασικούς κανόνες της Άμεσης Δημοκρατίας, δηλαδή της Λαϊκής Εξουσίας, και αυτό έκανε την επιτυχία του δύναμη ανάπτυξης του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Η απήχηση της εφαρμογής του στην Ευρυτανία ήταν τόσο μεγάλη, που το ΕΑΜ προχώρησε τον Αύγουστο 1943 στη σύνταξη του «Κώδικα Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης για τη Στερεά Ελλάδα»38. Αυτός ο Κώδικας για τη Στερεά Ελλάδα, τα οκτώ άρθρα του Κώδικα Ποσειδώνα τα κάνει 73, αλλά σε πνεύμα εμφανώς συντηρητικό που αποδυναμώνει το πνεύμα του Κώδικα Ποσειδώνα. Αυτή η αλλαγή σηματοδοτείται από το γεγονός πως από τη Λαϊκή Αυτοδιοίκηση του Κώδικα Ποσειδώνα κατεβήκαμε στην Αυτοδιοίκηση σκέτο, που σημαίνει πως αποδυναμώνονται οι εξουσίες της Λαϊκής Συνέλευσης, οπότε ουσιαστικά καταργείται και η Άμεση Λαϊκή Εξουσία, αλλά και από το γεγονός πως από την Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης περάσαμε στο προπολεμικό Κοινοτικό Συμβούλιο.
Μετά τη σταδιακή εγκατάλειψη του Κώδικα Ποσειδώνα και την εμφάνιση του Κώδικα Στερεάς, εμφανίζεται αμέσως, στις 10 Αυγούστου 1943, η «Απόφαση 6» του Κοινού Γενικού Στρατηγείου των Εθνικών Ομάδων Ανταρτών39, που συγκροτήθηκε με κοινή απόφαση του Άρη Βελουχιώτη και του Ναπολέοντα Ζέρβα, για μια ακόμα συντηρητικότερη ρύθμιση των θεμάτων της Τοπικής πια, και όχι της Λαϊκής, Αυτοδιοίκησης, «τα όργανα της οποίας εκλέγονται απ’ ευθείας υπό του Λαού, δι’ ελευθέρων εκλογών πλειοψηφικού συστήματος»40. Ακολούθησαν πολλές ακόμα ‘βελτιώσεις’ του Κώδικα Ποσειδώνα, μέχρι που η Άμεση Λαϊκή Εξουσία κατάληξε έμμεση, αντιπροσωπευτική, αφηρημένη και μπασταρδεμένη ‘λαϊκή κυριαρχία’ με πρωταγωνιστές τσιφλικάδες, βιομήχανους, αγγλόφιλους αχυράνθρωπους, αστούς πολιτικάντηδες, τοπικούς παράγοντες, ακροδεξιές συμμορίες και ψευδομάρτυρες της ιστορίας.

Τα Τσιφλίκια ως "Λυδία Λίθος" της γνησιότητας της επανάστασης

 

''Ένα ταξίδι χιλίων χιλιομέτρων αρχίζει
μ' ένα πρώτο μικρό βήμα.''
Λαϊκή Παροιμία
Επειδή καμιά εξουσία δεν έρχεται από τον ουρανό, ακόμα ούτε και αυτή του ιερατείου, αλλά από το ποιος ελέγχει την παραγωγική βάση και συνεπώς και την κατανομή του πλούτου της εκάστοτε κοινωνίας, γι’ αυτό και η Λαϊκή Εξουσία ήταν αδύνατο να υπάρξει χωρίς την κοινωνικοποίηση της παραγωγικής βάσης της κοινωνίας και, όσον αφορά στην αγροτική οικονομία, χωρίς την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών. Όπως η λυδία λίθος χρησιμεύει για τον έλεγχο της γνησιότητας πολύτιμων λίθων, έτσι και τα τσιφλίκια, τα κρατικά και τα εκκλησιαστικά κτήματα, αποτέλεσαν το κρισιμότερο θέμα που δοκίμασε σκληρά τη ‘σοσιαλιστική-κομμουνιστική’ γνησιότητα του ΚΚΕ κατά συνέπεια και του ΕΑΜ, «για μια καινούργια Ελλάδα».
Η απαλλοτρίωση των κρατικών κτημάτων και των τσιφλικιών και η διανομή τους στους καλλιεργητές τους ήταν θέμα που έπρεπε να λύσει η επανάσταση του 1821, αλλά η υποθήκευση της κρατικής γης για τα αγγλικά δάνεια και η επικράτηση των αγγλόφιλων κοτζαμπάσηδων του Μωριά δεν επέτρεψαν την υλοποίηση αυτής της βασικής αστικής μεταρρύθμισης. Ολόκληρη η πολιτική ζωή της Ελλάδας από την επανάσταση του 1821 και μετά περιδινίζεται γύρω από τα τσιφλίκια, μέρος των οποίων απαλλοτριώνεται κάτω από το βάρος της Μικρασιατικής καταστροφής για την αποκατάσταση των προσφύγων. Για τη φτωχή αγροτιά και τους περιφερόμενους από περιοχή σε περιοχή ακτήμονες αγρεργάτες, τα εναπομείναντα, και ήταν πολλά, τσιφλίκια, ήταν, και καθ’ υπόσχεση όλων των πολιτικάντηδων, μόνιμος στόχος με την ελπίδα της αποκατάστασής τους. Η κατάρρευση του μεταξικού κράτους και η Εθνική Αντίσταση ενάντια στις δυνάμεις Κατοχής, που κατά κύριο λόγο πλαισιώθηκε από τη φτωχή αγροτιά, άνοιξαν διάπλατα το θέμα των τσιφλικιών, ιδιαίτερα από τις Επιτροπές Λαϊκής Αυτοδιοίκησης. Οι απλοί μαχητές του ΕΑΜ, «ο κόσμος της περιοχής, ο Λαός των χωριών, όπου τα τσιφλίκια, γίνονται φορέας του αιτήματος της απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών»41 και νόμιμα θεωρούν πως «είναι από τα πρώτα και βασικά αστικοδημοκρατικά προβλήματα που καλείται να λύσει η επανάστασή μας»42.
Τον Οκτώβρη του 1942 στο χωριό Κλειτσός της Ευρυτανίας η Λαϊκή Συνέλευση, αναγνωρίζοντας πως Λαϊκή Εξουσία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς Λαϊκή Κοινοκτησία, όρισε 17μελή Επιτροπή για την προσωρινή διανομή, χωρίς απαλλοτρίωση, των τσιφλικιών στους ακτήμονες αγρότες για να τα καλλιεργήσουν. Στο διπλανό χωριό ο Γραμματέας του ΚΚΕ Ευρυτανίας σε συνεργασία με το Αρχηγείο ΕΑΜ Ευρυτανίας αποφάσισαν την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και μάλιστα χωρίς αποζημίωση και άρχισαν με την απαλλοτρίωση και διανομή στους ακτήμονες αγρότες του τσιφλικιού Κύφου43, συνολικής επιφάνειας 14.500 στρεμμάτων. Αυτή η διχογνωμία, ‘δυο πολιτικές για το ίδιο θέμα και μάλιστα στον ίδιο τόπο’, δεν ήταν μια μοναδική περίπτωση ή η εξαίρεση του κανόνα. Αντίθετα, ήταν ένα καθολικό φαινόμενο44, που από τη μια μεριά της ‘διανομής χωρίς απαλλοτρίωση’ στάθηκε η ηγεσία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, ενώ από την άλλη πλευρά της ‘απαλλοτρίωσης και διανομής χωρίς αποζημίωση’ ήταν η βάση, δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Υπερίσχυσε βέβαια η θέση της ηγεσίας, αλλά η Εθνική Αντίσταση, ως αγώνας για μια Νέα Ελλάδα, υπέστη την πρώτη μεγάλη ήττα, η οποία συνεχίστηκε με την ένταξη του ΕΛΑΣ, τον Ιούλιο 1943, στο Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, δηλαδή υπό βρετανική εποπτεία. Όλες οι επόμενες ήττες της Εθνικής Αντίστασης ήταν φυσική εξέλιξη των αρχικών επιλογών της ηγεσίας της.
Αυτή η στροφή του ΕΑΜ, που διατυπώθηκε ως ‘γραμμή’ «μη χρωματίζετε τον αγώνα, ... η απαλλοτρίωση των τσιφλικιών αναβάλλεται για μετά την απελευθέρωση», γιατί τάχα ‘η απαλλοτρίωση θα έβλαπτε τον αγώνα’, ήταν προφανώς συμβιβασμός, σε επίπεδο κορυφής, στις πιέσεις των συντηρητικών δυνάμεων, και δεν μπορεί να ήταν τακτική μανούβρα για τη σωτηρία τάχα του ‘εθνικού’ χαρακτήρα της Αντίστασης. Είναι προφανές πως αυτή η στροφή της ηγεσίας της Εθνικής Αντίστασης έγινε σε βάρος του κοινωνικού της χαρακτήρα και σε τελική ανάλυση και σε βάρος του έθνους. Άλλωστε η ιστορία είναι αψευδής μάρτυρας πως, ό,τι αποφασίζεται χωρίς την κοινωνία, είναι σε βάρος της κοινωνίας και συνεπώς δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος του έθνους, γιατί έθνος χωρίς κοινωνία, ή σε βάρος της κοινωνίας, δεν μπορεί να υπάρξει, παρά μόνο ως καταπιεστικό, αντικοινωνικό και φασιστικό μόρφωμα.


Η Κυβέρνηση του βουνού
(Προσωρινή Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης ΠΕΕΑ)


«Είναι αρρώστια του καιρού μας,
να οδηγούνε τρελοί, στραβούς».
William Shakespeare
Η παλλαϊκότητα της Εθνικής Αντίστασης και το όραμα των ‘από κάτω’ να χτίσουν, με την Απελευθέρωση, ένα καλύτερο κόσμο είχε διαμορφώσει μια δυναμική, η οποία, ως δυναμική του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ το 1942 και το 194345 είχε απελευθερώσει ουσιαστικά ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα, χτίζοντας παντού θεσμούς Λαϊκής Αυτοδιοίκησης πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου βαθμού46. Αυτή η δυναμική των πραγμάτων οδήγησε αναγκαστικά στη συγκρότηση, με πρωτοβουλία του ΕΑΜ, της Προσωρινής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), που έλαβε χώρα στις 10 Μαρτίου 1944 στο χωριό Βίνιανη της Ευρυτανίας. Οι αγωνιστές του ΕΑΜ πίστεψαν πως με την ΠΕΕΑ θα ξεκαθαριζόταν το θέμα της απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών υπέρ της φτωχής αγροτιάς. Οι αστοί πολιτικοί, νομίζοντας πως το ΕΑΜ στρέφεται προς λύση του κοινωνικού προβλήματος, θορυβήθηκαν από την ίδρυση της ΠΕΕΑ και φρόντισαν με κάθε τρόπο να διαμηνύσουν διά του Σοφούλη, τόσο προς το ΕΑΜ, όσο και προς την εξόριστη κυβέρνηση Τσουδερού, με τον παρακάτω τελεσιγραφικό τρόπο: «Μας φέρατε μπροστά σε τετελεσμένο γεγονός νομίζοντας πως μας πήρατε φαλάγγι… Κάνετε λάθος… Τα πολιτικά κόμματα ποτέ δεν θα δεχτούν συμφωνία με την ΠΕΕΑ, ούτε και θα συζητήσουν με αυτή. Πρέπει να διαλυθεί η ΠΕΕΑ για να μπορέσουμε να συνεχίσομε τις διαπραγματεύσεις για εθνική λύση του πολιτικού προβλήματος»47 και όχι φυσικά του κοινωνικού, γιατί για τα πολιτικά κόμματα υπάρχει μόνο πολιτικό και όχι κοινωνικό πρόβλημα.
Για να μην υπάρξει, όμως, καμιά παρεξήγηση από τη βάση του ΕΑΜ και για να καθησυχάσει τα αστικά κόμματα, η ΠΕΕΑ φρόντισε να συμπεριλάβει στην ιδρυτική της Διακήρυξη μεταξύ των άλλων και τα παρακάτω: «Κύριος και πρωταρχικός στόχος της Επιτροπής είναι να συντονίσει και να διεξαγάγει με όλα τα μέσα και με όλες τις δυνάμεις μέσα στην Ελλάδα και στο πλευρό των συμμάχων μας τον αγώνα κατά των κατακτητών… Παράλληλα η Επιτροπή θα αναλάβει τα παρακάτω καθήκοντα: Την υπεύθυνη διοίκηση των ανταρτικών μονάδων που θα αποδεχτούν τη σύσταση της Επιτροπής με σκοπό την ενοποίηση, την αναδιοργάνωσή τους και τη συγκρότηση ενιαίου εθνικού στρατού… Την εξασφάλιση των ατομικών ελευθεριών του λαού στις ελεύθερες περιοχές, το σεβασμό της ατομικής ιδιοκτησίας, καθώς και την εξασφάλιση της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης … Η Επιτροπή ξεκινώντας από την αντίληψη πως, για να πραγματοποιηθούν οι παραπάνω εθνικοί σκοποί, επιβάλλεται να συμμετάσχουν στο έργο αυτό όλες οι εθνικές δυνάμεις, θεωρεί ως πρωταρχικό της καθήκον να εξακολουθήσει δραστήρια τις ενέργειες για το σχηματισμό κυβέρνησης γενικού εθνικού συνασπισμού…»48. «Από την πλευρά της Σοβιετικής Ένωσης η συγκρότηση της ΠΕΕΑ αγνοήθηκε επιδεικτικά. Την επομένη της συγκρότησής της ο Στάλιν έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα για την εθνική γιορτή στον Γεώργιο Γκλύξμπουργκ και όχι στην κυβέρνηση του βουνού»49. Μετά από λίγο η ΠΕΕΑ, υποκύπτοντας στις πιέσεις των αστικών κομμάτων και των διεθνών συμφωνιών, αυτοδιαλύθηκε. Η συνέχεια είναι γνωστή, Λίβανος (Μάης 1944), Γκαζέρτα (Σεπτέμβρης 1944), τα Δεκεμβριανά (1944), Βάρκιζα (Φεβρουάριος 1945), Απελευθέρωση-Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (1945), αποχή του ΚΚΕ από τις γενικές εκλογές του 1946, εμφύλιος (1946-1949) – νέα Κυβέρνηση του Βουνού, ήττα, αμερικανοκρατία50, αντικομμουνιστική υστερία, κράτος της Δεξιάς, δικτατορία, νόθα αστικοδημοκρατική μεταπολίτευση, νεογερμανισμός51 και ξανά τροϊκανή κατοχή και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο52.
Παραμένει, σε πολλούς ακόμα αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης αλλά και σε πολλούς νεότερους, βασανιστικό το ερώτημα για το τι πήγε στραβά και χάθηκε ακόμα μια τόσο βαθιά και πλατιά κοινωνική «νικηφόρα επανάσταση» που είχε κάνει πραγματικότητα την Άμεση Λαϊκή Εξουσία. Κάποιοι μιλούν για «λάθη της ηγεσίας», άλλοι για συμβιβασμό και κάποιοι άλλοι για αυτοϋπονόμευση και προδοσία. Την απάντηση θα τη δώσει στην ώρα της η ιστορία, αφού θα έχει μελετήσει όλο το σχετικό υλικό, στο οποίο θα συμπεριλαμβάνεται ασφαλώς και το υλικό των τεσσάρων Διασκέψεων της Μόσχας53, της Διάσκεψης του Καΐρου, της Τεχεράνης54 και φυσικά της Συμφωνίας της Γιάλτας55.
Εκείνο που θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε εμείς σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά από την όλη περιπέτεια του ‘Κώδικα Ποσειδώνα’, είναι πως στους κόλπους της Ελληνικής Εθνικής Αντίστασης αναπτύχθηκε μια γνήσια Λαϊκή Επανάσταση ‘από τα κάτω’ που θεμελίωσε την Άμεση Λαϊκή Εξουσία και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη, με στόχο τον σοσιαλισμό της Άμεσης Δημοκρατίας και της Κοινωνικής Αυτοδιεύθυνσης. Παράλληλα, όμως, παρεισέφρησε μια πανούργα πολυκέφαλη ‘αντεπανάσταση από τα πάνω και από τα έξω’, που, η μισή, ως εκφραστής της σοβιετικής αντίληψης, αλληθώριζε προς τη ‘δικτατορία του προλεταριάτου’ και η άλλη μισή, ως εκφραστής της αγγλικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής, πάσχιζε να σώσει το σύστημα με την παλινόρθωση της ‘κοινοβουλευτικής δημοκρατίας’. Είναι προφανές πως και οι δυο αυτές αντιλήψεις, ως ασυμβίβαστες με την Αμεσοδημοκρατική Λαϊκή Εξουσία του ‘Κώδικα Ποσειδώνα’, έβλεπαν εχθρικά την εφαρμογή του. Με την αντιδραστική θεωρία περί ‘μαζών’ και ‘πρωτοπορίας’, οι δυο αυτές τάσεις συμμάχησαν και, αφού υφάρπαξαν την ηγεσία της Εθνικής Αντίστασης, παραμέρισαν τον Κώδικα Ποσειδώνα και επέβαλαν τη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος, στο πλαίσιο των στενών ταξικών και κομματικών συμφερόντων τους και κύρια των συμφωνιών των προστατών τους. Υπάρχει, όμως, και μια ανθεκτική ιστορική πραγματικότητα που έρχεται από πολύ μακριά και ως σταθερά της ιστορίας και του ανθρωπισμού πορεύεται, αργά ίσως αλλά σταθερά, προς το Αύριο διαμορφώνοντας τους όρους για ένα καλύτερο κόσμο, για ένα καλύτερο μέλλον της ανθρωπότητας, κι αυτή η σταθερά αποτυπώθηκε για μια ακόμα φορά στο αταξικό πνεύμα του Κώδικα Ποσειδώνα.


  1. 1 Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Αταξική Δημοκρατία και Ουμανισμός στον 21ο αιώνα, στο συλλογικό τόμο: Η Άμεση Δημοκρατία στον 21ο αιώνα, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2013.
2Βλέπε αναλυτικά στο: Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον ουμανισμό. ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.
3 «Πάρα πολλά στοιχεία μαρτυρούν ‘Κλέφτικα και Καπετανάτα’… ακόμα και στο Βυζάντιο». Παπαρούνης Παναγιώτης,

  Τουρκοκρατία, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα χ. χ., σ. 418. «Η βυζαντινή φεουδαρχία ήταν τόσο σκληρή και άσπλαχνη, που οι 


 σκλάβοι της γης, οι δουλοπάροικοι, βαρυγκομούσαν και ήθελαν να αλλάξουν…». Κορδάτος Γιάννης, Ιστορία του 

αγροτικού κινήματος στην Ελλάδα, Μπουκουμάνης, Αθήνα 1973, σ. 33.
4 Πανταζόπουλος Νίκος, «Ο ελληνικός κοινοτισμός και η νεοελληνική κοινοτική παράδοση», περιοδικό Άρδην, τεύχ. 43, 

27.05.2011.
5 Βουρνάς Τάσος, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, εκδ. Τολίδη, Αθήνα χ.χ., σ. 31.
6 Μοσκώφ Κωστής, Η εθνική και κοινωνική συνείδηση στην Ελλάδα 1830-1909. Ιδεολογία του μεταπρατικού χώρου,

 Αθήνα 1974, σ. 75 κ.ε.
7  Βλ. σχετικά, Λάμπος Κώστας, Συνεταιρισμοί και ανάπτυξη, ΤΥΠΩΘΗΤΩ - ΔΑΡΔΑΝΟΣ, Α θήνα 1999, σ. 23 κ.ε.
8  Καραβίδας Κ. Δ., Αγροτικά, Παπαζήσης, Αθήνα 1978, σ. 234.
9  Κλήμης Αριστείδης, «Η συνεργασία των ατόμων στον ελληνικό χώρο», στο: Θέματα Συνεταιρισμών και Αγροτικής 

Οικονομίας, τεύχ. 75/1983, σ.5413 κ.ε.
10  «Είναι γεγονός ότι οι περίοδοι ακμής των Ελλήνων ήσαν εκείνες που διαπνέονταν από κοινοτικό πνεύμα και ήθος, από την αρχαία πόλη-κράτος έως τις κοινότητες κατά την οθωμανική αυτοκρατορία». Σταματόπουλος Γιώργος, «Ο κοινοτισμός ως εναλλακτική πρόταση στην παγκοσμιοποίηση», στην Ελευθεροτυπία, 10.12.2003.
11  Βακαλόπουλος Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1964, τόμ. Β 1, σ. 5, παρατίθεται στο Μοσκώφ Κωστής, 

 Εθνική…, ό.π., σ. 75.
12  Καραβίδας Κ. Δ., Αγροτικά, ό.π., σ. 235.
13 «Εκείνοι οι άφρονες και μωροί άνθρωποι όπου κράζονται προεστοί και άρχοντες, οίτινες,… καυχώνται εις το να δεικνύονται πιστοί οπαδοί και δούλοι του τυράννου εκούσιοι», Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, Κάλβος, Αθήνα 1968, σ. 89.
14 «Εκατόν χιλιάδες, και ίσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι, ζώσιν αργοί και τρέφονται από τους ιδρώτας των ταλαίπωρων και φτωχών Ελλήνων… Δεν είναι κρυφόν ότι οι πνευματικοί αναφέρουσι κάθε υπόθεσιν οπού ακούουσιν από τους χριστιανούς εις τον αρχιερέα και αυτός ευθύς κάμνει ένα κατάλογον με προσθήκην και τον προσφέρει του τυράννου εις τρόπον ώστε η εξομολόγησις την σήμερον είναι έν μέσον προδοσίας… Το ελληνικόν ιερατείον εμποδίζει την ελευθέρωση των Ελλήνων και αύτη είναι η πρώτη και η μεγαλυτέρα αιτία όπου ευρισκόμεθα υπό της οθωμανικής τυραννίας», ό.π., σ. 118 και 127.
15  Καραβίδας Κώστας, Κοινοτισμός και Σοσιαλισμός, εκδ. Κοραή, Αθήνα 1930, σ. 59-61.
16 Βλ. Λάμπος Κώστας, Από την κρίση στην υπέρβαση του ελληνικού περιφερειακού καπιταλισμού, Αιχμή, Αθήνα 1988.
17 Πανταζόπουλος Νίκος, Ο ελληνικός κοινοτισμός…, ό.π.
18 Μπέλτσιος Θανάσης, «Η εν Κρήτη Σοσιαλιστική Πολιτεία του Σταύρου Καλλέργη. Ο Δήμος στην πολιτική σκέψη των πρώιμων σοσιαλιστών», στο περιοδικό Ευτοπία, τεύχ. 18, Γενάρης 2010, σ. 63.
19 Ό.π.
20 Ό.π., σ. 66.
21 Για μιά διεξοδική ανάλυση αυτής της περιόδου βλ. Λάμπος Κώστας, Εξάρτηση, προχωρημένη υπανάπτυξη και αγροτική οικονομία της Ελλάδας, Αιχμή, Αθήνα 1983.
22 Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί θεσμοί της Εθνικής Αντίστασης, Γλάρος, Αθήνα 1989, σ. 9.
23 Γλέζος Μανώλης, Εθνική Αντίσταση 1940-1945, Στοχαστής, τόμ. 1ος Αθήνα 2009, 5η έκδ., σ. 51.
24 Βλέπε αναλυτικά στο: Λάμπος Κώστας, Συνεταιρισμοί και ανάπτυξη, ΤΥΠΩΘΗΤΩ - ΔΑΡΔΑΝΟΣ, Αθήνα 1999.
25 Κουτσουμπός Θεόδωρος, «Μορφές εναλλακτικής εξουσίας στην ελεύθερη Ελλάδα κατά την Κατοχή»,: http://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/3504/1/koytso
26 Μπέικος Γεωργούλας, Η λαϊκή εξουσία στην ελεύθερη Ελλάδα, Θεμέλιο, Αθήνα 1979, 2η έκδ., τόμ. 1ος, σ. 74.
27 Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί θεσμοί…, ό.π., σ. 21.
28 Τη ‘Συμβιβαστική’ αποτελούσαν δύο γεωργοί, δύο κτηνοτρόφοι εκλεγμένοι σε γενική συνέλευση από τους κατοίκους του χωριού, ο Πρόεδρος της Κοινότητας, ο δάσκαλος και ο παπάς. Χρέη Γραμματέα έκανε ο Γραμματέας της ΦΕΚ, Μπέικος Γεωργούλας, Η λαϊκή εξουσία…, ό.π., τόμ. 1ος, σ. 75. Βλ. επίσης Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί θεσμοί…, ό.π., σ. 21 κ.ε.
29 Χαρακτηριστική για την περί δικαίου αντίληψη της Λαϊκής Δικαιοσύνης είναι η περίπτωση του γιατρού Κώστα Μπακόλα, ο οποίος καταδικάστηκε το 1937 από τη Συμβιβαστική Επιτροπή του χωριού Μαυρομάτα σε έξι μήνες δημόσιας περιφρόνησης, γιατί εκμεταλλευόταν τη θέση του, ως γιατρός του χωριού, και έκανε προπαγάντα υπέρ της μεταξικής δικτατορίας και του χιτλερικού εθνικοσοσιαλισμού, βλ.: Μπέικος Γεωργούλας, Η λαϊκή εξουσία…, ό.π., τόμ. 1ος, σ. 76.
30 Ό.π., σ. 75-77.
31 Ό.π., σ. 71.
32 Αναλυτικά βλ. σχετικά, Μανώλης Γλέζος, Εθνική Αντίσταση.., ό.π., σ. 813 κ.ε.
33 Για περισσότερες σχετικές πληροφορίες από πρώτο χέρι βλ., ό.π., τόμ. 1ος, σ. 341 κ.ε., και τόμ. 2ος, σ. 913 κ.ε.
34 Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί θεσμοί…, ό.π., σ. 17 κ.ε.
35 Ό.π., σ. 25.
36 Ολόκληρο το κείμενο του Κώδικα στο: Μπέικος Γεωργούλας, Η Λαϊκή εξουσία…, ό.π., τόμ. 2ος, σ. 133-152 και Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί θεσμοί…, ό.π., σ.111-124.
37 «Αν και στελέχη του ΚΚΕ, οι υπεύθυνοι του ΕΑΜ (και συντάκτες του Κώδικα Ποσειδώνα) φαίνεται πως ενεργούσαν περισσότερο με βάση την ιδεολογική επίδραση των ‘σοβιέτ’ και τη γνώση των συνθηκών της περιοχής, παρά σαν εντολοδόχοι της κεντρικής ηγεσίας τους, που εκδήλωνε μέτριο και επιφυλακτικό ενδιαφέρον για τους νέους θεσμούς», Τυροβούζης Χρήστος, Αυτοδιοίκηση και Λαϊκή Δικαιοσύνη 1942-1945, Προσκήνιο, Αθήνα 1991, σ. 57.
38  Βλ. το πλήρες κείμενο στο Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί…, ό.π., σ. 124-139.
39   Βλ. το πλήρες κείμενο στο Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί…, ό.π., σ. 139-179.
40  Ό.π., σ. 140.
41  Ό. π., σελ. 175-176.
42  Ό.π., σ. 169.
43 Μπέικος Γεωργούλας, Η λαϊκή εξουσία…, ό.π., τόμ. 2ος, σ.169 και 170.
44 «Σοβαρές παρεκκλίσεις της πολιτικής γραμμής δεν είχαμε στην περιοχή μας. Τα λάθη της καθοδήγησης του Βόλου έσπευσε επί τόπου το θεσσαλικό γραφείο του ΚΚΕ και τα διόρθωσε έγκαιρα, όπως έκανε το ίδιο και με τους εξτρεμισμούς για εξουσία, για εαμικό κράτος στον Αλμυρό, στα Φάρσαλα, η ‘Κόκκινη Δικτατορία της Καλαμπάκας’ κ.λπ., και χρειάστηκε μόνιμη επαγρύπνηση της κομματικής καθοδήγησης για την προφύλαξη ή έγκαιρη εξουδετέρωση τέτοιων τάσεων», Δηλώσεις του Κώστα Καραγιώργη στις 5 Μαΐου στη Ρεντίνα, αναφέρεται στο: Κουτσουμπός Θόδωρος, Μορφές εναλλακτικής εξουσίας…, ό.π., σ. 130.
45 «Η ιδέα της δημιουργίας ενός τέτοιου συντονιστικού οργάνου, που θα ασκούσε καθήκοντα λαϊκοδημοκρατικής κυβερνητικής εξουσίας, έγινε αισθητή από την αρχή του 1943. Ήδη παντού στην Ελεύθερη Ελλάδα οι λαοκρατικοί θεσμοί της Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης, λειτουργούσαν με την ευθύνη των οργανώσεων… και γενικά είχε διαμορφωθεί το κράτος του βουνού που πολεμούσε και ταυτόχρονα θεμελίωνε τη μελλοντική μορφή της ελεύθερης και λαοκρατούμενης ελληνικής πολιτείας», ό.π., σ. 65.
46 «Ένας λόγος, ο οποίος από τα πράγματα υποχρέωνε στην ίδρυση κυβέρνησης στην Ελεύθερη Ελλάδα ήταν το γεγονός ότι η αυτοδιοίκηση είχε φτάσει από τον πρώτο βαθμό (Κοινότητες), στο δεύτερο (Επαρχίες), στον τρίτο (Νομοί) και στον τέταρτο (Περιφέρειες). Η φυσική συνέχεια συνεπώς ήταν η διοίκηση να επεκταθεί και στο σύνολο της επικράτειας, σε εθνικό επίπεδο», Γλέζος Μανώλης, Εθνική Αντίσταση…, ό.π., τόμ. 2ος, σ. 827.
47 Χατζής Θανάσης, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε, Δωρικός, Αθήνα 1982, τόμ. 2ος σ. 329, παρατίθεται στο: Γλέζος Μανώλης, Εθνική Αντίσταση…, ό.π., τόμ. 2ος, σ. 826, σημ. 29 και Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί θεσμοί.., ό.π., σ. 71.
48 Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι Λαοκρατικοί θεσμοί…, ό.π., σ. 67-68.
49 Ό.π., σ. 71.
50 Βλέπε σχετικά, Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της παρακμή;, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009.
51 Βλέπε Λάμπος Κώστας, Νεογερμανισμός. Ο νέος Εφιάλτης της Ευρώπης, στο: http://www.anixneuseis.gr/?p=30341, http://www.infonewhumanism.blogspot.com, και Neogermanismus. Der neue Albtraum Europas, στο: http://www.scribd.com/doc/82050648/,
52  «Δεν είναι η πρώτη φορά που για να κατανοήσεις το μέλλον της Ευρώπης χρειάζεται να στραφείς μακριά από τις μεγάλες δυνάμεις στο κέντρο της ηπείρου και να κοιτάξεις προσεκτικά όσα συμβαίνουν στην Αθήνα. Τα τελευταία 200 χρόνια η Ελλάδα ήταν στην πρώτη γραμμή της εξέλιξης της Ευρώπης. Στη δεκαετία του 1820, στη διάρκεια του αγώνα για την ανεξαρτησία από την οθωμανική αυτοκρατορία, η Ελλάδα έγινε ένα πρώιμο σύμβολο δραπέτευσης από τη φυλακή της αυτοκρατορίας.…η Ελλάδα ήταν επίσης στην πρωτοπορία της αντίστασης στους ναζιστές. Τον χειμώνα του 1940-41, ήταν η πρώτη χώρα που αντεπιτέθηκε αποτελεσματικά κατά των δυνάμεων του Άξονα, ταπεινώνοντας τον Μουσολίνι στον ελληνοϊταλικό πόλεμο ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη επευφημούσε την Ελλάδα…, ο κλήρος πέφτει και πάλι στην Ελλάδα ως χώρας να προκαλέσει τους μανδαρίνους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να θέσει το ερώτημα: "ποιο θα είναι το μέλλον της ηπείρου;" Η Ευρωπαϊκή Ένωση υποτίθεται ότι θα ένωνε μια κατακερματισμένη Ευρώπη, ότι θα ενίσχυε τις δημοκρατικές της δυνατότητες και ότι θα μεταμόρφωνε την ήπειρο σε μια ανταγωνιστική δύναμη στην παγκόσμια σκηνή. Είναι ίσως ταιριαστό που ένα από τα αρχαιότερα και πιο δημοκρατικά έθνη-κράτη της Ευρώπης βρίσκεται στην καινούργια εμπροσθοφυλακή, όσων θέτουν εν αμφιβόλω όλα αυτά τα επιτεύγματα. Γιατί είμαστε όλοι μικρές δυνάμεις τώρα, και για άλλη μια φορά η Ελλάδα πολεμάει στην πρώτη γραμμή του αγώνα για το μέλλον», Μαζάουερ Μαρκ, «Η Ελλάδα το λίκνο της Δημοκρατίας κλονίζει τον πλανήτη», στο: http://www.pressinaction.gr/politiki/item/2033-new-york-times-i-ellada-likno-tis-dimokratias-klonizei-ton-planiti.
53 Η πρώτη Διάσκεψη της Μόσχας έλαβε χώρα από τις 29 Σεπτεμβρίου έως και την 1η Οκτωβρίου του 1941. Ο Άβερελ Χάριμαν, Πρεσβευτής των ΗΠΑ στην ΕΣΣΔ, εκπροσωπώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και ο Λόρδος Μπίβερμπρουκ, εκπροσωπώντας το Ηνωμένο Βασίλειο, συναντήθηκαν με τον Ιωσήφ Στάλιν για να εγγυηθούν ότι οι δύο αυτές συμμαχικές δυνάμεις θα βοηθούσαν και θα υποστήριζαν την Σοβιετική Ένωση στον κοινό αγώνα κατά της Ναζιστικής Γερμανίας. Η Δεύτερη Διάσκεψη της Μόσχας έλαβε χώρα από τις 12 μέχρι τις 17 Αυγούστου του 1942. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο ειδικός απεσταλμένος του Προέδρου των ΗΠΑ Άβερελ Χάριμαν και ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης Ιωσήφ Στάλιν σχεδίασαν την Εκστρατεία στη Β. Αφρική και συζήτησαν για την αποβίβαση στρατευμάτων και το άνοιγμα ενός νέου μετώπου στη Βόρεια Γαλλία. Η Τρίτη Διάσκεψη της Μόσχας έλαβε χώρα από τις 18 Οκτωβρίου μέχρι τις 11 Νοεμβρίου του 1943 στο Κρεμλίνο. Η συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, Άντονι Ήντεν, των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, Κόρντελ Χωλ, και της Σοβιετικής Ένωσης, Βιατσεσλάβ Μιχαήλοβιτς Μολότωφ, οδήγησε στη Διακήρυξη της Μόσχας και στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Συμβουλευτικής Επιτροπής (EAC). H Τέταρτη Διάσκεψη της Μόσχας, γνωστή και ως Διάσκεψη του Τολστόι λόγω του κωδικού ονόματός της Τολστόι, μεταξύ των Συμμάχων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έλαβε χώρα στη Μόσχα από τις 9 Οκτωβρίου έως τις 19 Οκτωβρίου του 1944. Αντιπρόσωποι της Σοβιετικής Ένωσης στη διάσκεψη ήταν ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης Ιωσήφ Στάλιν και ο Σοβιετικός υπουργός εξωτερικών Βιατσεσλάβ Μιχαήλοβιτς Μολότωφ. Αντιπρόσωποι του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ και ο Βρετανός υπουργός εξωτερικών Άντονι Ήντεν. Ο Βρετανός Γενικός Αρχηγός των Επιτελείων Sir Άλαν Μπρουκ ήταν παρών, όπως και ο πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής στη Μόσχα, Άβερελ Χάριμαν, και ο Αμερικανός στρατηγός Τζον Ντιν, ως παρατηρητές και αντιπρόσωποι των ΗΠΑ. Θέματα που συζητήθηκαν στη διάσκεψη ήταν η είσοδος της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας, η μεταπολεμική διαίρεση των Βαλκανίων και τα ποσοστά επιρροής Σοβιετικών-Ηνωμένου Βασιλείου με τη μυστική Συμφωνία των Ποσοστών, καθώς και το μέλλον της Πολωνίας και της Ελλάδας
54  Η Διάσκεψη της Τεχεράνης ήταν διάσκεψη κορυφής μεταξύ των ηγετών των Συμμάχων υπό το κωδικό όνομα EUREKA. Διεξήχθη στην Τεχεράνη από τις 28 Νοεμβρίου έως την 1η Δεκεμβρίου 1943. Σε επίπεδο ηγετών συμμετείχαν ο Αμερικανός Πρόεδρος Φράνκλιν Ρούζβελτ, ο Βρετανός Πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ και ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης Ιωσήφ Στάλιν. Ακολούθησε χρονικά τη Διάσκεψη του Καΐρου, η οποία έληξε στις 27 Νοεμβρίου 1943 χωρίς την παρουσία του Στάλιν αλλά με παρουσία του Τσανγκ Κάι Σεκ. Οι αποφάσεις που λήφθηκαν στη διάσκεψη της Τεχεράνης ήταν προοίμιο των αποφάσεων που επικυρώθηκαν στη Διάσκεψη της Γιάλτας το 1945 και υπό αυτή την άποψη θεωρείται μια από τις πιο σημαντικές διασκέψεις του Πολέμου. 
55  Η Συμφωνία της Γιάλτας ή των ποσοστών ήταν μία συμφωνία μεταξύ του Ιωσήφ Στάλιν και του Ουίνστον Τσώρτσιλ σχετικά με τη διαίρεση της νοτιοανατολικής Ευρώπης σε σφαίρες επιρροής. Στις 9 Οκτωβρίου 1944, λίγους μήνες πριν τη Διάσκεψη της Γιάλτας, οι δύο ηγέτες συναντήθηκαν στην τέταρτη Διάσκεψη της Μόσχας, όπου, σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του, ο Τσώρτσιλ πρότεινε η Σοβιετική Ένωση να έχει 90% επιρροή στην Ρουμανία και 75% στην Βουλγαρία, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο να έχει 90% επιρροή στην Ελλάδα. Ο Τσώρτσιλ επίσης πρότεινε στην Ουγγαρία και την Γιουγκοσλαβία να έχουν 50% επιρροή και οι δύο. Στη συνέχεια ο Τσώρτσιλ έγραψε τη συμφωνία με μπλε μολύβι σε μία χαρτοπετσέτα, την οποία έδωσε στον Στάλιν, και αφού την ενέκρινε ο Στάλιν του την επέστρεψε. "Δεν θα θεωρηθεί πολύ κυνικό αν φανεί πως διευθετήσαμε τη μοίρα εκατομμυρίων ανθρώπων, με έναν τόσο "πρόχειρο" τρόπο; Ας κάψουμε το χαρτί", είπε ο Τσώρτσιλ. "Όχι, κράτα το", απάντησε ο Στάλιν. Οι υπουργοί εξωτερικών των δύο χωρών, Άντονι Ήντεν και Βιατσεσλάβ Μιχαήλοβιτς Μολότωφ, διαπραγματεύτηκαν τα ποσοστά της συμφωνίας στις 10 και 11 Οκτωβρίου. Κατάληξη αυτής της συζήτησής ήταν η αύξηση των ποσοστών επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης στη Βουλγαρία και την Ουγγαρία κατά 80%. Αν η συμφωνία αυτή ήταν πράγματι αληθινή, ο Στάλιν κράτησε τον λόγο του όσον αφορά την Ελλάδα. Η Βρετανία υποστήριξε τις δυνάμεις της Ελληνικής Κυβέρνησης κατά τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, ενώ η Σοβιετική Ένωση δεν βοήθησε καθόλου τους κομμουνιστές του ΔΣΕ. Βέβαια, αυτή η κυνικότητα αμφισβητήθηκε από πολλούς και δεν επιβεβαιώθηκε από τους άλλους πρωταγωνιστές, αν και επιβεβαιώθηκε από τη ζωή μέχρι κεραίας.