Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ



Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ
(Αγώνας για την εδαφική ακεραιότητα και την εθνική επιβίωση)

Γράφει ο Κώστας Λάμπος 

«Ο σκοπός της οικονομίας είναι η ευχαρίστηση και η ευτυχία των ανθρώπων. Όποια θεωρία κινείται έξω από αυτόν τον σκοπό, απλώς δεν ανήκει στο χώρο των οικονομικών»

Nicholas Georgescu-Roegen 
The Entropy Law and the Economic Process 1971


 



1. Η Ελλάδα, ως οικουμενικό μέγεθος και διαχρονικό ‘μήλο της έριδας’



Η Ελλάδα ως γεωπολιτικό μέγεθος παρουσίαζε πάντα μια ιδιαίτερη στρατηγική σημασία για τις εκάστοτε μεγάλες δυνάμεις που διεκδικούσαν ηγεμονικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή[1], ρόλο που έπαιξε η ίδια για μια σχετικά μεγάλη χρονική περίοδο της αρχαιότητας. Κύριοι προσδιοριστικοί παράγοντες αυτής της γεωστρατηγικής σημασίας της Ελλάδας ήταν και παραμένουν:

1.          Βρίσκεται στο σταυροδρόμι μεταξύ Βορά-Νότου και Ανατολής Δύσης και όποιος ελέγχει αυτό το σταυροδρόμι ελέγχει την ευρύτερη περιοχή και τον πλούτο που παράγεται και διακινείται σ’ αυτή την ευρεία περιοχή.

2.          Διαθέτει τεράστιο ορυκτό πλούτο και πολύτιμα μεταλλεύματα γνωστά και αξιοποιήσιμα από την αρχαιότητα, στα οποία πρόσφατα προστέθηκαν πετρέλαια και φυσικό αέριο, ο έλεγχος των οποίων είναι ζωτικής σημασίας για τις δυνάμεις που διεκδικούν την παγκόσμια ηγεμονία, ιδιαίτερα σήμερα που τα γνωστά κοιτάσματα της κεντρικής Ευρασίας[2] εξαντλούνται επικίνδυνα.

3.          Ως μια ξεχωριστά όμορφη περιοχή του πλανήτη με συνεχόμενη ιστορία πολλών χιλιάδων χρόνων και ως αδιαμφισβήτητη κοιτίδα των επιστημών, των τεχνών και του πολιτισμού του «πάντων πραγμάτων μέτρον άνθρωπος» και όχι της βαρβαρότητας του κέρδους, παρουσιάζει ενδιαφέρον και ο έλεγχός της προσδίδει κύρος στον εκάστοτε βάρβαρο ή ‘πολιτισμένο’ κατακτητή.

Η τρέχουσα παγκόσμια κρίση παρακμής του καπιταλισμού αποτελεί έναν ακόμα παράγοντα που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τη λεγόμενη ‘ελληνική κρίση’ και την πολιτική λιτότητας που επέβαλλαν στην Ελλάδα οι ευρωπαίοι δανειστές ‘εταίροι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη’ και οι βορειοαμερικάνοι ‘σύμμαχοι’ και αφεντικά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και του ΝΑΤΟ.

Ας πάρουμε, όμως, πάλι τα πράγματα με τη σειρά και από την αρχή. Ο στόχος των ηγεμόνων και επίδοξων ηγεμόνων ή συνηγεμόνων ήταν και παραμένει σταθερός, ο έλεγχος της περιοχής και κατά κύριο λόγο ο έλεγχος της Ελλάδας-σταυροδρόμι και πρόσφατα επιπλέον της Ελλάδας-προνομιακό πετρελαιοοικόπεδο. Συνέπεια αυτής της γεωστρατηγικής θέσης της Ελλάδας ήταν πάντα και παραμένει μια διαρκής σύγκρουση μεταξύ των επίδοξων ηγεμόνων, η οποία παίρνει τη μορφή ενός διαρκούς ελληνικού εμφύλιου πολέμου, ο οποίος τροφοδοτείται με δοτούς πολιτικούς εκφραστές, με τεχνική και οικονομική υποστήριξη από τις αυλές των ενδιαφερόμενων μεγάλων δυνάμεων, από τους Πέρσες, τους Ρωμαίους, τους Ενετούς, τους Τούρκους, τους Γερμανούς, τους Άγγλους, τους Αμερικανούς και τώρα πάλι από τους Γερμανούς και τους αμερικάνους. H διαρκής ξένη παρέμβαση και εμφυλιοπολεμική σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα την σχεδόν αδιάκοπη πολιτική αστάθεια, η οποία με τη σειρά της δεν επέτρεπε μια σωρευτική οικονομική ανάπτυξη, αντίθετα συνοδεύονταν από αλλεπάλληλες μεγάλες καταστροφές των υποδομών της οικονομίας και από συχνές μετακινήσεις μεγάλων πληθυσμών με συνέπεια την διαρκή εξάρτηση και υποτέλεια της Ελλάδας.

Το ζητούμενο, λοιπόν, για τις εκάστοτε μεγάλες δυνάμεις και τις ντόπιες συνεργαζόμενες με αυτές δυνάμεις, ήταν ποιος θα προλάβει και με ποιο τρόπο θα εξασφαλιστεί ο έλεγχος, δηλαδή το πώς;. Σήμερα το ποιος παίζεται κύρια μεταξύ ΕΕ (Γερμανίας) και ΕΠΑ, χωριστά ή συνεταιρικά, χωρίς να υποτιμούμε τις προσπάθειες και τις φιλοδοξίες της Ρωσίας και της Κίνας να παίξουν ηγεμονικό, παγκόσμιο ή τοπικό-περιφερειακό, ρόλο. Το πώς δεν αντιμετωπίστηκε με την αμφίσημη μονοδιάστατη τακτική του («Butter stat Kanonen»), βούτυρο αντί για κανόνια, αλλά με την ευέλικτη τακτική του ‘και βούτυρο και κανόνια’. Η επιτυχία της οποίας υπήρξε παραδειγματική, γιατί με τη συνδρομή των ‘προθύμων’ συνεργατών τους στην ‘κυβέρνηση των Αθηνών’ φόρτωσαν τη χώρα με δυσβάστακτα καταχρηστικά δάνεια, γιατί και οι δυό πλευρές που υπόγραφαν αυτά τα δάνεια για την αγορά άχρηστων εξοπλισμών και αμυντικών συστημάτων και για τη ‘διευκόλυνση’ κύρια πολυτελών εισαγωγών από τις μητροπόλεις του καπιταλισμού, γνώριζαν πως αυτά τα δάνεια δεν τα γνώριζε και δεν τα είχε εγκρίνει ο ελληνικός λαός, αλλά και δεν εξυπηρετούσαν πραγματικές ανάγκες του Ελληνικού λαού.

Με αυτόν τον τρόπο η δια της χρεοκοπίας κατάκτηση της Ελλάδας πήρε τη μορφή των μνημονίων, των νέων δανείων και της σκληρής λιτότητας, αντί των συνθηκών παράδοσης λόγω ήττας σε πόλεμο. Οι συνέπειες αυτών των εξελίξεων ήταν το ίδιο καταστροφικές, για την οικονομία της χώρας και για την ελληνική κοινωνία, με αυτές μιας καταστροφικής πολεμικής ήττας. Το ξεπέρασμα αυτών των καταστροφών, αυτής της νέας διαρκούς υποδουλωτικής ήττας προϋποθέτει ένα σύγχρονο Κοινωνικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και μια καινούργια μακροχρόνια αντίσταση που ξεπερνάει ιδεολογίες, πρόσωπα, κόμματα και κοινοβούλιο και δρα σε επίπεδο νέων θεσμών και δομών που διαμορφώνουν σταδιακά την καινούργια κοινωνία της ισότητας μέσα στην κοινωνία της ανισότητας που θέλουμε να αλλάξουμε. Ο ελληνικός λαός, μυθοποιημένος ως Ηρακλής, κατάφερνε πάντα σε αντίστοιχες καταστάσεις να ξεπερνάει τις όποιες κρίσεις και να ξαναβρίσκει το δρόμο του προς την κατεύθυνση του «πάντων πραγμάτων μέτρον άνθρωπος». Κατάφερνε πάντα να ξανα-υφαίνει τον διαλυμένο κοινωνικό ιστό και να δίνει νέες διαστάσεις και προοπτικές στο όραμά του Ανθρώπου για έναν καλύτερο κόσμο. ΄Ετσι θα συμβεί και τούτη τη φορά, όσο δύσκολο και αν είναι, όσες θυσίες και αν χρειαστούν.



2. Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι ένας ανέφικτος ‘καλύτερος’ καπιταλισμός, αλλά ένας εφικτός, αναγκαίος και αναπόφευκτος καλύτερος κόσμος



Οι μνημονιακοί κατακτητές επιδιώκουν νέα τετελεσμένα γεγονότα και προσδοκούν μια υποταγή του ελληνικού λαού στα δικά τους προγράμματα και στους δικούς τους στόχους, στα πλαίσια ενός μητροπολιτικά ελεγχόμενου πλιάτσικοκαπιταλισμού, ενός πολιτικά ευνουχισμένου κοινοβουλίου και ενός διεφθαρμένου κομματικού συστήματος, που δεν αρνείται ουσιαστικά τον καπιταλισμό και την πατρωνία, αλλά υπόσχεται στο κεφάλαιο ‘καλύτερη’ διαχείριση των πολιτικών υποθέσεων, παραπλανώντας το εκλογικό σώμα με την προώθηση στο προσκήνιο ‘νέων άφθαρτων προσώπων’ και ‘αριστερών ριζοσπαστικών κομμάτων’. Το αποτέλεσμα είναι, ο λαός να μην εμπιστεύεται πια, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, το αστικό κοινοβούλιο, να αμφισβητεί συνολικά πλέον το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και να αρνείται να αναθέσει σε κάποιο κόμμα την αποκλειστική ευθύνη σχηματισμού κυβέρνησης. Παράλληλα, ο ελληνικός λαός, δεν κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια. Αντίθετα κατεβαίνει κατά εκατοντάδες χιλιάδες στις πλατείες και τοποθετεί στην καθημερινή ημερήσια διάταξη το θέμα της διεξόδου από την καπιταλιστική κρίση ως έξοδο από τον ίδιο τον καπιταλισμό με κατεύθυνση την Άμεση Δημοκρατία με την έννοια και την προοπτική της Αταξικής Κοινωνίας.

Όταν αυτό το κίνημα της Άμεσης Δημοκρατίας αντιμετωπίστηκε ως εφιάλτης για την ‘καθεστηκυία τάξη’ και αντιμετώπισε την απροκάλυπτη εχθρότητα του συνολικού συστήματος εξουσίας και την ασφυκτικά παρενοχλητική ‘φιλία’ των διάφορων σοσιαλδημοκρατικών και λοιπών ‘αριστερών’ εξουσιαστικών κομμάτων και αποκομμάτων, τότε αποφάσισε να αποσυρθεί από τις πλατείες, αλλά όχι και να χαθεί, όπως πολλοί υποστηρίζουν και θα ήθελαν. Το συναντάμε σήμερα με τη μορφή χιλιάδων συλλογικοτήτων που δρουν είτε ως επανοικειοποίηση εγκαταλειμμένων ιδιωτικών και δημόσιων χώρων και δραστηριοποιούνται ως θεσμοί κοινωνικής αλληλεγγύης, πολιτικής αντιπληροφόρησης, πολιτιστικών και καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων, είτε ως άμεση κοινωνικοποίηση, δηλαδή, ως κύτταρα αμεσοδημοκρατικά αυτοδιαχειριζόμενης αλληλέγγυας, μέχρι και αχρήματης κοινωνικής οικονομίας που αποεμπορευματοποιεί τις ανθρώπινες σχέσεις δρώντας έξω από και ενάντια στην καπιταλιστική αγορά. Το συναντάμε επίσης και ως επανατοπικοποίηση με τη μορφή οικοκοινοτήτων που επανανοηματοδοτούν τις σχέσεις και τις μορφές κοινωνικής συμβίωσης χωρίς ιεραρχικές και εξουσιαστικές δομές[3]. Τέλος το συναντάμε ως εργαστήρια επιστημονικού και κοινωνικού πειραματισμού που εκτείνονται από την έρευνα μέχρι την εφαρμογή μεθόδων ενεργειακής ανεξαρτησίας των χρηστών[4], απελευθέρωσης του λογισμικού, τρισδιάστατης εκτύπωσης, κοινωνικοποίησης του διαδικτύου για την απελευθέρωση της πληροφορίας και τη δωρεάν επικοινωνία και πολλών άλλων μορφών παρέμβασης που αποσκοπούν στη διεύρυνση του φάσματος των ελεύθερων και κοινών αγαθών, δραστηριότητες που αλλάζουν με ήπιο τρόπο και σε βάθος τις παραγωγικές και συνεπώς και τις κοινωνικές σχέσεις, δηλαδή και την ίδια την κοινωνία.

Βέβαια το κομματικό σύστημα κατασυκοφαντεί αυτά τα νέα κινήματα, όταν δεν μπορεί να τα ελέγξει και να τα διαλύσει με την επέμβαση των δυνάμεων καταστολής. Οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού φαίνεται, όλο και περισσότερο, να συνειδητοποιούν σταδιακά πως αυτά τα κινήματα πρέπει να προστατευτούν από το όλον σύστημα και από το κομματικό πατρονάρισμα, για να λειτουργήσουν ως καταλύτες που μετασχηματίζουν τη χημεία του νοσηρού ατομιστικού Εγώ σε χημεία του κοινωνικού, ενωτικού, ισχυρού και απελευθερωτικού Εμείς, στα πλαίσια του οποίου το Εγώ ολοκληρώνεται ως ατομική και κοινωνική Εαυτότητα που αχρηστεύει ξένες προς τα πραγματικά συμφέροντα της εργαζόμενης κοινωνίας θρησκευτικές, πολιτικές, εταιρικές, ποδοσφαιρικές κ.λπ, κ.λπ.,ταυτότητες. Η απελευθέρωση των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού από τον απάνθρωπο και καταστροφικό καπιταλισμό είναι στον 21ο αιώνα εφικτή, αναγκαία και αναπόφευκτη, αν την αναλάβουν οι ίδιες και δεν την αναθέσουν για μια ακόμα φορά σε υπεργολάβους και διαμεσολαβητές. Κάθε άλλη επιλογή σωτηρίας από ‘μεσσίες ηγέτες’, κόμματα ‘σωτήρες’, ‘πρωτοπορίες’ και ‘αριστερές κυβερνήσεις’ που υπόσχονται έναν καλύτερο, ‘έντιμο’ καπιταλισμό και καλούς παγκόσμιους ηγεμόνες, δεν είναι παρά μια νέα ψευδαίσθηση που κρατάει ακόμα τον Προμηθέα Δεσμώτη, καθηλωμένο στους βράχους για να τρέφονται τα όρνεα του κεφαλαίου από το συνεχώς ανανεωνόμενο θρεπτικό συκώτι του.



3. Απάτη και χίμαιρα η υπόσχεση ‘αριστερής διαχείρισης’ του καπιταλισμού



Για τον εικοστό αιώνα πολλοί πίστευαν, πως, το κρατικοκαπιταλιστικό σοβιετικό μοντέλο, όπως τελικά διαμορφώθηκε από τη σοβιετική νομενκλατούρα με αρχιτέκτονες τον Λένιν, τον Τρότσκι και τον Στάλιν, αποτελούσε την εναλλακτική, απέναντι στον υπαρκτό καπιταλισμό, λύση. Μέχρι που συντελέστηκε η δεύτερη προδοσία της Οκτωβριανής Επανάστασης, ως ειρηνικό πέρασμα του ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’ στον πραγματικό, υπαρκτό, μανιακό καπιταλισμό της λεγόμενης ελεύθερης αγοράς, οπότε άρχισε να ξαναζωντανεύει η συζήτηση για τον Ουμανιστικό Σοσιαλισμό με την μορφή της Άμεσης Δημοκρατίας και περιεχόμενο την Αταξική Κοινωνία, ως τη μοναδική και αναγκαία λύση της οξυμένης αντίθεσης μεταξύ των αναπτυγμένων παραγωγικών δυνάμεων και των καθυστερημένων καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Κάθε πολιτική πρόταση που δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να ξεκολλήσει από το συντηρητισμό της νεοκλασικής οικονομικής πρότασης και της νεοφιλελεύθερης πολιτικής λύσης ή δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τα ιδεολογήματα της Δεύτερης, Τρίτης και Τέταρτης Διεθνούς, είναι παγίδα για τις δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, ακόμα κι’ αν κρύβεται κάτω από ταμπέλες μιας τάχα ‘ορθόδοξης’, ‘ριζοσπαστικής’, ‘αναρχικής’ και ‘επαναστατικής αριστεράς’. Και φυσικά δεν αλλάζουν τα πράγματα ακόμα και αν κάθε τέτοια πολιτική πρόταση φοράει ένα μαύρο, πράσινο, ροζ ή κόκκινο μανδύα αντικαπιταλισμού, γιατί η μόνη γνήσια αντικαπιταλιστική πρόταση είναι εκείνη των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού που στη θέση του υπαρκτού καπιταλισμού θέλουν, μπορούν, φτάνει να το πιστέψουν και ξέρουν πάνω στη βάση της κοινοκτημοσύνης και της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης να χτίσουν την Κοινωνία των Ίσων, δηλαδή την Αταξική Κοινωνία και τίποτα λιγότερο.

Είναι πια γνωστό σε όλη την υφήλιο πως η ελληνική οικονομία και κοινωνία έχουν πλήρως ξεχαρβαλωθεί και κάτω από αυτές τις συνθήκες εμφανίστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά από τη δραματική αποτυχία του ΠΑΣΟΚ, ως η συνισταμένη πολλών αριστερών, σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών οργανώσεων, θραύσματα διαδοχικών διασπάσεων του πάλλε ποτέ κραταιού δογματικού, σοβιετόφιλου Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας το οποίο επέβαλλε με την καταστροφική πολιτική του τη συμφωνία της Γιάλτας σ’ ένα λαό που με την αντιφασιστική και κοινωνικοαπελευθερωτική αντίστασή του κατείχε το 95% της χώρας. Σε αντίθεση με το ΚΚΕ, το οποίο αρκείται σε μια συμβολική κοινοβουλευτική παρουσία χωρίς να διεκδικεί την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας με κοινοβουλευτικά, αλλά ούτε και με επαναστατικά μέσα, γιατί περιμένει να πάρει την εξουσία ο λαός και να του την παραδώσει. Ο ΣΥΡΙΖΑ έβαλε στόχο να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία με κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Μεταξύ των πολλών συνιστωσών του κάποιες, κυριότερη των οποίων η Κίνηση Ενεργών Πολιτών του Μανώλη Γλέζου, ήταν, κατά δήλωσή τους, προσανατολισμένες στην Άμεση Δημοκρατία. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως πολυφωνική-πολυσυλλεκτική ομοσπονδία πολιτικών οργανώσεων απόκτησε σταδιακά ισχυρή πρόσβαση στα πανεπιστήμια, χάρη στην ελέω ΠΑΣΟΚ και ιδιαίτερα της σημιτικής φράξιας ισχυρή παρουσία στελεχών του στο καθηγητικό κατεστημένο της χώρας και κατάφερε σχετικά σύντομα και με τη βοήθεια μερικών καθεστωτικών ΜΜΕ, να εμφανίσει ένα ‘αντιδογματικό’, αντικουκουέ, αριστερό νεοκευνσιανό σοσιαλδημοκρατικό πρόσωπο και με αυτό μπόρεσε να συσπειρώσει πίσω του ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Στην προσπάθειά του να μεγαλώσει την επιρροή του στην ελληνική κοινωνία και μη μπορώντας, ίσως και μη θέλοντας, να εκφράσει την αριστερά του 21ου αιώνα, την ουμανιστική αριστερά της άμεσης δημοκρατίας, αποφάσισε να παραμείνει παραδοσιακή μικροαστική αριστερά του αστικού κοινοβουλίου και συνεπώς νομέας της αστικής εξουσίας κάνοντας στροφή προς το μικρό κεφάλαιο, τις συντεχνίες, τους ‘νοικοκυραίους’ και τα μικροαστικά στρώματα. Γι’ αυτό χρειάστηκε να κάνει copy-paste το ΠΑΣΟΚ, αλλά το νεοφιλελεύθερο, παρακμασμένο και χρεοκοπημένο ΠΑΣΟΚ, με αποτέλεσμα να έχει κολλήσει στη δεύτερη θέση των προτιμήσεων του εκλογικού σώματος. Γνωρίζει όμως πολύ καλά με ποιο τρόπο θα μπορέσει να ανεβεί στην πρώτη θέση και κάνει όσους συμβιβασμούς χρειάζονται γι’ αυτό, πυκνώνοντας τις επαφές του με την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια μητρόπολη. Έτσι έκανε πρόσφατα, ότι του υπέδειξε το σύστημα για να διεκδικήσει την πολιτική διαχείριση του καπιταλισμού, δύο βήματα πίσω με το να καταργήσει την αυτονομία των συνιστωσών που τον δημιούργησαν και να γίνει ένα κλασικό αστικό ιεραρχικό πολιτικό κόμμα επαγγελματικών στελεχών και μελών-οπαδών, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να φιμώσει όλες τις εσωτερικές φωνές του. Υιοθετώντας μάλιστα, για καθαρά εκλογικούς λόγους, όλα ανεξαίρετα τα αιτήματα και τα συνθήματα των κοινωνικών καρκινωμάτων, δηλαδή, των ισχυρών χυδαίων και βαθιά συντηρητικών συντεχνιών που αποπροσανατολίζουν την κοινωνία από το δικό της όραμα, έχασε αυτόματα και την όποια πολιτική του αυτονομία κατρακυλώντας σε ένα απολίτικο λαϊκισμό, υποσχόμενο πράγματα που σε συνθήκες καπιταλισμού δεν είναι εφικτά, χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των αστικών κομμάτων. Αυτή η δημαγωγία που συνοδεύεται από απόπειρες επιβολής του λεγόμενου ‘δημοκρατικού συγκεντρωτισμού’ με στόχο να περιορίσει την εσωκομματική δημοκρατία έφτασε σε τέτοιο σημείο που ανάγκασε τον παλαίμαχο αγωνιστή της αριστεράς, το Μανώλη Γλέζο, να διαφωνήσει με την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε «μαντρί», δηλαδή σε αρχηγικό κόμμα, ακόμα και να ομολογήσει δημόσια ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ακόμα πείσει και δεν έχει ο ίδιος τις απαντήσεις για το που θα βρει τα λεφτά για το πρόγραμμά του[5].

Όλα αυτά δείχνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να είναι μια αστική αριστερά στο αστικό κοινοβούλιο και όχι κοινωνικός καταλύτης για μια αριστερή κοινωνία που επιλέγει να υπερβεί το καπιταλιστικό σύστημα σε μια πορεία αμεσοδημοκρατικής ανασυγκρότησης θεσμών, οικονομικών και κοινωνικών δομών που θα εγγυώνται την κοινωνική αυτοδιεύθυνση και την αταξική κοινωνία.

Χαρακτηριστικό επίσης παράδειγμα της έλλειψης ενιαίας πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ανοιχτή αντίθεση μεταξύ κορυφαίων στελεχών του, στο πρόσωπο των οποίων εκφράζονται συσπειρώσεις οργανωμένων κομματικών, προφανώς, και εξωκομματικών δυνάμεών του, αναφορικά με το κορυφαίο ζήτημα της σχέσης μεταξύ Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης-Ευρωζώνης. Έτσι η επίσημη πια θέση του ΣΥΡΙΖΑ που εκφράζεται από τον ίδιο τον Τσίπρα θεωρεί πως «η Ελλάδα δεν θα φύγει και δεν πρέπει να φύγει από την Ευρωζώνη. Η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη δεν θα είναι επιζήμια μόνο για την Ελλάδα, αλλά επικίνδυνη και για την ίδια την ΕΕ»[6]. Ίδια είναι η άποψη και του οικονομικού εγκέφαλου του ΣΥΡΙΖΑ, του Γιάννη Δραγασάκη ο οποίος θεωρεί, υπό τις σημερινές συνθήκες, καταστροφική για την Ελλάδα την αποχώρηση της χώρας από την Ευρωζώνη και την επιστροφή στο προηγούμενο εθνικό νόμισμα, στη Δραχμή[7], ενώ η λεγόμενη ‘Αριστερή Πλατφόρμα’, με εκφραστή τον Παναγιώτη Λαφαζάνη, υποστηρίζει ότι θα ήταν προς το συμφέρον της Ελλάδας η έξοδός της από την Ευρωζώνη και την ΕΕ και συνεπώς η επιστροφή της στη Δραχμή[8]. Βέβαια η ασάφεια και η πολυγλωσσία μπορεί να προσθέτει ψηφοφόρους στο κόμμα της αντιπολίτευσης, αλλά το ερώτημα για το ΣΥΡΙΖΑ παραμένει, ποια από τις πολλές θέσεις του για το ίδιο ζήτημα θα μπορέσει να εφαρμόσει, αν και όταν γίνει κυβέρνηση, χωρίς να συμβιβαστεί σε πολιτικές συνεργασίες με άλλα κόμματα, χωρίς να χάσει την εμπιστοσύνη μέρους του εκλογικού του σώματος και χωρίς να διασπαστεί και τυπικά.

Στο κλασικά σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμά του[9] κάνει αυστηρή κριτική στο εποικοδόμημα, δηλαδή στο πολιτικό και light κριτική ‘για τα μάτια’ στο οικονομικοκοινωνικό σύστημα του κεφαλαίου και μιλάει για πολιτική και όχι για κοινωνική αλλαγή[10]. Και όταν κάνει λόγο για άμεση δημοκρατία δεν την αντιλαμβάνεται ως κοινωνική αυτοδιεύθυνση και αταξική κοινωνία, αλλά, ως διακοσμητικό συμπλήρωμα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας [11]. Μιλάει ακόμα και για σοσιαλισμό: «Για μας ο σοσιαλισμός είναι… άρρηκτα δεμένος με τη δημοκρατία. Δημοκρατία όχι απλώς τυπική, αλλά πάντοτε ουσιαστική, δημοκρατία έμμεση που βασίζεται στην εκπροσώπηση, αλλά και δημοκρατία άμεση με την ενεργό συμμετοχή όλων»[12]. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως ξεθωριασμένη σοσιαλδημοκρατία επιχειρεί να έχει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο-καπιταλισμό χορτάτο, αλλά αυτά μόνο δημαγωγοί τα λένε και ταχυδακτυλουργοί τα κάνουν σε παιδικές εκδηλώσεις.

Συχνά αρνείται τα μνημόνια, καταριέται, αλλά δεν αρνείται, τον καπιταλισμό και προφανώς ο ηγετικός πυρήνας του ΣΥΡΙΖΑ δεν αγνοεί πως ο καπιταλισμός παράγει τα μνημόνια και όχι τα μνημόνια τον καπιταλισμό και συνεπώς καταργώντας, ή επαναδιαπραγματευόμενοςς τα μνημόνια δεν καταργείς τον καπιταλισμό. Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φαίνεται να ενοχλείται ιδιαίτερα από τον καπιταλισμό και εκείνο που επιδιώκει είναι «ήττα της πολιτικής των μνημονίων και κυβερνητική αλλαγή»[13], δηλαδή να γίνει αυτός κυβέρνηση. Χωρίς ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο αντικαπιταλιστικού και αμεσοδημοκρατικού κοινωνικού μετασχηματισμού, αλλά με έναν βερμπαλιστικό μικροαστικό αριστερό ριζοσπαστισμό επιδιώκει την αυτοδύναμη αναρρίχηση, με κοινοβουλευτικά μέσα, στην πολιτική εξουσία, προσφέροντας μια ‘αριστερή κυβέρνηση’ στο κεφάλαιο, ή ακόμα και για μια κυβέρνηση συνεργασίας με το ‘πατριωτικό κομμάτι’ της νεοφιλελεύθερης Νέας Δημοκρατίας[14], που θα παρατάξει νομιμοποιητικά το λαό, που τον αντιμετωπίζει μόνο ως μάζες και κομματικό ψηφοφόρο, πίσω από τις επιλογές του κεφαλαίου και του α ή β ηγεμόνα της περιοχής. Ο ηγετικός πυρήνας και το εξουσιαστικό apparat του ΣΥΡΙΖΑ και όχι φυσικά τα απλά κομματικά μέλη του και οι ψηφοφόροι του, αγνοούν, ή μήπως και αδιαφορούν, πως μια τέτοια πολιτική μπορεί να ρίξει τη χώρα σε μια νέα καταστροφή και ξανά στην αγκαλιά του αμερικανισμού[15], ο οποίος, αφού παράδωσε με τη ΝΑΤΟϊκή διάλυση της Γιουγκοσλαβίας τα δυτικά βαλκάνια στη Γερμανία, φαίνεται να επιδιώκει η Ελλάδα να αποτελέσει τον Γκάουλάιτερ των ανατολικών Βαλκανίων που θα οριστικοποιήσει τον αμερικανικό έλεγχό τους, πράγμα φυσικά που σημαίνει νέα θερμή βαλκανιοποίηση των Βαλκανίων, δηλαδή πόλεμο για αναδιάταξη των συνόρων των νέων προτεκτοράτων.

Θέλει επίσης ο ΣΥΡΙΖΑ να αγνοεί πως, ο αμερικανισμός, χέρι-χέρι με το νεογερμανισμό[16], τους γιαλαντζή αριστερούς και τους απανταχού πατριδοκάπηλους, δεν ενδιαφέρεται να καταργήσει τα μνημόνια, αλλά για την αποσταθεροποίηση και τη διάλυση της ΕΕ ενδιαφέρεται, γιατί φοβάται πως αργά ή γρήγορα οι ευρωπαϊκοί λαοί θα μπορέσουν να απαλλαγούν από τον αμερικανισμό, τον νεογερμανισμό και το αντιδραστικό διευθυντήριό της, για να εξελιχθεί η ΕΕ από Ευρώπη των Κεφαλαίων σε Ευρώπη των Λαών, της Κοινωνικής Ισότητας και της Άμεσης Δημοκρατίας, οπότε τα πράγματα θα αποκτήσουν άλλη δυναμική και θα πάρουν το δρόμο της οριστικής παγκόσμιας ανατροπής του καπιταλισμού. Μόνο που αυτές οι εξελίξεις προϋποθέτουν αριστερές αντικαπιταλιστικές κοινωνίες και όχι ποπουλίστικα αστικά εξουσιαστικά ‘αριστερά’ κόμματα που παραπλανούν την κοινωνία για να μπουν στην υπηρεσία του κεφαλαίου.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες ένα τέτοιο κόμμα διαμεσολαβητής θα ανεβεί στην ‘κυβέρνηση’ με τους ίδιους όρους που ανεβαίνουν όλα τα αστικά κόμματα, δηλαδή, μόνο όταν τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα θα έχουν βεβαιωθεί πως δεν αντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα και συνεπώς θα αναγκαστεί να κυβερνήσει ή να συγκυβερνήσει συνεργαζόμενο με τους παραδοσιακούς συνεργάτες του κεφαλαίου, ακόμα και με τη Νέα Δημοκρατία, όπως δηλώνουν κορυφαία στελέχη του και φυσικά ενάντια στην κοινωνία. Όταν, όμως, θα έχει προσφέρει στο σύστημα κάποιες υπηρεσίες κοινωνικής εκτόνωσης και νομιμοποίησης και θα αρχίσει να του είναι αχρείαστο, ή θα του γίνει ενοχλητικό, τότε θα έχει και αυτό την τύχη του νεοφιλελεύθερου ΠΑΣΟΚ, απέναντι σε μια ‘καινούργια’ αντιπολίτευση. Μια τέτοια εξέλιξη, όμως, θα είναι ένα καινούργιο χτύπημα του λαϊκού κινήματος και κάνουν λάθος όσοι νομίζουν πως μια καινούργια ήττα του λαϊκού κινήματος μπορεί να αποτελέσει μια καινούργια ‘επαναστατική’ ευκαιρία για το λαϊκό κίνημα. Αντίθετα το πιθανότερο που μπορεί να συμβεί, με το λαϊκό κίνημα για μια ακόμα φορά στο καναβάτσο, εξαιτίας ενός καινούργιου ‘λάθους τακτικής’ της αστικής και μικροαστικής ‘αριστεράς’, είναι να μπει η χώρα και πάλι ‘στο γύψο’ κάποιων ντόπιων και ΝΑΤΟϊκών νεοταξικών, νεοναζιστικών νεοφασιστικών ορδών.

Στην ιστορική διαδρομή του αστικού κοινοβουλευτισμού έχει αποδειχθεί πως η κυρίαρχη οικονομική εξουσία και η εκάστοτε ‘προστάτιδα δύναμη’, δημιουργούν νέα κόμματα, τα ανεβάζουν στην ‘εξουσία’ για να κάνουν τη ‘βρώμικη δουλειά’ για λογαριασμό του κεφαλαίου και όταν φθαρούν τότε αφού τα διασύρουν και τα διαλύουν, κάνοντας στο μεταξύ έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, ή μια στρατιωτική δικτατορία για να βρουν το χρόνο να φτιάξουν με τα υλικά κατεδάφισης καινούργια κόμματα για να συνεχιστεί το παιχνίδι της παραπλάνησης των λαών. Οι κοινωνίες που αντιμετωπίζονται από το οικονομικό και πολιτικό σύστημα του κεφαλαίου ως μάζες, όχλος και ποίμνια και καλούνται υπό τεχνητά δίλληματικές συνθήκες να επιλέξουν στη λογική «το μη χείρον βέλτιον», διαπιστώνουν ότι τα φαινόμενα και οι υποσχέσεις απατούν, γιατί κατρακυλούν σταθερά από το κακό στο χειρότερο και αναζητούν έξοδο από αυτόν τον φαύλο κύκλο του καπιταλισμού και του αστικού κοινοβουλίου.

Αυτή η ιστορία, που επαναλαμβάνεται ως πάθημα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, είναι πια καιρός να τους γίνει μάθημα και να αναλάβουν τον ιστορικό τους ρόλο ως απελευθερωτές του εαυτού τους και να πάψουν να περιμένουν την απελευθέρωσή τους από τα αστικά κοινοβούλια και τα κόμματα των εξουσιαστικών ‘πρωτοποριών’. Ο 21ος αιώνας προσφέρει όλες τις αντικειμενικές προϋποθέσεις για την αμεσοδημοκρατική απελευθέρωση των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, ως αποτέλεσμα του αγώνα και των θυσιών των χιλιάδων προηγούμενων γενεών που αποκρυσταλλώνεται στην κοινωνικοποιημένη μορφή των σύγχρονων επιστημών και τεχνολογιών. Σ’ αυτή τη διαδρομή θα επαναπροσδιορίζεται σταδιακά η έννοια και το περιεχόμενο της ‘αριστεράς’. Από την αστική πολιτική ‘κεντροαριστερά’ του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και την δογματική τριτοτεταρτοδιεθνιστική αριστερά του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού απέναντι στη δεξιά διαχείριση του αστικού κοινοβουλίου, οι κοινωνίες αρχίζουν να κινούνται προς την κοινωνική αμεσοδημοκρατική και ουμανιστική αριστερά απέναντι στον καπιταλισμό, στον κρατικοκαπιταλισμό, στο φασισμό, στον ιμπεριαλισμό και σε κάθε μορφή ταξικής, εκμεταλλευτικής, απάνθρωπης και καταστροφικής εξουσίας.



4. Από τις ‘αριστερές πρωτοπορίες’ του 19ου και 20ου αιώνα στην αριστερή κοινωνία του 21ου αιώνα



Απέναντι σε όλη αυτή την κατρακύλα του καπιταλιστικού συστήματος και των πολιτικών εκφραστών του, οι κοινωνικές δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού αναπροσανατολίζονται, ανασυγκροτούνται και προσπαθούν να διαμορφώσουν τον αναγκαίο δημόσιο χώρο και να πυροδοτήσουν ένα νέο γόνιμο δημόσιο διάλογο. Σε αυτόν το διάλογο συμμετέχουν, ατομικά ή ως συλλογικότητες και δίκτυα, κομματικά ανένταχτοι αριστεροί, δυσαρεστημένοι των λεγόμενων δημοκρατικών, αριστερών και προοδευτικών κομμάτων, οι λεγόμενοι ‘νεομαρξιστές’, ‘νεοκομμουνιστές’, ‘συμβουλιακοί’ ‘καταστασιακοί’, ‘αναρχοαυτόνομοι’, αναρχικοί και αντεξουσιαστές που αγωνίζονται για κάποια αφηρημένη δημοκρατία, ή για την ‘αναρχία’ και τον ‘ελευθεριακό κομμουνισμό’ έχοντας όλοι κατά νου μια κάποια μορφή άμεσης δημοκρατίας. Παράλληλα όμως με το διάλογο προσπαθούν, με τις διάφορες πολύμορφες και σε διάφορα επίπεδα συλλογικές δραστηριότητες, να εφαρμόσουν όπως και όσο μπορούν την άμεση δημοκρατία μικρής κλίμακας, μέσω των εμπειριών της οποίας αποκτούν γνώσεις που αλλάζουν αργά αλλά σταθερά τη θεματολογία του κοινωνικού διαλόγου υπέρ της άμεσης δημοκρατίας μετακινούμενοι από αφηρημένες σε συγκεκριμένες αμεσοδημοκρατικές μορφές δράσης και συμβίωσης.

Η σχέση αυτών των κινημάτων, δικτύων και δυνάμεων με τα λεγόμενα κεντροαριστερά (ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ) και αριστερά (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) κόμματα και με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι σχέση αντιπαλότητας γιατί υπάρχει πλήρης κοσμοθεωρητική και συνεπώς προγραμματική διαφωνία που καταλήγει να είναι σχέση ‘ποντικιού και ποντικοπαγίδας’ στην οποία κάποιοι άπειροι τσιμπάνε το τυράκι της εξουσίας. Οι περισσότεροι και οι πιο έμπειροι βρίσκονται σε πόλεμο με την πολιτική και τους ‘συντονιστικούς μηχανισμούς’ του ΣΥΡΙΖΑ με τους οποίους αυτός προσπαθεί να ποδηγετήσει τα κινήματα και να τα υποβαθμίσει σε προθάλαμους στρατολόγησης ψηφοφόρων, για να πάρει το χρίσμα του ‘αριστερού’ διαχειριστή του κεφαλαίου. Θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο πως σε πιθανή άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην δοτή εξουσία, αυτός ο πόλεμος θα κορυφωθεί μέχρι την πλήρη αποκάλυψη του αστικού χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις, να οδηγήσει σε ενδυνάμωση των νέων κοινωνικών κινημάτων με αποτέλεσμα ο διάλογος για την άμεση δημοκρατία να ενισχυθεί ποσοτικά και ποιοτικά σε ένα ψηλότερο επίπεδο συλλογικού-κοινωνικού σχεδιασμού και δράσεων, που θα ανοίγει καινούργιες προοπτικές αλληλέγγυας τοπικής, περιφερειακής και διεθνούς συνεργασίας, γιατί άμεση δημοκρατία σε στενό τοπικό ή ακόμα και σε επίπεδο μιας χώρας δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας, γιατί η άμεση δημοκρατία είναι η τοπική έκφραση της κοινωνικής ισότητας και της οικουμενικότητας του ανθρώπου και του ανθρώπινου πολιτισμού.

Κάποιες φωνές που θεωρούν αναγκαία τη συνεργασία των νέων κοινωνικών κινημάτων με το ΣΥΡΙΖΑ, ή προτείνουν την συγκρότηση Κόμματος των Κοινωνικών Κινημάτων, ή ακόμα και Κόμματος Άμεσης Δημοκρατίας[17], αν δεν είναι αφελής τότε είναι ύποπτες, γιατί μια τέτοια επιλογή θα οδηγήσει τα νέα κοινωνικά κινήματα σε πολιτική αυτοκτονία, γιατί ό δικός τους ιστορικός ρόλος δεν είναι να μπουν στο κομματικό παιχνίδι του αστικού κοινοβουλευτισμού, αλλά να παραμείνουν αυτόνομα κοινωνικά κύτταρα για μια αριστεροποίηση της κοινωνίας και όχι να γίνουν κομματικά κύτταρα που θα αναλωθούν στην προσπάθεια ‘αριστεροποίησης’ της κυβέρνησης του κεφαλαίου. Η τρέχουσα ιστορική συγκυρία δεν απαιτεί πολιτικές βελτίωσης, αλλά οριστικής και καθολικής ακύρωσης του παρακμασμένου καπιταλισμού, απαιτεί την κατάργηση των καθυστερημένων παραγωγικών σχέσεων και την ανάπτυξη νέων αντίστοιχων στις προχωρημένες παραγωγικές δυνάμεις που σήμερα, στον 21ο αιώνα, καθιστούν εφικτή την κοινωνική ισότητα, την Άμεση Δημοκρατία και την Αταξική Κοινωνία. Ο αγώνας για την άμεση δημοκρατία δεν είναι αγώνας ταχύτητας, για την κατάκτηση κάποιας εξουσίας σε συνθήκες ιδεολογικής ηγεμονίας του κεφαλαίου και της αστικής δημοκρατίας, αλλά είναι αγώνας αντοχής για τον ηθικό, ιδεολογικό, πολιτικό και επιχειρησιακό αφοπλισμό του συστήματος του κεφαλαίου, δηλαδή, είναι αγώνας για την ωρίμανση της κοινωνικής πλειονότητας για την κοινωνική αυτοδιεύθυνση και την αταξική κοινωνία και συνεπώς για την κατάργηση κάθε μορφής εξουσίας.



5. Από την ταξική κοινωνική ανισότητα στην κοινωνική ισότητα-αταξικότητα



Η εποποιία του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, που κατάφερε μια τέτοιας έκτασης και ποιότητας αριστεροποίηση του ελληνικού λαού, δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα του πατριωτισμού του ελληνικού λαού ενάντια στους φασίστες και ναζιστές εισβολείς. Όποιος γνωρίζει καλά την ιστορία της ελληνικής εθνικής αντίστασης θα γνωρίζει και το ρόλο που έπαιξε ο «Κώδικας Ποσειδώνα», όπως ονομάστηκαν οι «Οδηγίες για τη Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη», του ΕΑΜ, που κατάργησε όλες τις τοπικές εξουσίες και ακύρωσε όλες τις κρατικές και κατοχικές εντολές και ανάδειξε σε κυρίαρχο όργανο της τοπικής κοινωνίας την Τοπική Λαϊκή Συνέλευση. Ήταν αυτή η καινούργια επαναστατική αντίληψη για την κοινωνική αυτοδιεύθυνση και την άμεση δημοκρατία, που ξεκίνησε με αυτοοργάνωση, απαλλοτριώσεις των τσιφλικιών και την αυτοδιοίκηση των Κοινοτήτων, από ένα ορεινό χωριό της Ευρυτανίας το 1942 και αναπτυσσόμενη σε δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο κατάκτησε σε ελάχιστο χρόνο ολόκληρη τη χώρα και έδωσε τεράστια ώθηση στην ανάπτυξη του ΕΑΜ-ELAS[18]. Η εσωτερική υπονόμευσή της από την ίδια την ηγεσία του ΕΑΜ και συνεπώς του ΚΚΕ ήταν και το κύκνειο άσμα της αντίστασης, η οποία νίκησε τον ξένο κατακτητή, αλλά, με τους συμβιβασμούς της πειθήνιας στη Συμφωνία της Γιάλτας ηγεσίας της, ηττήθηκε από τον εσωτερικό κατακτητή, ανοίγοντας το δρόμο για να γίνει η Ελλάδα βορειοαμερικανικό προτεκτοράτο.

Αναφέρομαι στην ιστορία για να απαντήσω σε όσους από άγνοια ή από σκοπιμότητα αμφισβητούν τη λαϊκή συνείδηση και αντιμετωπίζουν τις κοινωνίες ως αγέλη προβάτων, ως ‘μάζες’, που τάχα δεν έχουν ταξική, επαναστατική συνείδηση και γι’ αυτό χρειάζονται ανθρωποποιμένες και σοφές πρωτοπορίες για να απελευθερωθούν. Με δεδομένο πως οι σημερινές συνθήκες αρχίζουν να μοιάζουν με εκείνες της γερμανικής κατοχής, σε συνδυασμό με την προϊούσα απομάκρυνση του κόσμου από το κομματικό σύστημα και την αναζήτηση λύσεων εκτός καπιταλιστικού συστήματος, είναι θεμιτό να αναμένεται μια αντίστοιχη έκρηξη της λαϊκής συνείδησης, για ένα νέο άλμα προς τα εμπρός, για ένα καλύτερο κόσμο, τον κόσμο της κοινωνικής ισότητας και της άμεσης δημοκρατίας. Το Μέλλον δεν υπάρχει μέχρι να το δημιουργήσουμε, αλλά είναι γνωστό πως η ιστορία κινείται στη φορά του ‘βέλους του χρόνου’[19], χάρη στην πίεση του συμπαγούς κοινωνικού όγκου των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, αργά και συχνά με πολλά ζικ-ζακ και πισωγυρίσματα, αλλά τελικά σταθερά, από το Παρελθόν προς το Μέλλον, από την υφιστάμενη κατάσταση προς μια καλύτερη από αυτήν κατάσταση, από τον απάνθρωπο και καταστροφικό καπιταλισμό προς την αταξική δημοκρατία[20] και τον Οικουμενικό Ουμανισμό. Με αυτή την έννοια ένας καλύτερος κόσμος γεννιέται αχρηστεύοντας τον παλιό. Είναι ο κόσμος των πνευματικά, ιδεολογικά, κοσμοθεωρητικά, πολιτικά, οργανωτικά και λειτουργικά αυτονομημένων δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, ο κόσμος της κοινωνικής ισότητας. Ας ανοίξουμε τα μάτια μας να τον θαυμάσουμε. Ας κουνήσουμε τα χέρια μας να τον ολοκληρώσουμε και να τον κάνουμε οριστικά δικό μας.

Το συμπέρασμα είναι πως, όπως η ιστορία διδάσκει, ότι δεν υπάρχει σωτηρία ατομική σε συνθήκες καπιταλισμού, έτσι και δεν μπορεί να υπάρξει σωτηρία για μια μόνο χώρα σε συνθήκες νεοταξικής ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης, γι’ αυτό ο αγώνας δεν μπορεί παρά να είναι συλλογικός-κοινωνικός και διεθνοποιημένος-πανευρωπαϊκός και παγκόσμιος. Στον 21ο αιώνα ο λόγος ξεφεύγει σταδιακά από τα αστικά κοινοβούλια και τα ελίτικα, αστικά και μικροαστικά ‘αριστερά’ κόμματα και περνάει στις ακηδεμόνευτες δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, που αριστεροποούνται ενάντια στους θεσμούς, τις δομές και τις λειτουργίες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και του αστικού πολιτικού συστήματος. Μέχρι την ολοκλήρωση αυτής της ιστορικής διεργασίας, στα πλαίσια της οποίας η αταξική ουτοπία γίνεται, αντικειμενικά και υποκειμενικά, μια αναγκαία, εφικτή και αναπόφευκτη πραγματικότητα, πολλά μπορούν να συμβούν και η Ελλάδα, η Ευρώπη και η Ανθρωπότητα έχουν ακόμα πολλά να πάθουν μέχρι να μάθουν τον τρόπο της αποδόμησης του καπιταλισμού και της ταυτόχρονης οικοδόμησης της άμεσης δημοκρατίας με περιεχόμενο την αταξική κοινωνία και προοπτική έναν οικουμενικό ουμανιστικό πολιτισμό[21].













[1] Lambos Kostas D., Abhängigkeit und fortgeschritene Unterentwicklung dargestellt am Beispiel der Landwirtschaft Griechenlands, RITA G. FISCHER VERLAG, Frankfzrt am Main 1981, Λάμπος Κώστας, Εξάρτηση, προχωρημένη υπανάπτυξη και αγροτική οικονομία της Ελλάδας, ΑΙΧΜΗ, Αθήνα 1983.
[2] Για την έννοια και τη σημασία της Ευρασίας, βλέπε, Brzezinski Zbignew, Η Μεγάλη Σκακιέρα, ΛΙΒΑΝΗΣ, Αθήνα 1998 και Brzezinski Zbignew, Η Επιλογή, ΛΙΒΑΝΗΣ, Αθήνα 2005.
[3] Κολέμπας Γιώργος, Τοπικοποίηση. Από το παγκόσμιο στο τοπικό. Ένας οικολογικός κόσμος είναι δυνατός, ΑΝΤΙΓΟΝΗ, Θεσσαλονίκη 2009.
[4] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Ποιος φοβάται το υδρογόνο; Η επανάσταση του υδρογόνου, η ελεύθερη ενέργεια  και η απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα ορυκτά καύσιμα και την καπιταλιστική βαρβαρότητα, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2013, Βλέπε επίσης Rifkin Jeremy, Η οικονομία του υδρογόνου. Η δημιουργία του παγκόσμιου ενεργειακού ιστού και η ανακατανομή της εξουσίας στη Γη. Η επόμενη μεγάλη οικονομική επανάσταση, ΛΙΒΑΝΗΣ, Αθήνα 2003.
[5] Βλέπε δηλώσεις Μανώλη Γλέζου στον ημερήσιο έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο από 5-10/11/13.
[6] Τσίπρας Αλέξης, ομιλία στο στρογγυλό τραπέζι που έγινε στο πανεπιστήμιο του Όστιν, στο Τέξας των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής, με θέμα «μπορεί να σωθεί το Ευρώ και η Ευρώπη;», βλέπε ημερήσιος έντυπος και ηλεκτρονικός τύπος της  5ης και 6ης Νοεμβρίου 2013.
[7] «Θέλω να είμαι σαφής. Επιστροφή στη δραχμή στο πλαίσιο της Ε.Ε., με τους υφιστάμενους συσχετισμούς, από την άποψη των εργαζόμενων τάξεων, σημαίνει συνέχιση της άγριας λιτότητας με άλλα μέσα», Δραγασάκης Γιάννης, Δραχμή σημαίνει άγρια λιτότητα με άλλα μέσα, στο: http://tvxs.gr/news/ellada/gdragasakis-draxmi-simainei-agria-litotita-me-alla-mesa
[8] Βλέπε Καραλής Σπύρος, Τροπολογίες Λαφαζάνη για αριστερή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, στο: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013.
[9] «Είναι ένα πρόγραμμα που θέτει τις βάσεις για την αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος», (και προφανώς όχι για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος), αναφέρεται στην Ιδρυτική Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς επίσης και στην Πολιτική Απόφαση του Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ, Ιούλιος 2013.
[10] «Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται εδώ για να οργανώσει τη δημοκρατική ανατροπή του πολιτικού συστήματος και των δομών που το στηρίζουν, για να ανοίξει τον δρόμο σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς», αναφέρεται ό. π..
[11] «Ένα πλήθος θεμάτων που είναι αρμοδιότητα και οφείλουν να αφεθούν στην ευθύνη των άμεσα ενδιαφερομένων υπό καθεστώς άμεσης δημοκρατίας, ενώ η απευθείας ενεργός συμμετοχή… ελέγχει τους θεσμούς, την πρακτική και τους φορείς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας», αναφέρεται ό. π.
[12] Αναφέρεται ό. π.
[13] Ό. π.
[14] Σύμφωνα με δηλώσεις του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Πέτρου Τατσόπουλου, βλέπε ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, της 07.08.2013.
[15] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και Παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του φόβου και της παρακμής, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009.
[16] Lampos Kostas, Neogermanismus: Der neue Albtraum Europas? (Der Dekalog der Griechen), in: http://lefthumanism.blogspot.gr/2012/02/normal-0-false-false-false.html και Νεογερμανισμός. Ο νέος εφιάλτης της Ευρώπης; (Ο Δεκάλογος των Ελλήνων), στο περιοδικό Πολίτες, τεύχος 35/Φεβρουάριος 2012 και 36/Μάρτιος 2012.
[17] Υπάρχουν ήδη γύρω στις σαράντα αμφιλεγόμενες και προσωποκεντρικές κινήσεις, οργανώσεις και κόμματα ‘πρωτοπορίας’, που άμεσα ή έμμεσα αναφέρονται στην άμεση δημοκρατία, αλλά ξεκομμένες από την κοινωνία και αντίπαλες όπως είναι, το τελικό αποτέλεσμα καταλήγει να είναι αρνητικό.
[18] Τσουπαρόπουλος Θανάσης, Οι λαοκρατικοί θεσμοί της Εθνικής Αντίστασης, ΓΛΑΡΟΣ, Αθήνα 1989, Βλέπε επίσης Μανώλης Γλέζος, Εθνική αντίσταση 1940-1945, τόμοι 2, ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ, Αθήνα 2009 και Μπέικος Γεωργούλας, Η λαϊκή εξουσία στην ελεύθερη Ελλάδα, ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα 1979, τόμοι 2.
[19] Prigogine Ilya, Οι νόμοι του χάους, Τραυλός, Αθήνα 2003 και Πριγκοζίν Ίλυα και Στέντζερς Ιζαμπέλ, Τάξη μέσα από το χάος. Ο νέος διάλογος του ανθρώπου με τη Φύση, Κέδρος, Αθήνα 1986.
[20] Βλέπε σχετικά, Λάμπος Κώστας, Αταξική Δημοκρατία και Οικουμενικός Ουμανισμός στον 21ο αιώνα, στο: Η Άμεση Δημοκρατία στον 210 αιώνα, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2013. Βλέπε επίσης, Λάμπος Κώστας, Καπιταλιστική βαρβαρότητα ή Αταξική Δημοκρατία;, στο: Φεστιβάλ Άμεσης Δημοκρατίας, Θεσσαλονίκη 2013, http://www.anixneuseis.gr/?p=75155 και στο: http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/kapitalistiki-barbarotita-i-ataksiki-dimokratia-toy-kosta-lampoy
[21] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και αταξική κοινωνία, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013







ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ*

Γιατί αγωνίστηκα**


Ο ιστορικός λόγος του ΆρηΑδέλφια, Έλληνες και Ελληνίδες της Λαμίας και της περιοχής της!
Από μέρους του Γενικού Στρατηγείου του Ε.Λ.Α.Σ, σας φέρω τους πιο θερμούς χαιρετισμούς.
Όπως βλέπετε, πρόκειται «να βγάλω λόγο». Μα ο λόγος μου αυτός δεν θα μοιάζει καθόλου με τους λόγους που γνωρίσατε μέχρι σήμερα. Δεν πρόκειται να σας υποσχεθώ ούτε πως θα σας φτιάξω γεφύρια ή ποτάμια, όπως σας υποσχόντουσαν πως θα σας φέρουν οι παλιοί κομματάρχες. Ούτε και θα σας τάξω λαγούς με πετραχήλια. Δεν επιδιώκω ν’ αποσπάσω επαίνους για τη ρητορική μου δεινότητα. Επιδιώκω απλώς ν’ ακούσετε αυτά που θα σας πω. Προσέξτε. Θ’ αρχίσω σαν τα παραμύθια:
Η αθάνατη ελληνική φυλή.
Κάποτε η γωνιά αυτή της γης που πατάμε και λέγεται Ελλάδα ήτανε δοξασμένη κι ευτυχισμένη κι είχε ένα πολιτισμό, οπού επί 2 1/2 χιλιάδες χρόνια συνεχίζει να παραμένει και να θαυμάζεται απ’ όλο τον κόσμο. Κανένας σοφός ή άσοφος δεν μπορεί μέχρι σήμερα να γράψει ούτε μια λέξη, αν δεν αναφερθεί στα έργα που άφησαν οι δημιουργοί αυτού του πολιτισμού, που λέγεται αρχαίος ελληνικός πολιτισμός.
Κάποτε, λοιπόν, η χώρα μας ήτανε δοξασμένη, μα αργότερα την υποδούλωσαν κι έχασε την παλιά της αυτή δόξα. Μα ύστερα από κάμποσα χρόνια η χώρα μας σηκώθηκε στο πόδι κι ύστερα από σκληρούς αγώνες ενάντια στη σκλαβιά, πάλι λευτερώθηκε.
Στην εποχή της σκλαβιάς πέρασε σκληρά, μαύρα χρόνια και πολλοί «έξυπνοι», ανάμεσα στους οποίους και κάποιος Φαλμεράγιερ, ισχυρίστηκαν πως η ελληνική φυλή έσβησε κι ότι αυτή διασταυρώθηκε μ’ άλλες φυλές, που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την αρχαία ελληνική φυλή.
Μα ό,τι κι αν πούνε, αυτό δεν έχει καμία αξία. Την ελληνικότητά μας την αποδείξαμε. Γεγονός είναι ότι η χώρα μας ξεσηκώθηκε και ξαναγένηκε πάλι λεύτερη.
Αυτό κανείς δεν το ήθελε. Ούτε οι ξένοι βασιλιάδες, ούτε οι ντόπιοι κοτζαμπάσηδες. Οι ξένοι δεν το θέλανε, γιατί φοβισμένοι από τη γαλλική επανάσταση, χτυπούσαν όλες τις εξεγέρσεις και δημιούργησαν γι’ αυτό μεταξύ τους την Ιερή Συμμαχία. Οι ντόπιοι κοτζαμπάσηδες γιατί τα είχανε καλά με τους Τούρκους και ξεζουμίζανε το λαό.
Η αντίδραση ουρλιάζει.
Μα ο ελληνικός λαός δεν θάτανε αυτός ο λαός, ο λαός δηλαδή της χώρας της λευτεριάς και του πολιτισμού, αλλά λαός ζούγκλας, αν δεν έβγαζε μέσα από τα σπλάχνα του τους αρχηγούς εκείνους, που θα οδηγούσανε στη λευτεριά του. Όπως βλέπετε, λοιπόν, όλοι – ξένοι και ντόπιοι – πάλεψαν για να μην ξεσηκωθεί ο λαός κι αποχτήσει τη λευτεριά του.
Μέσα στα χρόνια της σκλαβιάς δε σταμάτησαν οι αγώνες. Μικροί ή μεγάλοι. Ένοπλοι ή όχι. Κι ύστερα μέσα απ’ αυτό το λαό ξεπήδησε ο μεγάλος βάρδος της επανάστασης, που ύμνησε με τα τραγούδια του την ιδέα της εξέγερσης του έθνους, ο πρόδρομος της Φιλικής Εταιρίας: ο Ρήγας. Η αντίδραση τον σκότωσε, πριν προλάβει να φέρει σε πέρας τις αρχές του. Μα ο σπόρος που έσπειρε βλάστησε σύντομα.
Σε λίγο, η Φιλική Εταιρία έγινε κι αγκάλιασε χιλιάδες Έλληνες.
Ας ούρλιαζε η αντίδραση. Ας υπόγραφε άτιμα χαρτιά, σαν αυτό που υπογράφηκε στη διάσκεψη της Βιέννης στα 1815, κάτω από το οποίο έβαλε την υπογραφή του κι ο πολύς Γιάννης Καποδίστριας και που διαλάμβανε, ότι όχι μόνο δε θα ευνοηθεί και επιτραπεί ένα εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στην Ελλάδα, μα και θα πνιγεί στο αίμα αν ξεσπάσει.
Ο Γιάννης Καποδίστριας, που μας τον παρουσιάζουν στα σχολειά σαν μεγάλο και τρανό, με προτομές και πορτραίτα, είναι ο πρώτος καταστροφέας της Ελλάδας. Μα ό,τι έκανε, δεν το έκανε σαν Καποδίστριας, μα σαν εκπρόσωπος όλης της ελληνικής αντίδρασης.Ας ούρλιαζε λοιπόν, μαζί με τη διεθνή και η ντόπια αντίδραση. Κι ας υπογράφανε άτιμα χαρτιά.
Ο λαός προχωρεί.
Τίποτα δεν ήτανε ικανό να συγκρατήσει τη φλόγα για τη λευτεριά, που έκαιγε μέσα στις καρδιές του λαού μας. Έτσι, στα 1821, ύστερα από κόπους και θυσίες και χάρη στον ενθουσιασμό και τη φλόγα του Παπαφλέσσα, που χρησιμοποίησε όλα τα μέσα, ακόμα και την ψευτιά, κηρύσσοντας την εξέγερση, ξεσηκώθηκε πρώτος ο Μοριάς. Από δω, από το Μοριά, άρχισε η επανάσταση του 1821.
Στο άκουσμα της εξέγερσης όλοι οι ισχυροί της γης, ξένοι και ντόπιοι, τρόμαξαν. Οι κοτζαμπάσηδες, όμως, βλέποντας ότι δεν τους ήτανε δυνατό να συγκρατήσουν το λαό και φοβούμενοι την οργή του, αναγκάστηκαν να κόψουν τη συνεργασία τους με τους καταχτητές και, για να ευνουχίσουν το λαϊκό απελευθερωτικό κίνημα, πήρανε όλοι μέρος στην επανάσταση κι έτσι αυτή πήρε χαραχτήρα πανεθνικό.
Οι τρανοί της γης τρόμαξαν και, χρησιμοποιώντας όλα τα τερτίπια, προσπάθησαν να πνίξουν την επανάσταση. Μα γελάστηκαν. Επί 7 ολόκληρα χρόνια πάλεψαν οι προπάτορές μας, παρά το γεγονός ότι η ελληνική αντίδραση, δυο φορές, το 1823 και 1825, οργάνωσε τον εμφύλιο πόλεμο για να σπάσει ακριβώς τους αγώνες αυτούς. Έτσι οι πρόγονοί μας ανάγκασαν όλους τους εχθρούς μας να γλύψουν εκεί που έφτυσαν και ν’ αναγνωρίσουν τους αγώνες μας και την ανεξαρτησία μας.
Κανείς δεν πίστευε προηγούμενα σ’ αυτό το θαύμα, που συντελέστηκε από τις ίδιες τις δυνάμεις και τα μέσα του λαού. Άλλοι περίμεναν να τους έλθει η λευτεριά από τη Ρωσία κι άλλοι από τη μεγαλοψυχία των βασιλιάδων της Ευρώπης. Μα η επανάσταση απόδειξε, ότι αυτή μόνη της χάρισε τη λευτεριά της πατρίδας μας. Τα παραμύθια του φιλελληνισμού, χάρη στον οποίο αποκτήσαμε δήθεν τη λευτεριά μας, εφευρέθηκαν μόνο και μόνο για να γίνει πιστευτό, ότι η πατρίδα μας λευτερώθηκε, όχι από τις ίδιες της τις δυνάμεις, μα από τους ξένους. Υπήρξαν βέβαια φιλέλληνες, που αγωνίστηκαν, πολέμησαν κι έχυσαν το αίμα τους για τη λευτεριά της πατρίδας μας. Τιμή και δόξα σ’ αυτούς κι αιώνια ας είναι η ευγνωμοσύνη του έθνους. Μα αυτοί υπήρξαν μεμονωμένα άτομα μονάχα. Η θεωρία του οργανωμένου φιλελληνισμού είναι καθαρό παραμύθι.
Με την επικράτηση της επανάστασης αμέσως οι δικοί μας κοτζαμπάσηδες επιβλήθηκαν πάνω στη χώρα μας. Η αντίδραση, ντόπια και ξένη, για να ευνουχίσει το λαϊκό χαραχτήρα του κινήματος και να επιβάλει νέα σκλαβιά, χρησιμοποίησε όλα τα μέσα. Και στο τέλος το πέτυχε. Η αρχή έγινε κολλώντας στο σβέρκο της πατρίδας μας αυτόν που σας είπα πρωτύτερα:
Τον Καποδίστρια. Ο Γιάννης Καποδίστριας από την ανασύσταση του ελληνικού κράτους άρχισε την καταστροφή της χώρας μας, κι ένας άλλος Γιάννης, ο Μεταξάς, έβαλε σ’ αυτήν το καπάκι.
Πώς μας επιβλήθηκαν οι βασιλιάδες.
Ο λαός νόμιζε, ότι μια που πέτυχε πια η επανάσταση, θα επακολουθούσαν τα χρόνια της ευτυχίας του, ότι όλη η ανθρωπότητα θάτανε στο πλευρό της χώρας μας και πως η χώρα μας, για μια ακόμα φορά, θα βρισκότανε σε θέση να ξαναπάρει, όπως και παλιότερα, ολόκληρη την ανθρωπότητα από το χέρι και να της δείξει καινούργιους δρόμους πολιτισμού και προόδου. Μα στη θέση αυτών η ντόπια και ξένη αντίδραση επιβλήθηκαν και φέρανε τον Καποδίστρια, τη Βαυαρική δυναστεία με τον Όθωνα.
Χρόνια και χρόνια απάτης και ρεμούλας μάς κράτησαν μακριά από την ευτυχία και τον πολιτισμό και μας ρίξανε μέσα στην εξαθλίωση, την πείνα, την κακομοιριά και τη δυστυχία. Έτσι η Ελλάδα που υπήρξε κάποτε η πηγή των φώτων και του πολιτισμού, κατάντησε να βρίσκεται στο πιο χαμηλό επίπεδο οικονομικής, κοινωνικής και εκπολιτιστικής ανάπτυξης, όχι μόνο έναντι των λαών της Ευρώπης, αλλά και των Βαλκανίων.
Η προδοσία του αλβανικού έπους.
Η ουσία αυτού βρίσκεται στο γεγονός, ότι αντίδραση σκεφτόταν μόνο πώς να εκμεταλλευτεί, να βασανίσει, και να ξεζουμίσει το λαό, οργανώνοντας κινήματα κάθε τόσο και καλλιεργώντας τις φαγωμάρες, προπαγανδίζοντας και πείθοντας το λαό ότι είναι απαραίτητο να ζει φτωχός και κακομοιριασμένος.
Χαρακτηριστικό είναι ότι πιάνοντας μια λέξη του Κολοκοτρώνη, που ονόμασε κάποτε τη χώρα μας Ψωροκώσταινα, κατάφερε να πείσει το λαό ότι το ελληνικό κράτος δε μπορεί να ορθοποδήσει μόνο του κι ότι θα έπρεπε να μας κυβερνήσουν οι ξένοι, ονομάζοντας γι’ αυτό και τα πολιτικά κόμματα ρωσικά, αγγλικά και γαλλικά. Σ’ αυτό το σημείο μας φέρανε οι κορυφές που διοικούσαν τον τόπο μας. Κάποτε φτάσαμε και στη δημοκρατία. Μα αυτό έμοιαζε με την παροιμία που έλεγε ο λαός: Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς.
Μυρίστηκαν οι έξυπνοι ψητό από τη μοναρχία και βρίσκοντας ότι «έφταιγε» η δημοκρατία για τη δυστυχία του λαού, ξαναφέρανε το βασιλιά. Και τότε άρχισαν πιο ξετσίπωτα ακόμα να ξεζουμίζουν και να καταπιέζουν το λαό. Και για να μπορούν να πνίγουν τις κραυγές του, βάλανε στο κεφάλι μας το Μεταξά, που ήτανε πάντα πράχτορας του ΙΙ γραφείου του γερμανικού επιτελείου, από τον καιρό που σπούδαζε στη στρατιωτική σχολή της Γερμανίας.
Έτσι, ύστερα από 120 χρόνια, ξαναπέσαμε πάλι στη σκλαβιά, γιατί έτσι κακά μας κυβερνήσανε στο διάστημα αυτό.
Σ’ αυτή την κατάσταση βρεθήκαμε, όταν ξέσπασε η πολεμική λαίλαπα και η σύγκρουση μεταξύ των κολοσσών. Μα κανένας απ’ αυτούς δε σκέφτηκε ελληνικά και να δει πώς θα ξέφευγε η χώρα μας τη λαίλαπα αυτή. Με την επίγνωση ότι η χώρα μας θα τραβούσε στην καταστροφή μπήκανε στον πόλεμο.
Έχουμε ντοκουμέντα στα χέρια μας, που μας αποδείχνουν, ότι οι άνθρωποι αυτοί είχανε σκοπό να ρίξουνε μόνο τρεις τουφεκιές στο Αλβανικό μέτωπο κι ύστερα να μας παραδώσουν στους φασίστες. Υπάρχουν ντοκουμέντα που μας πείθουν ότι το Νοέμβρη προς το Δεκέμβρη του 1940 μπορούσαμε να πετάξουμε τους Ιταλούς στη θάλασσα. Μα αυτοί συγκρατούσαν το στρατό μέχρι που να λύσει το στρατιωτικό της πρόβλημα η Γερμανία στην Ευρώπη κι ύστερα να δικαιολογηθούν ότι δε μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα με δυο κολοσσούς. Δεν πίστευαν στις δόξες του στρατού μας, στο θάρρος, στην τόλμη, στην αυταπάρνηση και τον ηρωισμό του, που πολεμούσε με φλόγα ενάντια στο φασισμό, νηστικός και ξυπόλυτος πάνω στα βουνό της Αλβανίας με τη βοήθεια όλου του ελληνικού λαού. Αυτοί δεν πίστευαν σ’ αυτά και περιμένανε πως θα καμφθεί. Γι’ αυτό το έπος της Αλβανίας είναι ολοκληρωτικά έργο του λαού. Είναι έργο του λαού που το πραγματοποίησε με το μένος που είχε ενάντια στο φασισμό και το ζυγό του Μεταξά, με θυσίες και ηρωισμούς.
Έτσι, ξαναπέσαμε στη σκλαβιά.
Μα ο λαός μας δεν ήτανε σε θέση να συνεχίσει το έργο του αυτό. Όσο φλογερά κι αν ήτανε τα στήθη του, η φλόγα αυτή δεν θα άντεχε στα σιδερόφρακτα μεγαθήρια των φασιστών, μια που είχε μέσα του και την προδοσία των ηγετών του. Έτσι αναγκάστηκε να υποκύψει, μα όχι σαν ηττημένος. Γιατί αυτή η συνθηκολόγηση που έκαναν, υπογράφηκε πριν ακόμα πολεμήσει ο στρατός μας. Αυτή δεν ήτανε ήττα του λαού μας, μα ήττα και χρεοκοπία των καθεστώτων που μεσολάβησαν από το 1821-1941. Γι’ αυτό κι ο λαός μας τιμωρεί σήμερα την ήττα αυτή και θα την τιμωρήσει αργότερα πιο σκληρά ακόμα.
Έτσι ήλθαν οι Γερμανοί στον τόπο μας και μας σκλαβώσανε. Μα για μας, για το λαό μας, καμιά κηλίδα δε θα μπορούσε να προσαφθεί, ότι εγκαταλείψαμε τα εδάφη μας. Αυτή θα κολλούσε, όταν δεν ξεσηκωνόμαστε.
Τι μπορούσαμε να περιμένουμε απ’ αυτούς που φορούσαν τα κλακ και τα μπακαλιαράκια; Τι μπορούσαν να μας πούνε αυτοί; Το μόνο που βρίσκανε να μας λένε ήτανε:
Ησυχία, παιδιά, και τάξη. Κάναμε κυβέρνηση, ησυχάστε. Αυτό όμως θέλανε κι οι Γερμανοί. Μα τα λόγια αυτά τα εκστομίζανε οι άνθρωποι εκείνοι που δεν έχουν το δικαίωμα να ονομάζονται Έλληνες.
Κι όμως, δε θα συμβιβάζονταν με τη λογική και τη ράτσα μας, αν δε βγαίναν πάλι τα στοιχεία αυτά που θα κρατούσανε ψηλά την τιμή του έθνους μας, μέσα από το λαό μας.
Μια μαυρίλα πλάκωνε τον ελληνικό ορίζοντα. Κανείς δεν ήξερε τι θα έφερνε η αύριο και πώς θα ξεφεύγαμε από τη σιδερένια τανάλια που μας έσφιγγε. Κείνοι που ένιωθαν βρίσκονταν στις φυλακές και τα ξερονήσια. Κι εδώ πρέπει να στιγματιστεί μια άλλη ατιμία των ανθρώπων της 4ης Αυγούστου, που φεύγοντας, τους παράδωσε στα χέρια των καταχτητών.
Μια άλλη μερίδα που ένιωθε, ασχολούνταν με τις μαύρες και άσπρες αγορές. Έτσι, όλο το βάρος έπεσε πάνω σε μια χούφτα ανθρώπων, απ’ αυτούς που τρώγανε καρπαζιές μέσα στα αστυνομικά μπουντρούμια και τις ασφάλειες, μα που φλέγονταν από ηρωισμό και ανδρεία και μέσα τους υπήρχε μια ζεστή ελληνική καρδιά κι έτρεχε στις φλέβες τους πραγματικό ελληνικό αίμα. Αυτοί άναψαν το δαυλό κι έδωσαν το σύνθημα για τον ξεσηκωμό του Έθνους. Αυτοί που δώσανε το κουράγιο στους Έλληνες. Αυτοί που δημιούργησαν τη νέα Φιλική Εταιρία: το ΕAM.
Βέβαια, ποιος θάτανε κείνος που μπορούσε να πιστέψει τότε. Ότι αυτή η φούχτα των ανθρώπων θα έφερνε στη χώρα μας τη μεγαλόπρεπη αυτή νίκη. Μα η υφή, η ψυχοσύνθεση, το σκαρί των ανθρώπων αυτών ήτανε τέτοιο. Παρά τις φυλακές, τους κατατρεγμούς, τις δολοφονίες, τα βασανιστήρια, τις ομαδικές εκτελέσεις και την τρομοκρατία, οι άνθρωποι αυτοί οδηγούσαν ηρωικά και θαρραλέα τις μάζες στον δρόμο της λευτεριάς.
Ξέρετε όλοι πώς άρχισε το κίνημα αυτό και δε σταματώ στις λεπτομέρειές του. Όταν έχουμε τη μέρα της εθνικής ανεξαρτησίας μας, που γιορτάζουμε στις 25 Μάρτη, χαιρόμαστε, τραγουδάμε και κλαίμε από τη συγκίνηση. Μα από δω και πέρα θα έχουμε δυο εθνικές γιορτές: την 25η Μάρτη και την 27η Σεπτέμβρη, επέτειο της δημιουργίας του ΕΑΜ, που αποτέλεσε τη βάση της σημερινής μας απελευθέρωσης.
Αυτό πρέπει να το νιώσουμε.
Στα προηγούμενα χρόνια πολλοί περνούσανε από την πλατεία του Διάκου, μα κανείς δεν ένιωθε τον παλμό που περιείχε το τραγούδι, που μας δίδασκε στο σχολείο ο παλιός καθηγητής μας Λάσκαρης: Σας ευλογεί του Διάκου μας το τιμημένο χέρι;
Κανείς δεν ένιωθε, ότι έπρεπε να φύγει μακριά από τα μικροσυμφέροντά του και να παλέψει για τη λευτεριά. Μα η χούφτα αυτή των ανθρώπων, που σας μίλησα πιο πάνω, ρίχτηκε ολόψυχα στον αγώνα.
Η αντίδραση στο άκουσμά της χρησιμοποίησε όλα τα μέσα κι έθεσε σε ενέργεια όλες τις ατιμίες για να τη σαμποτάρει. Μα όλα αυτά στάθηκαν ανίκανα να σπάσουν τον αγώνα της. Αντίθετα, αυτή ρίζωνε κάθε μέρα και πιο πολύ κι ανέπτυσσε τη δράση της. Κι επειδή δεν είχε σκοπό να καταπιαστεί με χαρτοπόλεμο έβγαλε στο βουνό το αντάρτικο.
Θυμάμαι όταν το χειμώνα του 1941 ήλθα εδώ σαν «μαυραγορίτης» για να βάλω μπροστά τη δουλειά. Σας γνώριζα όλους, μα κανείς από σας δεν ήξερε τι επεδίωκα εγώ. Τότε μαζί με το Γ. Φράγκο και Γ. Γιαταγάνα βγάλαμε το πρώτο διάγγελμα του ΕΑΜ. Πολλοί νομίζανε τότες, ότι αυτό ήτανε μόνο ντόρος και τίποτα άλλο.
Όταν λέγαμε ότι σε λίγο θα σφυρίζει το μάλιγχερ και θα κροταλίζει ξερά το πολυβόλο στις βουνοκορφές και τα φαράγγια μας κι οι Γερμανοί και Ιταλοί θα φεύγουν ντροπιασμένοι, ίσως πολλοί να λέγανε πως αυτά δεν ήτανε παρά ηχηρές φράσεις.
Μα ύστερα από 2 1/2 μήνες άρχισε πραγματικά να λαλεί το ντουφέκι. Και τι δεν είπανε τότε! Όπως και στα 1821 όλη η αντίδραση συνωμότησε εναντίον μας και στην αρχή δεν έλεγε τίποτα για το αντάρτικο, κάνοντας το ίδιο που κάνει και η στρουθοκάμηλος, όταν κρύβει το κεφάλι της, ενώ όλο της το σώμα φαίνεται. Έτσι κι αυτοί, νομίζανε, ότι αν δε λέγανε τίποτα για το αντάρτικο και το αγνοούσαν, δε θα ξαναβροντούσε το καριοφίλι. Μα μπορούσε να σταματήσει αυτό; Κάθε μέρα κοκκίνιζαν τα βουνά και τα φαράγγια από το αίμα.
Κι όταν είδαν ότι το αντάρτικο μεγάλωνε, παρά τη σιωπή τους, τότε κι αυτοί άλλαξαν τρόπο για να μας πολεμήσουν. Μας ονόμασαν πλιατσικολόγους, κατσικοκλέφτες, ληστοσυμμορίτες κλπ. Ακόμα βρέθηκαν άνθρωποι να μας αποκηρύξουν με την υπογραφή τους γιατί σκοτώσαμε τον προδότη και εκβιαστή Μαραθέα. Αυτοί οι κύριοι ήτανε κυριολεκτικά ηλίθιοι.
Δεν ξέρανε ούτε το ατομικό τους συμφέρον. Νόμισαν, πως αν μας αποκήρυσσαν θα σταματούσε κι ο αγώνας μας κι ότι δεν θα είμαστε κάποτε ικανοί να τους σφίξουμε το λαιμό και να τους πνίξουμε.
Ας είναι. Τέτοιοι ηλίθιοι ήτανε και τέτοιες ηλιθιότητες λέγανε. Ας κάνουν τώρα τα ψηλά τους καπέλα κλωσοφωλιές.
Η ύπαιθρος αναπνέει.
Μα ήτανε δυνατό να πιάσει αυτό; Οι χωριάτες είχανε δει για πρώτη φορά το θαύμα ν’ αφήνουν τα πράματά τους έξω χωρίς να τους τα πειράζει κανείς.
Η ζωοκλοπή είχε καταργηθεί στην ύπαιθρο και η ασφάλεια της ζωής και της περιουσίας ποτέ δεν ήτανε σ’ αυτό το σημείο. Ήτανε θαύμα αυτό; Όχι. Αλλά για πρώτη φορά το χωριό γνώρισε την εξουσία, η οποία βγήκε για να χτυπήσει την εσχάτη προδοσία, το έγκλημα, τη ζωοκλοπή κλπ. και να εμπεδώσει την ασφάλεια.
Κι όταν χτυπήσαμε τα εγκλήματα αυτά και πατάξαμε την προδοσία, αυτοί σαν δεσποινίδες της αριστοκρατίας, που δε βλέπουν γύρω τους τη δυστυχία και την κακομοιριά που βασιλεύει, αλλά συγκινούνται από ένα άρρωστο γατάκι, έμπηξαν τις φωνές και μας κατηγόρησαν ότι σκοτώνουμε. Επί Μεταξά βιάστηκαν γυναίκες, υπέστησαν μαρτύρια χιλιάδες άνθρωποι, σκοτώθηκαν και γκρεμίστηκαν από τα μπαλκόνια της Ασφάλειας γέροι, έγιναν τόσα εγκλήματα, μα κανείς απ’ αυτούς δεν είπε τίποτα. Μα τώρα φωνάζουνε ότι ο Άρης σφάζει.
Ναι, σφάξαμε κι είμαστε έτοιμοι να ξανασφάξουμε, αν χρειαστεί. Ποιους όμως σφάξαμε; Εμείς είμαστε πιο πονόψυχοι απ’ αυτούς. Απόδειξη είναι ότι εμείς είμαστε κείνοι που τρώγαμε χρόνια τώρα τις καρπαζιές και καταδιωκόμασταν. Σφάξαμε κείνους που πρόδιδαν στους καταχτητές τους Έλληνες, κείνους που κλέβανε το λαό και διαπράττανε εγκλήματα.
Κι είναι κυριολεκτικά ηλίθιοι κείνοι που τους πήρε ο πόνος γι’ αυτούς, που τόσο δικαιολογημένα χτυπήσαμε, για να παίρνουν το μέρος τους ή είναι ολοκληρωτικά συνένοχοι τους. Μα ούτε και το κόλπο αυτό έπιασε.
Το αντάρτικο σώζει το λαό.
Τότε όμως αυτοί, σαν καλοί ζαχαροπλάστες που ήτανε, κατασκευάσανε ένα νέο χρυσό χάπι:
-Ναι, φωνάζανε, δεν υπάρχει αντίρρηση, ότι οι αντάρτες διεξάγουν εθνικό αγώνα. Μα το ζήτημα αυτό θα λυθεί από τους ισχυρούς. Τι μας χρειάζονται, λοιπόν, οι αγώνες κι οι σκοτωμοί, αφού τα ζητήματά μας θα τα λύσουνε άλλοι;
Αυτό το σύνθημα έπιανε. Είχανε όμως δίκιο; Ασφαλώς όχι!
Γιατί δεν είχανε δίκιο;
Στα 1941-42 το ΕΑΜ δεν ήτανε ακόμα ισχυρό. Γι’ αυτό δεν είχε αρχίσει ο αγώνας να παίρνει μαζικό χαραχτήρα. Ούτε κι αντάρτικη δράση υπήρχε. Κι όμως. Στα 1941-42 πέθαναν από την πείνα και τις αρρώστιες, που επακολούθησαν απ’ αυτήν, 300.000 άνθρωποι μόνο στην Αθήνα, τον Πειραιά και τα περίχωρά τους. Και θα πέθαιναν αργότερα ακόμα περισσότεροι, αν το ΕΑΜ δεν κινητοποιούσε με συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, συλλαλητήρια και απεργίες το λαό και δεν τον εμψύχωνε:
1. Να επιβληθεί το σταμάτημα της αρπαγής της παραγωγής μας από μέρους των κατακτητών.
2. Να επιβληθεί σ’ αυτούς ν’ αφήσουν το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό να αναλάβει την τροφοδοσία του λαού μας.
3. Να προσέξουν την κατάσταση της Ελλάδας στο εξωτερικό.
Αν το αντάρτικο δε σταματούσε τις φάλαγγες των Γερμανών που κλέβανε την παραγωγή της χώρας μας και δεν καταργούσε τη συγκέντρωση της παραγωγής που τη βάζανε στο χέρι οι καταχτητές, αν δε γίνονταν όλα αυτά, τότε τα θύματα από την πείνα και τις αρρώστιες θα ήταν πολύ περισσότερα. Όλες οι χιλιάδες των θυμάτων, που πέσανε για τη ζωή και τη λευτεριά του λαού μας, ποτέ δε φθάνουν τα θύματα της πείνας και των ασθενειών.
Πότε ακούστηκε στην ιστορία της ανθρωπότητας να πραγματοποιείται η απελευθέρωση μέσω της μπαγαποντιάς; Ποτέ. Η λευτεριά δεν κερδίζεται με ξόρκια, αλλά με αγώνες και θύματα!
Μα κι αν το θέλαμε, δεν είχαμε αυτό το δικαίωμα. Το δικαίωμα δηλαδή να κηλιδώσουμε την ιστορία της πατρίδας μας. Αυτό θα ήτανε ασέβεια στη μνήμη των ηρωικών μας προγόνων.
Μα ούτε είχαμε το δικαίωμα να κολλήσουμε μια ατιμωτική σφραγίδα, μια σφραγίδα αίσχους, στο κούτελο των επερχομένων γενεών, των παιδιών μας και των εγγονιών μας, ότι κατάγονται από γενιά ευνούχων, που δέχονται να πεθαίνουν στα πεζοδρόμια από τον ατιμωτικότερο των θανάτων, από την πείνα, παρά να πεθαίνουν με το όπλο στο χέρι, παλεύοντας για τη λευτεριά.
Τι θα έπρεπε να προτιμούσαμε; Το πρώτο ή το δεύτερο; Όχι! Χίλιες φορές όχι!
Καλύτερα να γινότανε το παν ένα μπουρλότο, παρά να υποταχθούμε στους καταχτητές.
Αυτό ο λαός μας το κατάλαβε, τους μούντζωσε κι έδωσε αυτά τα γενναία παλικάρια, που ‘ναι τώρα στεφανωμένα με δόξες, με δάφνες και με νίκες.
Η αντίδραση συνωμοτεί.
Τότε κι αυτοί αναγκάστηκαν ν’ αλλάξουν βιολί κι αποφάσισαν να βγάλουν στο βουνό δικές τους ανταρτοομάδες.
Μα γιατί αυτό; Το ΕAM είχε δηλώσει ότι δεν είχε μονοπώλιο τον αντάρτικο αγώνα. Γι’ αυτό και τους κάλεσε να σχηματιστούν κοινές ανταρτοομάδες. Αν είχανε την πρόθεση να παλέψουν ενάντια στους καταχτητές, θα το κάνανε. Τότε όμως, ισχυρίζονται, ότι η χωρογραφία της Ελλάδας και η πυκνότητα της κατοχής δεν επέτρεπε την ύπαρξη ανταρτοομάδων.
Όταν όμως είδανε εμάς, όταν λευτερώσαμε την ύπαιθρο, τότε κι αυτοί αποφάσισαν να δημιουργήσουν αντάρτικο.
Τι θα περίμενε κανείς απ’ αυτούς αρχή αρχή; Ποια κραυγή, έστω και τυπικά, να βγει από το στόμα τους; Φυσικά, “Κάτω οι καταχτητές” !
Μα την θέση τους τη γνωστοποίησαν από την αρχή. Η πρώτη κραυγή τους ήτανε:
“Κάτω το ΕΑΜ!”
Μα εμείς και πάλι τους καλέσαμε για να ενωθούμε. Αυτοί όμως αρνήθηκαν, γιατί δεν θέλανε να υποβληθούν σε κόπους και μόχθους για να πολεμήσουν τον καταχτητή. Γιατί αυτοί δεν ήτανε εντολοδόχοι του ελληνικού λαού, μα της αντίδρασης από το φόβο της λαοκρατίας που ζητούσαν να πολεμήσουν.
Στο τέλος μας κήρυξαν κι ανοιχτά τον πόλεμο, ένοπλα, συνεργαζόμενοι με τους καταχτητές.
Θα είμαστε ασυνεπείς στον αγώνα μας και προδότες του λαού μας, αν σιχαινόμαστε τα αίματα. Γι’ αυτό, σαν εντολοδόχοι του λαού, συντρίψαμε τους συνεργάτες αυτούς των καταχτητών, τους πολέμιους του εθνικού μας αγώνα.
Ο ΕΛΑΣ στο πλευρό των συμμάχων.
Ύστερα απ’ αυτό χρησιμοποίησαν το κόλπο: Μας κατηγόρησαν, ότι δε βοηθάμε το συμμαχικό αγώνα, αλλά θα υπακούσουμε μόνο στους Ρώσους. Κι απειλούσαν ότι όταν θά ‘ρθουν οι σύμμαχοι εδώ, θα μας κανονίσουν. Αυτοί, που συνεργάζονταν με τους Γερμανούς, απειλούσανε ότι θα μας χτυπήσουν οι σύμμαχοι!
Αυτοί που στα 1941 πρόδωσαν το συμμαχικό αγώνα. Αυτοί που μαγάρισαν τις Θερμοπύλες και τους Τριακόσιους μας κι άφησαν τους συμμάχους Άγγλους να μάχονται μόνοι τους εκεί, ενώ αυτοί είχαν παραδώσει την Ελλάδα με τη συνθηκολόγηση του Τσολάκογλου, μας κατηγορούσαν ότι δεν ενισχύουμε τον συμμαχικό αγώνα κι έβαζαν στο μυαλό των συμμάχων την άτιμη σκέψη, ότι δήθεν θα μας χτυπούσαν ερχόμενοι εδώ.
Ο Γοργοπόταμος.
Μα σε λίγο τους ήλθε το πρώτο χαστούκι! Η πρώτη ομάδα των Άγγλων αλεξιπτωτιστών έπεφτε, όχι σ’ αυτούς, μα στον Άρη, πάνω στη Γκιώνα. Και μαζί μ’ αυτούς τραβήξαμε κι ανατινάξαμε το Γοργοπόταμο. Ο αρχηγός των συμμαχικών στρατευμάτων της Μ. Ανατολής, στρατηγός Ουίλσον, δήλωνε ανοιχτά, ότι οι επιτυχίες των συμμάχων στην Αφρική οφείλονται κατά 80% στην ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, γιατί αυτή εμπόδισε την αποστολή γερμανικών ενισχύσεων και εφοδιασμού. Μα να κι ένα τελευταίο: Στην Πελοπόννησο προτείναμε στους τσολιάδες να καταθέσουν τα όπλα κι εμείς θα τους αφήσουμε ελεύθερους. Μα οι Άγγλοι το απέρριψαν αυτό και συνέλαβαν όλους τους τσολιάδες, τους έκλεισαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και τους παραπέμπουν να δικαστούν από τα στρατοδικεία.
Στο κάτω-κάτω, να τώρα οι Άγγλοι μπροστά σας. Διαβαίνουν τους δρόμους της Λαμίας και πάνε να χτυπήσουν τους Γερμανούς μαζί με μας. Μαζί τους θα πολεμήσουμε εμείς κι όχι αυτοί, μέχρι την ολοκληρωτική συντριβή του φασισμού.
Μα τα κατακάθια αυτά βρήκανε νέο τροπάρι: Μας κατηγορούν ότι είμαστε όλοι κομμουνιστές και ισχυρίζονται, ότι το ΕΑΜ. και ο ΕΛΑΣ είναι σκεπασμένες κομμουνιστικές οργανώσεις. Μα αυτή η κατηγορία μπορεί ν’ αποτελέσει ντροπή ή έπαινο;
Αγωνιζόμαστε για την Δημοκρατία.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα δε βαδίζει τώρα για τον κομμουνισμό. Το ΚΚΕ έχει βέβαια στο πρόγραμμά του σαν τελική του επιδίωξη τον κομμουνισμό. Μα όχι για τώρα. Τον κομμουνισμό θα τον επιβάλλετε σεις, ο λαός κι όχι το ΚΚΕ. Κι είμαι βέβαιος ότι πολλοί από τους μορφωμένους μας, που δεν τον θέλουν σήμερα, θα ψηφίσουν τότε για να επικρατήσει ο κομμουνισμός.
Σήμερα, όμως, το ΚΚΕ δεν επιδιώκει παρά μόνο μια δημοκρατική λύση του ελληνικού προβλήματος.
Μα ας πούμε, ότι το ΚΚΕ θα εφαρμόσει τον κομμουνισμό. Λένε ότι ο κομμουνισμός χαλνά τις εκκλησιές και γδέρνει τους παπάδες. Τόσο χαζοί είναι λοιπόν οι κομμουνιστές να χαλάσουν τις εκκλησιές, που δεν τους εμποδίζουν σε τίποτα;
Οι εκκλησιές μας φταίνε ή τα καράβια του Εμπειρίκου; Γιατί λοιπόν να κάψουμε τις εκκλησιές;
Ποιος χτυπά τη θρησκεία;
Θα γδάρουμε τους παπάδες; Μα γιατί; Εμείς βλέπουμε, ότι χιλιάδες παπάδες βρίσκονται τώρα στην πρωτοπορία του κινήματος μας και η συμβολή του κλήρου, που στάθηκε στο πλευρό μας, υπήρξε ανεκτίμητη.
Μήπως συμβαίνει το αντίθετο; Γιατί αυτοί που εμφανίζονται σαν προστάτες της εκκλησίας, γκρεμίσανε μαζί με τους Γερμανούς και γδέρνουνε παπάδες.
Ο κομμουνισμός, λένε, θα καταργήσει την θρησκεία. Μα η θρησκεία είναι ζήτημα συνείδησης. Πώς θα καταργηθεί λοιπόν; Η κατάργηση της θρησκευτικής συνείδησης είναι πράμα αδύνατο, έστω κι αν ακόμα οι κομμουνιστές θέλανε να την καταργήσουν. Η θρησκευτική συνείδηση δεν καταργείται με απλές διαταγές. Αν συνέβαινε ένα τέτοιο πράμα, αυτό θα έμοιαζε με την διαταγή πού έβγαλε κάποτε ένας αστυνόμος στην Ανάφη, με την οποία απαγόρευε την πάλη των τάξεων!
Το τι θα γίνει στο πολύ μακρινό μέλλον, το πώς θα σκέπτονται οι άνθρωποι τότε, είναι άλλο πρόβλημα. Και κανένας πολιτικός δεν μπορεί να βγάλει νόμο για το τι θα πρέπει να γίνει ύστερα από 200 ή 500 χρόνια. Ούτε λοιπόν κι εμείς θα βγάλουμε τέτοιο νόμο. Μας ενδιαφέρει το πώς θα προκόψει ο λαός μας σήμερα κι όχι το τι φιλοσοφικές πεποιθήσεις θα έχει ύστερα από 500 χρόνια.
Συνεπώς καταλαβαίνετε τώρα, ότι αυτοί που διαδίδουν αυτές τις συκοφαντίες επιδιώκουν άλλους σκοπούς, προσπαθώντας με το μέσο αυτό της συκοφαντίας να εξαπατήσουν το λαό και να διαιωνίσουν την κυριαρχία τους πάνω του. Αν μάλιστα εξετάσουμε βαθύτερα το πράμα αυτό, θα δούμε ότι αυτοί είναι άθρησκοι, γιατί σε αυτούς δεν υπάρχει ούτε ίχνος θρησκευτικής συνείδησης κι ο μόνος που λατρεύουν είναι ο Θεός Μαμμωνάς, ο Θεός του χρήματος…
Θα συσπειρώσουμε την οικογένεια.
Κατηγορούν τους κομμουνιστές, ότι αυτοί θα διαλύσουν επίσης την οικογένεια. Λες κι εμείς κατεβήκαμε από τον ουρανό και δε γεννηθήκαμε από σπίτια ή φυτρώσαμε μόνοι μας σαν τα μανιτάρια. Η οικογένεια δημιουργήθηκε από ορισμένες οικονομικές συνθήκες. Σε μια ορισμένη ανάπτυξη της κοινωνίας δημιουργήθηκε η ανάγκη της οικογένειας, γιατί έτσι θα αντιμετωπίζονταν καλύτερα οι ανάγκες της ζωής.
Χρειάζονταν να δουλεύουν όλοι: ο πατέρας και τα παιδιά στα χτήματα, οι γυναίκες στον αργαλειό και το σπίτι, γιατί μόνο με τον τρόπο αυτό θ’ αντιμετωπίζονταν οι βιοτικές ανάγκες τους.
Αυτού του είδους οι οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε, πλησίαζαν όπως βλέπετε, πιο στενά τα μέλη της οικογένειας μεταξύ τους. Σήμερα όμως τι γίνεται; Οι σημερινές οικονομικές συνθήκες αναγκάζουν όχι πια το στενό πλησίασμα της οικογένειας, αλλά αντίθετα την απομάκρυνσή της.
Να ένα παράδειγμα: Ένας άντρας παντρεύεται, μα την επομένη του γάμου του φεύγει στην Αμερική για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της ζωής του και της γυναίκας του. Ποιος διαλύει στην περίπτωση αυτήν την οικογένεια; Οι κομμουνιστές ή οι οικονομικές συνθήκες που δημιούργησε η κεφαλαιοκρατία;
Κι εδώ, λοιπόν, βλέπουμε φανερά, ότι αυτοί που μας κατηγορούν πως θέλουμε να διαλύσουμε την οικογένεια, δεν είναι άλλοι, παρά αυτοί οι ίδιοι που τη διαλύουν στην πραγματικότητα, ενώ εμείς επιδιώκουμε το στερέωμά της. Θα δώσουμε στο λαό τα οικονομικά μέσα για να μπορεί να μη σκορπάει την οικογένειά του στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Μας κατηγορούν ότι θέμε να καταργήσουμε τα σύνορα και να διαλύσουμε το κράτος. Μα το κράτος εμείς το φτιάχνουμε σήμερα, γιατί δεν υπήρξε, μια που αυτοί οι ίδιοι το είχανε διαλύσει. Ποιος είναι λοιπόν πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σ’ όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι’ αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους.
Ενώ εμείς, το μόνο που διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε.
Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαιά τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;
Όταν έξαφνα στα 1929-31 το κράτος ζήτησε, λόγω της οικονομικής κρίσης που μάστιζε τότε τη χώρα μας, να κατεβάσουν οι ξένοι ομολογιούχοι το ποσοστό που πληρώναμε σε τοκοχρεολύσια, οι Άγγλοι δέχτηκαν να το μειώσουν σε 35%, αλλά οι Έλληνες ομολογιούχοι αρνήθηκαν. Να λοιπόν, ποιος είναι ο πατριωτισμός τους! Αυτός φτάνει μέχρι το σημείο που δεν θίγονται τα οικονομικά τους συμφέροντα. Αυτοί λοιπόν οι ίδιοι που μας κατηγορούν ότι επιδιώκουμε την κατάργηση των συνόρων και την διάλυση του κράτους, αυτοί τα ξεπουλάνε αυτά στην πρώτη ευκαιρία.
Όταν οι άτιμοι μιλάνε για τιμή.
Μας κατηγορούν επίσης, ότι εμείς επιβουλευόμαστε την τιμή. Βλέπετε, όλοι αυτοί οι «ηθικοί», που όταν περπατάνε μπερδεύουνται τα κεφάλια τους στα σύρματα, μιλάνε για τιμή!
Αυτοί που πούλησαν τις γυναίκες και τις αδελφές στον κατακτητή, για να κάνουν τα νταραβέρια μαζί του και μας σκλάβωσαν διπλά, αυτοί πάνε τώρα να μας πείσουν ότι είναι οι κέρβεροι της τιμής και της ηθικής. Με αυτά τα μέσα προσπαθούν να εξαπατήσουν το λαό για να συνεχίσουν το ξεζούμισμα και την εκμετάλλευσή του. Και πολλές φορές το καταφέρνουν αυτό και μας πείθουν μάλιστα ότι έτσι είναι όπως τα λένε.
Πάρτε ένα παράδειγμα, απ’ αυτό που γίνεται στα χωριά: Ο χωριάτης καπνίζει τον καπνό που παράγει ο ίδιος. Μα τον πείσανε ότι αυτός είναι λαθραίος. Κι ο ίδιος ο χωρικός σου λέει ότι καπνίζει λαθραίο καπνό. Λες και δεν τον έσπειρε αυτός στον τόπο μας, αλλά τον έφερε από την Αμερική. Όπως βλέπετε λοιπόν κι ο ίδιος ο χωριάτης το πίστεψε, πως ο καπνός του είναι «λαθραίος».
Η αντίδραση δεν σταματά σε τίποτα μπροστά προκειμένου να εξαπατήσει το λαό, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό όλα τα μέσα, όλη τη συκοφαντία και το ψέμα. Μα αυτές οι συκοφαντίες στην ύπαιθρο, όπου μας είδανε και μας νιώσανε, έγιναν συντρίμμια. Στις πόλεις θα γίνει κι αυτού το ίδιο.
Σε λίγες μέρες θα δείτε κι εσείς μόνοι σας την πραγματικότητα. Γιατί ο δικός μας σκοπός είναι ένας: Πώς θα ζήσει καλύτερα ο λαός μας!
Όταν ήταν εδώ ο κατακτητής, αυτοί θέλανε τότε την τάξη. Εμείς θέλαμε την αταξία για να κάνουμε ανυπόφορη τη ζωή του κατακτητή. Τώρα αυτοί θέλουνε την αταξία. Μα εμείς θέλουμε την τάξη. Αυτοί είναι οι οργανωτές του εμφυλίου πολέμου για να εκμεταλλεύονται το λαό μας. Αυτοί είναι οι λύκοι, που προσπαθούν να κατασπαράξουν το κοπάδι, εμάς, εσάς, όλους μας, το λαό δηλαδή.
Τηρήσαμε τις υποσχέσεις μας.
Ο ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ υποσχέθηκαν στο λαό την πάλη ενάντια στον κατακτητή και την απελευθέρωση της χώρας μας. Αυτές τις υποσχέσεις τις τηρήσαμε. Εμείς δεν δημιουργήσαμε κυβερνητικό τύπο. Αυτός δημιουργήθηκε μόνος του από το λαό. Από τον Οκτώβρη του 1942 μόνος του ο λαός τράβηξε στις εκλογές της αυτοδιοίκησής του.
Ο θεσμός αυτός της αυτοδιοίκησης, που για πρώτη φορά εμφανίστηκε στην Ευρυτανία, αποτέλεσε την απαρχή της δημιουργίας του από το χωριό μέχρι την Π.Ε.Ε.Α. αργότερα.
Εμείς είμαστε υπέρ της ενότητας και χάρη στις προσπάθειες τις δικές μας οφείλεται κατά 95% η δημιουργία της εθνικής κυβερνήσεως, κάτω από την οποία αγωνιζόμαστε σήμερα. Μέχρι τη Λάρισα η πατρίδα μας είναι τώρα ελεύθερη. Και γρήγορα θ’ απελευθερώσουμε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα.
Έτσι και η δεύτερή μας υπόσχεση τείνει να πραγματοποιηθεί ολοκληρωτικά.
Η πάλη μας για τη λαοκρατία.
Μα εμείς υποσχεθήκαμε στο λαό και κάτι άλλο: Ότι δεν θ’ αφήσουμε το όπλο από το χέρι μας αν δεν πετύχουμε και τη διπλή λευτεριά: τη λαοκρατία. Για αυτό θα παλέψουμε για να εκτελέσουμε κι αυτή την υπόσχεσή μας, αφιερώνοντας και θυσιάζοντας την ζωή μας ακόμα για τη λαοκρατική λύση του ελληνικού προβλήματος.
Ο ΕΛΑΣ στα χέρια πρώτα της Κ.Ε. του ΕΑΜ και της ΠΕΕΑ αργότερα αποτέλεσε το δυνατό όπλο της διατήρησης του λαού μας στη ζωή. Τον μοχλό της γρηγορότερης απελευθέρωσής μας. Τώρα, στα χέρια της εθνικής μας κυβέρνησης, που αποτελείται απ’ όλα τα κόμματα και τις οργανώσεις και που υπόσχεται στο πρόγραμμά της λαοκρατικές λύσεις, θ’ αποτελέσει την εγγύηση, ότι θα συνεχίσουμε τον πόλεμο μέχρι την ολοκληρωτική συντριβή του φασισμού κι ότι θα εξασφαλισθούν οι ως τώρα κατακτήσεις του λαού μας και θα κερδηθούν και νέες.
Φωνάζατε πολύ για την θανατική καταδίκη των προδοτών, των συνεργατών του καταχτητή και των εκμεταλλευτών της δυστυχίας τού λαού στα χρόνια της κατοχής. Όταν εμείς δεν είχαμε τη δυνατότητα να τους δικάσουμε, τους εκτελούσαμε. Αργότερα τους δικάζαμε σε στρατοδικεία. Τώρα, όσους έχουμε συλλάβει θα τους παραδώσουμε στην δικαιοσύνη. Υπάρχει η νόμιμη πια κυβέρνηση και αυτή θα αποφασίζει για όλα. Μη φωνάζετε λοιπόν. Αυτοί θα δικασθούν και θα καταδικασθούν. Μα δεν θάχει και μεγάλη σημασία.
Τεράστια σημασία θάχει αν καταδικάσετε και θανατώσετε εσείς, ο κυρίαρχος λαός, το καθεστώς που γεννάει τέτοια καθάρματα.
Μεθαύριο θα τραβήξουμε στις εκλογές. Το πρώτο ράπισμα πρέπει να δοθεί στο δημοψήφισμα, με την οριστική καταδίκη του φιλοβασιλισμού και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας.
Αλλά γιατί στρεφόμαστε με τόση μανία ενάντια στο βασιλιά;
2.Γιατί μας τον φέρανε με το ψεύτικο δημοψήφισμα του 1935.
3.Γιατί είναι επίορκος. Καταπάτησε το Σύνταγμα του 1911 κι έβαλε δικτάτορα τον πεμπτοφαλαγγίτη Γιάννη Μεταξά.
4. Γιατί άφησε όλους τους ανίκανους και πεμπτοφαλαγγίτες στρατηγούς και υπουργούς να προδώσουν τον πόλεμο της Αλβανίας και να υποδουλώσουν την πατρίδα μας.
5. Τέλος, γιατί στην εθνική μας συμφορά του 1941, αντί να καθίσει εδώ και να θυσιαστεί σαν άλλος Κόδρος των Αθηνών, μας εγκατέλειψε.
Αν ήτανε καλός έπρεπε να καθίσει εδώ κι αντί να βγει στο κλαρί ο Άρης και δεν ξέρω ποιος άλλος, να βγει αυτός να οργανώσει τον αγώνα και να είναι τώρα δικαιωματικά βασιλιάς μας και αρχηγός μας. Με τη στάση του ο ίδιος παραιτήθηκε ουσιαστικά και τυπικά του δικαιώματος επί του θρόνου της Ελλάδος.
Αυτά βέβαια γι’ αυτόν προσωπικά κι ανεξάρτητα από την πεποίθησή μας πως δεν χρειάζεται κανένας θρόνος, μα δημοκρατία για να προκόψει η Ελλάδα μας.
Σεβόμαστε τη λαϊκή θέληση.
Το δεύτερο ράπισμα πρέπει να δοθεί στις εκλογές, που θα καθορίσουν το πολίτευμα της χώρας μας. Εμάς, η μόνη μας φιλοδοξία είναι να είμαστε υπηρέτες του λαού. Γι’ αυτό θα σεβαστούμε την ετυμηγορία σας, όποια κι αν είναι αυτή.
Μα έχουμε αυτές τις απαιτήσεις: Να ψηφίσει ο λαός ανεπηρέαστα και να σεβασθούν το λαό.
Αν αυτά δεν εκτελεστούν, τότε σας υποσχόμαστε ότι πάλι θα ξαναβγούμε στο βουνό. Μα είμαι βέβαιος ότι αυτά δεν θα συμβούν. Γιατί ο λαός μας χειραφετήθηκε πια. Δοκιμάσθηκε και ξύπνησε. Θ’ ακολουθήσει τους δρόμους που του δείχνουμε και που μοναδικά τον συμφέρουν.
Με την πεποίθηση αυτή, τελειώνοντας, σας καλώ να φωνάξουμε:
Ζήτω ο κυρίαρχος λαός μας!
____________

* Ο ιστορικός λόγος του Άρη (1905 -1945) που εκφωνήθηκε στη Λαμία, στις 22 Οκτωβρίου 1944
** Αναδημοσίευση από το μπλογκ  http://www.lamprakides.gr/blog/,

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Για το μύθο και την πραγματικότητα της Ελβετικής ‘Άμεσης Δημοκρατίας’*




Γράφει ο Κώστας Λάμπος

«Ο πολιτισμός που συνεχίζει να παράγει ανθρώπους χωρίς άποψη,
αγοράζει τον ίδιο του τον πνευματικό θάνατο σε μηνιαίες δόσεις»
Μάρτιν Λούθερ Κινγκ
*
«Η ιστορία των ελευθεριών που έχουν παραχωρηθεί στον άνθρωπο δεν
έπαψε ποτέ, μέχρι σήμερα, να συγχέεται με την ιστορία των ελευθεριών
που ο άνθρωπος παραχώρησε στην οικονομία»
Ραούλ Βάνεγκεμ

Η Ελβετική Ομοσπονδία ιδρύθηκε το 1291[1] και κατ’ άλλους το 1307[2] ως ‘Ένορκη Συμμαχία’ ανεξάρτητων Καντονιών από τον Walter Fuerst εκπρόσωπο της επαρχίας Uri, τον Werner Stauffacher εκπρόσωπο της επαρχίας Schwyz και τον Arnold von Melchtahl εκπρόσωπο της επαρχίας Unterwalden, για την από κοινού αντιμετώπιση των σχεδίων του Ρωμαίο-Γερμανού βασιλιά Albrecht I, να προσαρτήσει τα εδάφη τους υπό την κυριαρχία του οίκου των Χαμπσβούργων. Η πορεία ολοκλήρωσής της πέρασε από διάφορες φάσεις και εξαρτήσεις  μέχρι να φτάσει στην παγίωση της σημερινής της μορφής.

Το 1848 η ‘Ένορκη Συμμαχία’ μετεξελίσσεται σε συνταγματικό ομοσπονδιακό κράτος, στο οποίο τα Καντόνια εκχωρούν μέρος των αρμοδιοτήτων τους, όπως αυτές της άμυνας, των τελωνείων, του ταχυδρομείου, του νομίσματος και άλλων. Τα λαϊκά στρώματα, κυρίως η φτωχή αγροτιά, δεν αρκέστηκαν στην καθιέρωση του γενικού εκλογικού δικαιώματος, αν και μόνο για τους άνδρες, και απαίτησαν την καθιέρωση του δικαιώματος της Άμεσης Δημοκρατίας για να αποφασίζει ο ίδιος ο λαός για τη ζωή του και κατάφεραν την αναθεώρηση του συντάγματος το 1874 καθιερώνοντας το θεσμό του Δημοψηφίσματος και την καθιέρωση του θεσμού της ‘Λαϊκής Πρωτοβουλίας’ το 1891.

Σήμερα η ‘Ελβετική Ομοσπονδία’ αποτελείται από 2.715 Κοινότητες και 26 Καντόνια και συμβολίζεται με την εξίσωση 2.715+26=1. «Περίπου το 1/5 των Κοινοτήτων και κύρια οι πόλεις έχουν το δικό τους τοπικό κοινοβούλιο, τα 4/5 αποφασίζουν αμεσοδημοκρατικά στις Κοινοτικές Συνελεύσεις στις οποίες μπορούν να παίρνουν μέρος όλοι οι κάτοικοι που έχουν δικαίωμα ψήφου, πράγμα που σημαίνει ότι ο Λαός δεν αντιπροσωπεύεται από βουλευτές, αλλά αποφασίζει μόνος του και εκλέγει το Κοινοτικό Συμβούλιο»[3], αλλά «την έκταση της αυτονομίας των Κοινοτήτων την ορίζουν τα Καντόνια και γι’ αυτό είναι αρκετά διαφορετική»[4]. Κάθε Καντόνι έχει το δικό του Σύνταγμα, το δικό του Κοινοβούλιο, τη δική του κυβέρνηση και τα δικά του Δικαστήρια. Οι βουλευτές στα περισσότερα Καντόνια εκλέγονται με το σύστημα της απλής αναλογικής, οι 5-7μελής κυβερνήσεις, όμως, που εκλέγονται επίσης από το Λαό, εκλέγονται με πλειοψηφικό σύστημα, αλλά τελικά «η αμεσοδημοκρατική μορφή υπάρχει ακόμα μόνο στις Κοινότητες Appenzell, Innerhoden και Glarus. Σε όλα τα άλλα Καντόνια αποφασίζει ο Λαός αποκλειστικά στις κάλπες»[5].

Κάθε τέσσερα χρόνια ο Λαός εκλέγει τα 200 μέλη του Εθνικού Συμβουλίου. Οι εκλογείς έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν το ψηφοδέλτιο της προτίμησής τους, ή να γράψουν σε λευκό ψηφοδέλτιο το όνομα κάποιου που δεν είναι σε κανένα ψηφοδέλτιο, ή να γράψουν σε κάποιο ψηφοδέλτιο το όνομα κάποιου που θα ήθελαν να εκλεγεί και μάλιστα να το γράψουν δυό φορές για να ενισχύσουν την εκλογιμότητά του, αλλά έχουν ακόμα και το δικαίωμα να γράψουν σε ένα ψηφοδέλτιο το όνομα κάποιου από άλλο ψηφοδέλτιο, όπως και να σβήσουν ονόματα από το ψηφοδέλτιο που επιλέγουν.

Βασικά η ελβετική ‘Άμεση Δημοκρατία’ προσδιορίζεται ως τέτοια, κύρια, εξαιτίας του δημοψηφισματικού της χαρακτήρα, που φέρεται να δίνει το δικαίωμα στο Λαό να αμφισβητεί εκ των υστέρων αποφάσεις του κοινοβουλίου. Προβλέπονται δύο ειδών δημοψηφίσματα, το υποχρεωτικό και το προαιρετικό. Το υποχρεωτικό δημοψήφισμα γίνεται με πρωτοβουλία της κυβέρνησης για αλλαγές του (ομοσπονδιακού) Συντάγματος καθώς επίσης και για την είσοδο της χώρας σε συγκεκριμένους διεθνείς οργανισμούς και «για να γίνει αποδεκτή η πρόταση, θα πρέπει να συγκεντρώνει τη λεγόμενη ‘διπλή πλειοψηφία’, που σημαίνει τόσο την πλειοψηφία του Λαού, δηλαδή την πλειοψηφία των έγκυρων ψήφων σε ολόκληρη τη χώρα, όσο και την πλειοψηφία των αντιπροσώπων, δηλαδή την πλειοψηφία Καντονίων στα οποία έγινε αποδεκτή η πρόταση»[6].

Ομοσπονδιακοί νόμοι, αποφάσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και κρατικές συμφωνίες υπόκεινται στον έλεγχο του Λαού μέσω των προαιρετικών δημοψηφισμάτων, τα οποία αποκαλούνται και ‘φρένο στα χέρια του Λαού’. Για την ενεργοποίηση της διαδικασίας προαιρετικού δημοψηφίσματος απαιτούνται 50 000 υπογραφές πολιτών που έχουν δικαίωμα ψήφου, οι οποίες πρέπει να συγκεντρωθούν το πολύ μέσα σε 100 μέρες από την κατάθεση της πρότασης.

Σε επίπεδο Καντονίων ισχύει το (Volksinitiativerecht) ‘Δικαίωμα της Λαϊκής Πρωτοβουλίας’, αποκαλούμενης και ‘κινητήρια δύναμη της Άμεσης Δημοκρατίας’, να απαιτεί αλλαγές στο Σύνταγμα, στους νόμους και στις αποφάσεις των τοπικών κυβερνήσεων των Καντονιών, όχι όμως και σε επίπεδο Ομοσπονδίας. Για να χαρακτηριστεί η λαϊκή βούληση ‘Λαϊκή Πρωτοβουλία’ και να θέσει σε κίνηση τη σχετική διαδικασία Δημοψηφίσματος πρέπει σε διάστημα 18 μηνών να συγκεντρώσει 100.000 υπογραφές πολιτών του Καντονιού με δικαίωμα ψήφου. «Η Λαϊκή Πρωτοβουλία (Volksbegehren) μπορεί να εκδηλωθεί ως γενικά διατυπωμένη πρόταση (Anregung)[7], ή, πράγμα συνηθέστερο, ως έτοιμο επεξεργασμένο κείμενο, τη διατύπωση του οποίου δεν μπορεί να αλλάξει το κοινοβούλιο ή η κυβέρνηση»[8]. Όμως «οι Αρχές, κάποιες φορές, αντιδρούν απέναντι σε κάθε τρέχουσα πρωτοβουλία με μια (όχι τόσο εκτεταμένη) άμεση αντιπρόταση, με την ελπίδα πως αυτή θα γίνει από το Λαό και τις  Staenden αποδεκτή από την πλειοψηφία". Αλλά και επιπλέον, από το 1987 έχει επεκταθεί, και για δημοψηφίσματα που προκαλεί η Λαϊκή Πρωτοβουλία, η αρχή της ‘διπλής πλειοψηφίας’, που ίσχυε μόνο για το υποχρεωτικό δημοψήφισμα. «Μπορεί ο καθένας να ψηφίσει και την πρόταση της ‘Λαϊκής Πρωτοβουλίας’ και την αντιπρόταση των Αρχών και στην περίπτωση που και οι δυό γίνονται αποδεκτές, τότε με μια δειγματοληπτική έρευνα της κοινής γνώμης θα κριθεί ποιο από τα δυό κείμενα θα ισχύσει»[9].

Ας δούμε μερικές ακόμα πλευρές της ‘Άμεσης Δημοκρατίας’ της Ελβετίας για να καταλάβουμε περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Στο Εθνικό Συμβούλιο της Ελβετίας εκπροσωπούνται δώδεκα πολιτικά κόμματα, από τα οποία τα πέντε έχουν μια υπολογίσιμη εκπροσώπηση. Όμως Άμεση Δημοκρατία σημαίνει πως αποφασίζουν οι Λαϊκές Συνελεύσεις για τα τοπικά προβλήματα και οι, για ορισμένο διάστημα, εκλεγμένοι ή κληρωτοί και ανακλητοί εκπρόσωποί τους στα επαρχιακά μέχρι το εθνικό επίπεδο, οπότε το ερώτημα είναι ποιος είναι ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων. Τα Συντάγματα δεν είναι ‘ιερά κείμενα’ που δεν τα αγγίζει ο χρόνος. Οι εποχές, ως δρώσα ιστορία αλλάζουν και οι κοινωνίες εξελίσσονται και συνεπώς και τα συντάγματα πρέπει να αλλάζουν και να ανταποκρίνονται στις καινούργιες ανάγκες της κοινωνίας. Το ελβετικό Σύνταγμα υπέστη πολλές αναθεωρήσεις από το 1848[10], αλλά όλες αυτές οι αλλαγές είχαν ένα στόχο, τα πράγματα να μείνουν ως έχουν αν δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα. Η τελευταία τροποποίηση του ελβετικού συντάγματος, ενός συντάγματος βαθιά συντηρητικού και πουριτανικού, άρχισε το 1965 και ολοκληρώθηκε το 1999. «Στην τρίτη φάση ωστόσο (1987-1999) οι φιλοδοξίες μετριάστηκαν και επικράτησε η θέση του K. Eichenberger να γίνει μια ρεαλιστική συνταγματική αναθεώρηση, που θα εκσυγχρόνιζε αλλά θα σεβόταν την υφιστάμενη θεσμική αρχιτεκτονική. Η απόφαση αυτή στηριζόταν στη σκέψη ότι η αναθεώρηση ούτε κοινωνικοπολιτικές κρίσεις μπορεί να αποσοβήσει ούτε ριζοσπαστικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις να επιφέρει. Έτσι, το φιλόδοξο και πολυετές σχέδιο της ριζικής αναθεώρησης του Συντάγματος αντικαταστάθηκε από ένα μετριοπαθέστερο και ηπιότερο,·αυτό που επιτεύχθηκε ήταν μια επικαιροποίηση του συνταγματικού κειμένου χωρίς την υιοθέτηση σημαντικών αλλαγών»[11]. Τα περισσότερα Συντάγματα στον κόσμο αναφέρονται στο όνομα του Λαού από τον οποίο πηγάζει η εξουσία και δια του οποίου αποκτούν ισχύ, εκτός από εκείνα τα Συντάγματα των θεοκρατικών καθεστώτων όπου η ισχύ του Μουλατείου πηγάζει από το θεό τους. Και το νέο ελβετικό Σύνταγμα ξεκινά με τη φράση «Στο όνομα του παντοδύναμου θεού» και φυσικά δεν άγγιξε ούτε κατά κεραία την ιερότητα της ‘ατομικής ιδιοκτησίας’ και την απάνθρωπη σκληρότητα του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.

Με όσα προηγήθηκαν, για τον προσεχτικό αναγνώστη, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η ελβετικού τύπου ‘Άμεση Δημοκρατία’, δεν είναι παρά μια στολισμένη αστικοδημοκρατική μαϊμού, αλλά στο βαθμό που κάποια στοιχεία της δικαιολογούν αυτό το χαρακτηρισμό, είναι δεμένη χειροπόδαρα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε τελικά να καταντάει διακοσμητικό στοιχείο ενός τμήματος του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, που λειτουργεί ως κλεπταποδόχος της λεηλασίας του πλούτου όλων των χωρών του πλανήτη και ως πλυντήριο όλου του βρώμικου χρήματος που συγκεντρώνουν όλες οι εθνικές και διεθνείς μαφίες από τη διαπλοκή, από τις μίζες και το εμπόριο όπλων, ναρκωτικών, πορνείας, Trafficking, αρχαιοκαπηλίας κ.λπ.. Και είναι αυτός ο ρόλος του κοινού θησαυροφυλακίου όλων των διαπλεκόμενων ελίτ, μεγαλοκλεπτών, ληστών και καταχραστών του πλανήτη, ο λόγος που επιβάλλει τη διατήρηση της ‘ουδετερότητας’ της Ελβετίας, για την οποία ο παραπλανημένος λαός της Ελβετίας νοιώθει υπερήφανος, γιατί ακριβώς δεν γνωρίζει ή δεν θέλει να πιστέψει πως είναι κάλπικη. Ο γνωστός Ελβετός κοινωνιολόγος Jean Ziegler είναι αποκαλυπτικός για τα έργα και τις ημέρες της ‘ελβετικής άμεσης δημοκρατίας’ στα χρόνια της ακμής του χιτλερισμού: «Χωρίς τη βοήθεια της Ελβετίας, η Γερμανία θα είχε ηττηθεί από τον Οκτώβρη  του 1944.(…) Η Ελβετία υποστήριξε ενεργά τη ναζιστική Γερμανία, αφήνοντας ανοιχτές στους Γερμανούς τις συγκοινωνίες βορρά-νότου μέσω του περάσματος του Saint Gothard, παραδίδοντάς τους ποσότητες εξοπλισμού ακριβείας, οπτικών εργαλείων κ.λπ. και ‘ξεπλένοντας’ τα λάφυρα από τις ναζιστικές λεηλασίες, ιδιαίτερα με την ανταλλαγή κλεμμένου χρυσού έναντι χρήσιμου συναλλάγματος (…) To 1941-42 υπολογίζεται ότι το 60% της βιομηχανίας όπλων , το 50% της βιομηχανίας οπτικών οργάνων και το 40% της βιομηχανίας μηχανημάτων εργαζόταν για το Γ Ράιχ (…) Η Ελβετία είχε μια ιδιαίτερη σημασία για το Γ Ράιχ εξαιτίας του ρόλου της στην αγορά χρήματος (…) Ένα μεγάλο μέρος του γερμανικού χρυσού ήταν προϊόν αρπαγών… Οι Ελβετοί αρμόδιοι δεν αγνοούσαν το πρόβλημα του κλεμμένου πολύτιμου μετάλλου (…) Η Ελβετία γλίτωσε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χάρις στην ενεργητική, επιτήδεια και οργανωμένη συνενοχή της με το Γ ΄Ράιχ. Από το 1940 έως το 1945, η ελβετική οικονομία εντάχθηκε σε μεγάλο βαθμό στον οικονομικό χώρο της Μεγάλης Γερμανίας[12]». Ο ρόλος του ελβετικού τραπεζικού συστήματος ήταν πάντα και παραμένει αυτός του κλεπταποδόχου και του πλυντηρίου βρώμικου χρήματος. Αυτός όμως ο ρόλος προϋποθέτει σχέσεις συνεργασίας και εμπιστοσύνης με την παγκόσμια μαφιόζικη καπιταλιστική ολιγαρχία, πράγμα που προφανώς έρχεται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της κυρίαρχης ελβετικής ελίτ περί ελβετικής ουδετερότητας και Άμεσης Δημοκρατίας.

Η μονόπλευρη ουδετερότητα απέναντι στο δίκαιο και στους Λαούς θύματα του Κεφαλαίου, προϊόν της στενής συνεργασίας με τους θύτες, μπορεί να προσφέρει ακόμα στους Ελβετούς κάποιο επίπεδο ευημερίας, επανάπαυσης και συντηρητικών ψευδαισθήσεων, αλλά δεν μπορεί να δικαιολογήσει το χαρακτηρισμό της ιδιόμορφης αστικής-κοινοβουλευτικής, καπιταλιστικής δημοκρατίας τους, ως Άμεση Δημοκρατία, για τον απλούστατο λόγο, πως δεν φτάνει η ‘δημοκρατική γυμναστική’, με κάποια στημένα δημοψηφίσματα για οριακές τροποποιήσεις νόμων ή ακόμα και για επουσιώδεις αλλαγές του Συντάγματός τους, να εμφανίσει τις όποιες ‘αμεσοδημοκρατικές ψευδαισθήσεις’ της κλεπτοκρατίας και των αφελών οπαδών της, ως Άμεση Δημοκρατία. Το Ελβετικό Κόμμα της Εργασίας και πολλοί Ελβετοί που βλέπουν τον κόσμο χωρίς καπιταλιστικές ιδεολογικές παρωπίδες, αγωνίζονται «μαζί με όλες τις δυνάμεις που αντιστέκονται στον καπιταλισμό για να απαλλάξουν την ανθρωπότητα από την εκμετάλλευση και υποστηρίζουν όλους τους ανθρώπους και τις οργανώσεις που είναι πεπεισμένοι πως ένας καλύτερος κόσμος είναι εφικτός…»[13].

Από τα όσα προηγήθηκαν προκύπτει πως καπιταλισμός και Άμεση Δημοκρατία δεν μπορούν, ως αλληλοαποκλειόμενα κοινωνικά συστήματα, να συνυπάρξουν, όσο κι’ αν η προπαγάνδα και η άγνοια προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο.
__________________
* Απόσπασμα από το βιβλίο μου, «Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον Ουμανισμό», ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012, με μοναδική προσθήκη την υποσημείωση 10.


[1] Der Bund kurz erklaert, Scweizerische Eidgenossenschaft, Bundeskanzlei 2008, Seite 10.
[2] http://de.wikipedia.org/wiki/Werner_Stauffacher και wikipedia.org/wiki/Arnold_von_Melchtal
[3] Der Bund kurz erklaert, Scweizerische Eidgenossenschaft, Bundeskanzlei 2008, Seite 14.
[4] Ό. π.
[5] Ό. π.
[6] Ό. π., σελ. 16.
[7] Όλα αυτά τα στοιχεία αντλούνται από το προαναφερθέν επίσημο κείμενο και είναι εντυπωσιακό πως με την επιλεγμένη χρήση συνώνυμων λέξεων επιχειρείται μια υποβάθμιση της ουσίας, όπως για παράδειγμα αντί των όρων Volksinitiative που σημαίνει Λαϊκή Πρωτοβουλία, χρησιμοποιούν τον όρο Volksbegehren που σημαίνει λαϊκή επιθυμία, αλλά και λαϊκή απληστία και αντί των όρων Vorschlag (πρόταση), ή Forderung (αίτημα ή απαίτηση) χρησιμοποιούν τον όρο Anregung που σημαίνει ανακίνηση, παρακίνηση, αλλά και παρόρμηση.
[8] Ό. π., σελ. 17.
[9] Ό. π., σελ. 17.
[10] Η αντίληψη πως ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι ο συντάκτης του ελβετικού συντάγματος είναι πλανημένη, ή και παραπλανητική και δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα. Είναι όμως πραγματικότητα πως ο Ιωάννης Καποδίστριας, ενεργώντας ως διπλωματικός σύμβουλος του Τσάρου αρχικά και ως πληρεξούσιος υπουργός της Ρωσίας για την Ελβετία το 1813, κατάφερε να γεφυρώσει τις διχαστικές διαφωνίες μεταξύ των διάφορων καντονιών της Ελβετίας, να εδραιώσει την ενότητά τους και τελικά να επιβάλλει την πολιτική της Ρωσίας για την ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της Ελβετίας από τη Γαλλία και ενάντια στην Αυστρία που επεδίωκε προνομιακή σχέση ή ακόμα και τη δορυφοροποίηση της Ελβετίας, προτείνοντας σχετικές τροποποιήσεις του ελβετικού συντάγματος. Άλλωστε το σύνταγμα της Ελβετίας αναθεωρήθηκε ριζικά το 1848, δεκαεπτά χρόνια μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, αναβαθμίζοντας την Ελβετία από χαλαρή ‘Ένορκη Συμμαχία’ σε Συνταγματική Ομοσπονδία. Έκτοτε υπέστη πολλές τροποποιήσεις και μεταρρυθμίσεις, οι σημαντικότερες των οποίων είναι η αναθεώρηση του 1874 και του 1891 που καθιέρωσαν τη σημερινή μορφή ‘άμεσης δημοκρατίας’ με κύριο χαρακτηριστικό το θεσμό του Δημοψηφίσματος και της ‘Λαϊκής Πρωτοβουλίας’, χαρακτηριστικά τα οποία δεν είναι αρκετά για να θεμελιώσουν, και μάλιστα σε συνθήκες καπιταλισμού, την πραγματική άμεση δημοκρατία με περιεχόμενο την Αταξική Κοινωνία.
[11] Παπαδοπούλου Λίνα, Παλαιά Ευρώπη Νέα Συντάγματα. Μια περιήγηση στις αναθεωρήσεις των συνταγμάτων της Δυτικής Ευρώπης στο γύρισμα του αιώνα, www.antigone.gr/en/library/files
[12] Ziegler Jean, Η Ελβετία, ο χρυσός και οι νεκροί, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2007, σελ. 27, 37 και 43.
[13] Der Bund kurz erklaert, Scweizerische Eidgenossenschaft, Bundeskanzlei 2008, Seite 21.