Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

"Tο έδαφος είναι ακόμη ελεύθερο για μια άλλη Ευρώπη: μια εκ νέου πολιτικοποιημένη Ευρώπη, θεμελιωμένη πάνω σε ένα συλλογικό σχέδιο χειραφέτησης. Την Ευρώπη που γέννησε την αρχαία ελληνική Δημοκρατία."







Η Πρωτοβουλία Διαλόγου για ένα Νέο Ουμανισμό, έχει φιλοξενήσει και παλιότερα τις απόψεις του Σλαβόι Ζίζεκ, όπως και πολλών άλλων στοχαστών, στα πλαίσια του Οικουμνεικού Διαλόγου για το πρόβλημα της Οικουμένης, που χρειάζεται ένα Οικουμενικό Άνθρωπο, με ένα Οικουμενικό Όραμα και Σχέδιο, για μιά Οικουμενική λύση, που δεν μπορεί να είναι άλλη από την ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΕΝΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΟΥΜΑΝΙΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ. Διαβάστε, συζητήστε και προωθήστε αυτό το κείμενο, καταθέτοντας και τη δική σας άποψη για το πρόβλημα 
και τη λύση του.
Κώστας Λάμπος





Σλαβόι Ζίζεκ: 
Επανάσταση σημαίνει νέα τάξη πραγμάτων





Εκπληκτική επιτυχία σημείωσε η διάλεξη του Σλάβοϊ Ζίζεκ στο ΕΜΠ, την Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010, με θέμα "Ζώντας στην εποχή των τεράτων- Η κρίση, η Ευρώπη, ο Κομμουνισμός".

Από το aristerovima.gr και το  tvxsteam



Επί τρεις ώρες, περίπου δύο χιλιάδες άνθρωποι άκουσαν και συζήτησαν με τον Σλοβένο φιλόσοφο καίρια ζητήματα που αφορούν την κρίση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και της πολυπολιτισμικότητας, τη σύγχρονη δικτατορία των ειδικών και την επίθεση του κεφαλαίου εναντίον της κριτικής σκέψης, τη συστημική βία και το νόημα της κοινωνικής επανάστασης, ως διεργασίας που δεν αρνείται απλώς το υπάρχον, αλλά θεμελιώνει μια νέα κοινωνική τάξη πραγμάτων. Στη συζήτηση συμμετέσχε, με εισηγητική παρέμβαση και ο καθηγητής του πανεπιστημίου του Λονδίνου Κώστας Δουζίνας, ο οποίος διατύπωσε ένα τριπλό "κατηγορώ" εναντίον της συστημικής ελληνικής διανόησης, της κατεστημένης δημοσιογραφίας και των σεχταριστικών τάσεων στις αριστερές ηγεσίες. Τη συζήτηση στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Μ.Α.Χ. συντόνισε ο καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Μανιάτης. Ακολουθεί το (κατά προσέγγιση) κείμενο της ομιλίας του Σλάβοϊ Ζίζεκ.

Η ΔΙΑΛΕΞΗ ΤΟΥ ΣΛΑΒΟΪ ΖΙΖΕΚ ΣΤΟ ΕΜΠ
Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, Αθήνα, 19 Δεκεμβρίου 2010

Λέγεται ότι στην Κίνα, αν πραγματικά μισούν κάποιον, η κατάρα που του εκτοξεύουν είναι: «Είθε να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς»! Στην ανθρώπινη ιστορία, «ενδιαφέροντες καιροί» είναι, στην πραγματικότητα, εποχές αναταραχών, πολέμων και σύγκρουσης για την εξουσία, με βαριές συνέπειες για εκατομμύρια αθώους. Σήμερα, είναι φανερό ότι πλησιάζουμε μια νέα εποχή για την οποία θα αρμόζει η περιγραφή «ενδιαφέροντες καιροί». Μετά από δεκαετίες κοινωνικού κράτους (ή μάλλον υπόσχεσης κοινωνικού κράτους), κατά τις οποίες τα μέτρα λιτότητας περιορίζονταν σε σύντομες περιόδους και συνοδεύονταν από την υπόσχεση ότι τα πράγματα σύντομα θα επέστρεφαν στην ομαλότητα, εισερχόμαστε σε μια νέα περίοδο κατά την οποία η κρίση- ή μάλλον ένα είδος οικονομικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης- μαζί με την ανάγκη κάθε είδους μέτρων λιτότητας (περικοπές επιδομάτων, συρρίκνωση της δωρεάν παιδείας και υγείας, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας κ.α.) γίνονται μόνιμες, σταθερές της καθημερινότητας, ένας νέος τρόπος ζωής.

Τι σημαίνει αυτό για την Αριστερά της εποχής μας; Στην ψυχαναλυτική θεραπεία, οφείλει κανείς να αποσαφηνίσει τι πραγματικά επιθυμεί: Θέλω πράγματι αυτό που νομίζω ότι θέλω; Πάρτε την χαρακτηριστική περίπτωση του συζύγου που έχει εμπλακεί σε μια παθιασμένη εξωσυζυγική σχέση, ονειρευόμενος διαρκώς ότι η γυναίκα του με κάποιο τρόπο θα εξαφανιστεί (θα πεθάνει, θα τον χωρίσει ή ό,τι άλλο), έτσι ώστε να ζήσει μια κανονική ζωή με την ερωμένη του- αλλά όταν έρχεται αυτή η ποθητή στιγμή, ο κόσμος του καταρρέει, καθώς ανακαλύπτει ότι δεν θέλει πια την ερωμένη του. Όπως λέει μια παλιά παροιμία, υπάρχει μόνο ένα πράγμα που είναι χειρότερο από το να μην πετυχαίνεις αυτό που θέλεις- κι αυτό είναι να το πετύχεις! Έτσι λοιπόν, έρχεται σήμερα και για τους αριστερούς διανοούμενους η στιγμή της αλήθειας: Θέλατε πραγματική αλλαγή, ωραία λοιπόν, τώρα θα την έχετε! Πίσω στο 1937, στο έργο του «Ο δρόμος προς την αποβάθρα του Γουίγκαν», ο Τζορτζ Όργουελ περιέγραφε θαυμάσια αυτή τη στάση όταν έγραφε ότι «κάθε επαναστατική γνώμη οφείλει μέρος της δύναμής της στην ανομολόγητη πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει». Οι ριζοσπάστες επικαλούνται την ανάγκη επαναστατικής αλλαγής εν είδει δεισιδαιμονικής τελετουργίας που θα πετύχει το αντίθετό της, εμποδίζοντας να εκδηλωθεί η πραγματική αλλαγή. Κι αν είναι να εκδηλωθεί πραγματική επανάσταση, αυτό πρέπει να συμβεί σε ασφαλή απόσταση: Στην Κούβα, τη Νικαράγουα, τη Βενεζουέλα… έτσι ώστε, ενώ η καρδιά μου θα ζεσταίνεται όσο σκέφτομαι τα μακρινά γεγονότα, εγώ θα μπορώ να συνεχίζω την ακαδημαϊκή μου καριέρα.

Αυτή η οικονομική κατάσταση μόνιμης έκτακτης ανάγκης δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την υπονομετική, πνευματική δουλειά, που δεν έχει άμεση, «πρακτική» εφαρμογή. Το αντίθετο: σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι ο κομμουνισμός αρχίζει με αυτό που ο Καντ, στο περίφημο δοκίμιό του «Τι είναι Διαφωτισμός», αποκαλεί «δημόσια χρήση του ορθού λόγου», δηλαδή με την εξισωτική οικουμενικότητα της σκέψης. Όταν ο Απόστολος Παύλος λέει ότι, από τη σκοπιά του Χριστιανού, «δεν υπάρχουν άνδρες και γυναίκες, ούτε Εβραίοι και Έλληνες», διατυπώνει την ιδέα ότι οι αναφορές σε εθνικές ρίζες, ταυτότητες κλπ δεν αποτελούν κατηγορίες της αλήθειας, ή, για να το θέσουμε ακριβώς με Καντιανούς όρους, όταν αναφερόμαστε σε εθνικές ρίζες, ασκούμε την ιδιωτική χρήση του λόγου, η οποία περιορίζεται από ιδιαίτερα, δογματικά προτάγματα, δηλαδή δρούμε ως «ανώριμοι» ιδιώτες και όχι ως ελεύθεροι άνθρωποι, οι οποίοι ενεργούν στη διάσταση του οικουμενικού λόγου. Για τον Καντ, ο δημόσιος χώρος της «παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών» σηματοδοτεί το παράδοξο της οικουμενικής μοναδικότητας, του μοναδικού υποκειμένου το οποίο, με ένα είδος βραχυκυκλώματος, προσπερνώντας τη διαμεσολάβηση του ιδιαίτερου, συμμετέχει απ’ ευθείας στο Οικουμενικό. Υπό αυτό το πρίσμα, το “ιδιωτικό” δεν είναι το υλικό της ατομικότητάς μας σε αντιδιαστολή με τους κοινοτικούς δεσμούς, αλλά η ίδια η κοινοτική- θεσμική τάξη της ιδιαίτερης ταυτότητάς μας.

Ο αγώνας μας οφείλει λοιπόν να στρέφεται προς εκείνες τις πλευρές της τρέχουσας «αναδιάρθρωσης» που δημιουργούν απειλές στον ελεύθερο, δημόσιο χώρο, σε διεθνική κλίμακα. Παράδειγμα θα μπορούσε να αποτελέσει η λεγόμενη «Διαδικασία της Μπολώνια», που έχει ξεκινήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο «την εναρμόνιση της αρχιτεκτονικής της ανώτατης εκπαίδευσης σε ευρωπαϊκή κλίμακα»- στην πραγματικότητα μια επίθεση στη δημόσια χρήση του ορθού λόγου. Κοινός παρονομαστής αυτών των αλλαγών είναι η πίεση για υποταγή της ανώτατης εκπαίδευσης στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων της κοινωνίας μέσω της παραγωγής εξειδικευμένων γνώσεων. Αυτό που εξαφανίζεται εδώ είναι η πραγματική αποστολή της επιστημονικής σκέψης: όχι μόνο να προσφέρει λύσεις σε προβλήματα που τίθενται από την «κοινωνία»- στην πραγματικότητα, από το κράτος και το κεφάλαιο- αλλά να στοχαστεί πάνω στην ίδια τη μορφή αυτών των προβλημάτων και να διακρίνει το πρόβλημα που υπάρχει στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε το πρόβλημα. Η αναγωγής της ανώτατης εκπαίδευσης στο έργο της παραγωγής κοινωνικά χρήσιμης, εξειδικευμένης γνώσης αποτελεί παραδειγματική έκφραση της Καντιανής «ιδιωτικής χρήσης του ορθού λόγου»- δηλαδή, της υποταγμένης σε αυθαίρετες, δογματικές απαιτήσεις- στο πλαίσιο του σημερινού, παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Έχει μεγάλη σημασία να συνδέσουμε την πίεση για εναρμόνιση της ανώτατης εκπαίδευσης με πρακτικές ανάγκες- όχι μόνο με τη μορφή της ευθείας ιδιωτικοποίησης ή των δεσμών με τις επιχειρήσεις, αλλά και με τη γενικότερη έννοια του προσανατολισμού της προς την παραγωγή εξειδικευμένης γνώσης, που θα μας βοηθήσει να επιλύσουμε συγκεκριμένα, πρακτικά προβλήματα- με τη διαδικασία της «περίφραξης» (enclosure) των πνευματικών προϊόντων που κανονικά θα έπρεπε να ανήκουν στην ανθρώπινη κοινότητα, δηλαδή με την ιδιωτικοποίηση της γενικής διάνοιας (σ.τ.μ. general intellect στον Μαρξ). Αυτή η διαδικασία αποτελεί μέρος ενός καθολικού μετασχηματισμού στον τρόπο της ιδεολογικής έγκλησης (σ.τ.μ. όρος που παραπέμπει στον Λουί Αλτουσέρ). Η καπιταλιστική νεωτερικότητα επέβαλε τη διπλή ηγεμονία του δημόσιου, σχολικού συστήματος και της ιδεολογίας του νόμου. Οι ιδιώτες μεταμορφώθηκαν σε νομικά υποκείμενα μέσω της υποχρεωτικής, καθολικής εκπαίδευσης, ενώ τα υποκείμενα εγκαλούνται από την νομική τάξη πραγμάτων ως πατριώτες, ελεύθεροι πολίτες. Έτσι διατηρήθηκε το χάσμα ανάμεσα στον μπουρζουά και τον πολίτη, ανάμεσα στον εγωιστή- χρησιμοθηρικό ιδιώτη που ασχολείται με τα ιδιωτικά του συμφέροντα και τον πολίτη που αφιερώνεται στο καθολικό πεδίο του κράτους. Στο βαθμό που, στην αυθόρμητη αντίληψη περί ιδεολογίας, η τελευταία περιορίζεται στην καθολική σφαίρα του πολίτη, ενώ η ιδιωτική σφαίρα των εγωιστικών συμφερόντων παραμένει «προ- ιδεολογική», το ίδιο το χάσμα μεταξύ ιδεολογίας και μη ιδεολογίας γίνεται κομμάτι της (σ.σ. κυρίαρχης, αστικής) ιδεολογίας. Αυτό που συνέβη στο τελευταίο στάδιο του μεταμοντέρνου καπιταλισμού, μετά το 1968, είναι ότι η ίδια η οικονομία- η λογική της αγοράς και του ανταγωνισμού- επιβλήθηκε βαθμιαία ως η ηγεμονική ιδεολογία:

-Στην εκπαίδευση, γινόμαστε μάρτυρες της βαθμιαίας αποδιάρθρωσης του κλασικού, αστικού Ιδεολογικού Μηχανισμού του Κράτους, του δημόσιου σχολείου. Το σχολικό σύστημα γίνεται ολοένα και λιγότερο υποχρεωτικό δίκτυο, ανυψωμένο υπεράνω της αγοράς και οργανωμένο κατευθείαν από το κράτος, φορέας των αξιών του διαφωτισμού- ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα. Στο όνομα της ιερής φόρμουλας «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα», διαπερνάται βαθμιαία από διάφορες μορφές εταιρικών σχέσεων δημοσίου- ιδιωτικού.

-Στο επίπεδο της οργάνωσης και της νομιμοποίησης της εξουσίας, το εκλογικό σύστημα γίνεται αντιληπτό ολοένα και περισσότερο ως μοντέλο ανταγωνισμού της αγοράς: οι εκλογές μοιάζουν με εμπορική ανταλλαγή, όπου οι ψηφοφόροι «αγοράζουν» το πακέτο υπηρεσιών διατήρησης της τάξης, δίωξης του εγκλήματος και πάει λέγοντας, με κριτήριο τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Στο όνομα της ίδιας φόρμουλας- «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα»- λειτουργίες που άλλοτε αποτελούσαν αποκλειστικότητα της κρατικής εξουσίας, όπως οι φυλακές, τώρα ιδιωτικοποιούνται. Ο στρατός δεν βασίζεται πλέον στην καθολική θητεία, αλλά στελεχώνεται από μισθοφόρους.

-Ακόμη και το πεδίο των διαπροσωπικών, συναισθηματικών σχέσεων οργανώνεται ολοένα και περισσότερο βάσει των γραμμών που καθορίζουν οι σχέσεις της αγοράς. Ο Αλέν Μπαντιού ανέπτυξε τον παραλληλισμό ανάμεσα στη σύγχρονη αναζήτηση ερωτικού συντρόφου ή συζύγου μέσω οργανωμένων πρακτορείων του είδους και στην πανάρχαια διαδικασία της προεπιλογής του γαμπρού ή της νύφης από τους γονείς. Και στις δύο περιπτώσεις, το ρίσκο του να ερωτευθεί κανείς αίρεται, το τυχαίο στο ερωτικό παιχνίδι εξαφανίζεται χάρη στους προηγηθέντες διακανονισμούς που παίρνουν υπ΄ όψιν όλα τα υλικά και ψυχολογικά συμφέροντα των ενδιαφερόμενων μερών. Να γιατί τα γραφεία συνοικεσίων είναι κατ΄ εξοχήν αντιερωτικοί μηχανισμοί. Το στοίχημα είναι να οργανώσουν τον έρωτα ως πραγματική, ελεύθερη επιλογή- διαλέγω τον υποψήφιο που μου ταιριάζει περισσότερο, αφού επιθεωρήσω προσεκτικά τον κατάλογο των υποψηφίων.

Είναι λογικό λοιπόν, από τη στιγμή που η οικονομία θεωρείται ότι δεν ανήκει στην ιδεολογική σφαίρα, αυτός ο νέος, γενναίος κόσμος της καθολικής εμπορευματοποίησης να προβάλλεται ως μετα- ιδεολογικός. Φυσικά, οι Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους (ΙΜΚ) είναι πάντα παρόντες- και μάλιστα περισσότερο από ποτέ. Ωστόσο, από τη στιγμή που η ιδεολογία, στην αντίληψη που έχει για τον εαυτό της, αναφέρεται σε υποκείμενα, σε αντίθεση με τους προ- ιδεολογικούς ιδιώτες, αυτή η ηγεμονία της ιδεολογικής σφαίρας δεν μπορεί παρά να εμφανισθεί ως απουσία ιδεολογίας. Αυτό σημαίνει όχι ότι η ιδεολογία απλώς αντανακλά την οικονομία, όπως το εποικοδόμημα αντανακλά τη βάση του, αλλά ότι η οικονομία λειτουργεί εδώ η ίδια ως ιδεολογικό μοντέλο. Έτσι, νομιμοποιούμαστε πλήρως να πούμε ότι λειτουργεί ως ΙΜΚ- σε αντίθεση με την «πραγματική» οικονομική ζωή, η οποία ξεκάθαρα δεν ακολουθεί το εξιδανικευμένο μοντέλο της ελεύθερης αγοράς.

Η πλήρης μετατροπή της ιδεολογίας σε φυσική κατάσταση πραγμάτων (εξάλειψη της ιδεολογίας από την ίδια την ιδεολογία) επιβάλλει ένα δυσάρεστο, αλλά αναπόδραστο συμπέρασμα αναφορικά με την παγκόσμια, κοινωνική δυναμική του καιρού μας: Σήμερα, είναι ο καπιταλισμός που εμφανίζεται πραγματικά ως επαναστατικός, καθώς κατά τις τελευταίες δεκαετίες μεταμόρφωσε ολόκληρο το τοπίο, από τις τεχνολογίες μέχρι την ιδεολογία, ενώ τόσο οι συντηρητικοί, όσο και οι σοσιαλδημοκράτες κατά κανόνα απλώς αντιδρούσαν σε αυτές τις αλλαγές, προσπαθώντας εναγωνίως να διατηρήσουν κάποια από τα παλαιά κεκτημένα. Σε έναν παρόμοιο αστερισμό, η ίδια η ιδέα του ριζικού, κοινωνικού μετασχηματισμού μπορεί να ακούγεται σαν αδύνατο όνειρο, αλλά ο όρος «αδύνατο» επιβάλει να σταματήσουμε λίγο και να σκεφτούμε. Σήμερα, το δυνατό και το αδύνατο κατανέμονται κατά έναν παράξενο τρόπο, έτσι που και τα δύο εκρήγνυνται ταυτόχρονα στην υπερβολή. Από τη μια πλευρά, στα πεδία των προσωπικών ελευθεριών και της επιστήμης- τεχνολογίας, ακούμε ότι «τίποτα δεν είναι αδύνατο». Μπορούμε να απολαύσουμε το σεξ σε όλες τις διεστραμμένες εκδοχές του, να κατεβάσουμε από το Διαδίκτυο ολόκληρα αρχεία μουσικής, κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ ακόμη και τα διαστημικά ταξίδια είναι προσιτά στον καθένα που μπορεί να τα πληρώσει. Ανοίγεται η προοπτική της βελτίωσης των φυσικών και ψυχικών δυνατοτήτων μας μέσω επεμβάσεων στο γονιδίωμα. Ακόμη και το τεχνοκρατικό όνειρο της αθανασίας μπορεί με μια έννοια να επιτευχθεί, μέσω της μετατροπής της ταυτότητάς μας σε λογισμικό, το οποίο θα μπορεί να φορτωθεί σε ένα άλλο σώμα- «hardware».

Από την άλλη, στο πεδίο των οικονομικο- κοινωνικών σχέσεων, η εποχή μας αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως εποχή της ωριμότητας, στην οποία, με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, η ανθρωπότητα εγκατέλειψε τις παλιές, χιλιαστικές ουτοπίες και αποδέχθηκε τις δεσμεύσεις που επιβάλλει η πραγματικότητα- διάβαζε: η καπιταλιστική, οικονομικο- κοινωνική πραγματικότητα- με όλα τα αδύνατα που ορθώνει μπροστά μας. Η εντολή «δεν» είναι το σύνθημα της ημέρας: Δεν μπορείς να συμμετάσχεις σε μεγάλα, συλλογικά εγχειρήματα, τα οποία αναγκαστικά θα καταλήξουν στον τρόμο του ολοκληρωτισμού. Δεν μπορείς να αγκιστρωθείς στο παλιό κράτος πρόνοιας, το οποίο σε κάνει μη ανταγωνιστικό και οδηγεί σε οικονομική κρίση. Δεν μπορείς να απομονωθείς από την παγκόσμια αγορά, κλπ, κλπ. Στη ιδεολογική εκδοχή της, η οικολογία έρχεται να προσθέσει τον δικό της κατάλογο των αδύνατων, των απαγορευτικών ορίων- π.χ. απαγορεύεται αν αυξηθεί η παγκόσμια θερμοκρασία ένα ή δύο βαθμούς παραπάνω- που βασίζονται επίσης σε κάποιες «εκτιμήσεις ειδικών». Ο λόγος είναι ότι ζούμε σε μια μετα- πολιτική εποχή μετατροπή της οικονομίας σε δεύτερη Φύση: οι πολιτικές αποφάσεις παρουσιάζονται κατά κανόνα ως επιταγές μιας αμιγώς οικονομικής αναγκαιότητας- όταν επιβάλλονται μέτρα λιτότητας, μας λένε ξανά και ξανά ότι είναι εντελώς αναγκαία. Επομένως, έχει έρθει ίσως η ώρα να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας περί δυνατού και αδύνατου: Κάτι λάθος πρέπει να υπάρχει σε έναν κόσμο όπου είναι δυνατό να γίνουμε αθάνατοι, αλλά αδύνατο να ξοδέψουμε λίγο περισσότερα χρήματα για την εκπαίδευση.

Το πρόβλημα εδώ είναι βαθύτερο από ό,τι εμφανίζεται: Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του σημερινού καπιταλισμού είναι η ιδιωτικοποίηση αυτού που ο Μαρξ ονόμασε «γενική διάνοια» - ένα ζήτημα που βρίσκεται στον πυρήνα της διαπάλης γύρω από τα πνευματικά δικαιώματα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η οικονομική εκμετάλλευση με την κλασική, μαρξιστική έννοια δεν είναι πλέον δυνατή, γι αυτό είναι ανάγκη να επιβάλλεται ολοένα και περισσότερο με χρήση του νομικού οπλοστασίου, δηλαδή εξωοικονομικών δυνάμεων. Να γιατί γίνεται αναγκαία, ολοένα και περισσότερο, η απ’ ευθείας ενεργοποίηση της εξουσίας, ώστε να επιβληθούν οι αυθαίρετες, νομικές προϋποθέσεις για την απόσπαση ρέντας (προσόδου), κάτι που δεν διασφαλίζεται «αυθόρμητα», από τη λειτουργία της αγοράς. Ίσως εδώ βρίσκεται η θεμελιώδης αντίθεση του σύγχρονου, «μεταμοντέρνου» καπιταλισμού. Ενώ η λογική του είναι η απορρύθμιση, το λιγότερο κράτος, η νομαδική- μη εδαφική ανάπτυξη κλπ, η βασική τάση της «μετατροπής του κέρδους σε ρέντα» σηματοδοτεί τον ενισχυμένο ρόλο του κράτους, του οποίου η ρυθμιστική (και όχι μόνο) λειτουργία είναι πανταχού παρούσα. Η δυναμική απορρύθμιση συνυπάρχει και στηρίζεται σε ολοένα και περισσότερο αυταρχικές παρεμβάσεις του κράτους και των μηχανισμών του. Αυτό λοιπόν που μπορούμε να διακρίνουμε στον ορίζοντα της ιστορικής εξέλιξης είναι μια κοινωνία στην οποία η ελευθεριακή, ηδονιστική ζωή των ατόμων συνυπάρχει με (και συντηρείται από) ένα σύνθετο δίκτυο ρυθμιστικών, κρατικών μηχανισμών. Αντί να εξαφανίζεται, το κράτος ενισχύεται στις μέρες μας.

Για να θέσουμε το ζήτημα λίγο διαφορετικά, ο σύγχρονος καπιταλισμός προκαλεί καταστάσεις όπου απαιτούνται μεγάλης κλίμακας κρατικές παρεμβάσεις, αλλά το πρόβλημα είναι ότι το κοινοβουλευτικό- δημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο δεν επιτρέπει γρήγορες, ριζοσπαστικές παρεμβάσεις. Ξαφνικές χρηματοπιστωτικές κρίσεις, οικολογικές καταστροφές, μεγάλης κλίμακας οικονομικές αναδιαρθρώσεις- όλα αυτά απαιτούν ένα σώμα με καθαρή εξουσιοδότηση να επιβάλει γρήγορα αποτελεσματικά αντίμετρα, παρακάμπτοντας τις αβρότητες των μακρόσυρτων, δημοκρατικών διαβουλεύσεων. Θυμηθείτε τη χρηματοπιστωτική κατάρρευση του φθινοπώρου του 2008: Ο πανικός ήταν απόλυτος και επέβαλε σε χρόνο μηδέν μια διεθνική, διαπαραταξιακή συμπαράταξη, όπου όλες οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των ηγετών του κόσμου προσωρινά ξεχάστηκαν ώστε να αποτραπεί Η καταστροφή. Αυτό που σήμανε η περιλάλητη διακομματική συναίνεση, που τόσο εξύμνησαν οι Αμερικανοί, είναι ότι η δημοκρατία είχε ντε φάκτο αρθεί: Δεν υπήρχε χρόνος για να αναλωθεί κανείς σε συνήθεις, δημοκρατικές διαδικασίες, επομένως αυτοί που ήταν αντίθετοι με το σχέδιο, στους κόλπους του αμερικανικού Κογκρέσου, αναγκάστηκαν πολύ γρήγορα να ευθυγραμμιστούν με την κυρίαρχη γραμμή. Μπους, Μακέιν και Ομπάμα σχημάτισαν ενιαίο μέτωπο, εξηγώντας στην αμήχανη κοινή γνώμη ότι δεν υπήρχε χρόνος για παρατεταμένη, δημοκρατική συζήτηση- βρισκόμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, επομένως πρέπει να πάρουμε άμεσα μέτρα. Δεν είναι να εκπλήσσεται κανείς που, σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, αυταρχικά καθεστώτα σαν εκείνο της Κίνας αποδεικνύονται αποτελεσματικότερα από τις σύγχρονες δημοκρατίες.

Οι κομμουνιστές που βρίσκονται στην εξουσία είναι σήμερα οι πιο δυναμικοί καπιταλιστές. Μήπως δεν είναι αυτό η έσχατη ένδειξη θριάμβου του καπιταλισμού; Μια άλλη ένδειξη αυτού του θριάμβου είναι το γεγονός ότι η κυρίαρχη ιδεολογία μπορεί να ανέχεται αυτό που εμφανίζεται ως ανελέητη κριτική. Δεν έχουμε έλλειμμα αντικαπιταλισμού στις μέρες μας, αντίθετα γινόμαστε μάρτυρες πληθωρικής κριτικής στα δεινά που συσσωρεύει ο καπιταλισμός. Βιβλία, εφημερίδες, τηλεοπτικές εκπομπές στηλιτεύουν κατά κόρον ασύδοτες εταιρείες που μολύνουν το περιβάλλον, διεφθαρμένους τραπεζίτες που συνεχίζουν να εισπράττουν γενναία μπόνους ενώ οι τράπεζές τους διασώζονται με δημόσια κονδύλια, για βιομηχανικά κάτεργα που εκμεταλλεύονται υπερωριακή παιδική εργασία και πάει λέγοντας. Υπάρχει όμως μια παγίδα σε όλο αυτό το χείμαρρο της κριτικής: Αυτό που δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση είναι το δημοκρατικό- φιλελεύθερο πλαίσιο της πάλης εναντίον αυτών των ακροτήτων. Ο ρητός ή υπόρρητος στόχος είναι ο εκδημοκρατισμός του καπιταλισμού, η επέκταση του δημοκρατικού ελέγχου στην οικονομία, μέσω της πίεση των μέσων ενημέρωσης, των κοινοβουλευτικών επιτροπών ελέγχου, της σκληρότερης νομοθεσίας, των εισαγγελικών παρεμβάσεων κλπ- χωρίς όμως ποτέ να αμφισβητείται το θεσμικό πλαίσιο της αστικής νομιμότητας. Αυτή είναι η ιερή αγελάδα που δεν τολμούν να αγγίξουν ακόμη και οι τις πιο ριζοσπαστικές μορφές «ηθικού καπιταλισμού», όπως τα κινήματα τύπου Σιάτλ και Πόρτο Αλέγκρε.

Εδώ είναι που η θεμελιώδης θέση του Μαρξ παραμένει ισχυρή, ίσως μάλιστα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Για τον Μαρξ, το ζήτημα της ελευθερίας δεν τοποθετείται πρωταρχικά στην καθ’ εαυτήν πολιτική σφαίρα- όπως το θέλει η αντίληψη των δυτικών θεσμών, που όταν θέλουν να κρίνουν το βαθμό φιλελευθερισμού μιας χώρας θέτουν τα ερωτήματα: Έχει ελεύθερες εκλογές; Έχει ανεξάρτητη δικαιοσύνη; Είναι ο Τύπος ελεύθερος από κρυφές πιέσεις; Γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα; Το κλειδί για την πραγματική ελευθερία βρίσκεται περισσότερο στο «μη πολιτικό» δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων, από την αγορά μέχρι την οικογένεια, όπου η απαιτούμενη αλλαγή δεν είναι η πολιτική μεταρρύθμιση, αλλά ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων- ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ επαναστατική, ταξική πάλη, όχι δημοκρατικές εκλογές ή άλλα πολιτικά μέτρα με τη στενή έννοια του όρου. Δεν ψηφίζουμε για να αποφασίσουμε ποιος θα κατέχει τι ή για τις σχέσεις εργατών- διευθυντών στο εργοστάσιο. Όλα αυτά αφήνονται σε διαδικασίες εκτός της πολιτικής σφαίρας και είναι αυταπάτη να πιστέψουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε την κατάσταση πραγμάτων απλώς «επεκτείνοντας» τη δημοκρατία σ’ αυτή τη σφαίρα- π.χ. οργανώνοντας «δημοκρατικές» τράπεζες υπό λαϊκό έλεγχο. Η ριζοσπαστική αλλαγή σε αυτό το πεδίο βρίσκεται έξω από τη σφαίρα των νομικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Φυσικά, παρόμοιες δημοκρατικές διαδικασίες μπορεί να παίξουν θετικό ρόλο. Παραμένουν όμως στοιχεία του αστικού κράτους, σκοπός του οποίου είναι να εγγυηθεί την ομαλή αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Στενά συνδεδεμένη με την αναγκαία αποφετιχοποίηση των «δημοκρατικών θεσμών» είναι η αποφετιχοποίηση του αρνητικού τους αντίστοιχου: της βίας. Ο Μπαντιού πρότεινε πρόσφατα τη φόρμουλα της «αμυντικής βίας». Πρέπει να καταγγείλουμε τη βία (π.χ. τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας) ως βασικό τρόπο δράσης να στραφούμε στην οικοδόμηση ελεύθερων χώρων σε απόσταση από την κρατική εξουσία, έξω από την κυριαρχία της (όπως έγινε με την πρώιμη «Αλληλεγγύη» στην Πολωνία), όπου η προβολή βίαιης αντίστασης θα περιορίζεται στις προσπάθειες του κράτους να συντρίψει διά της βίας και να επανακτήσει τον έλεγχο παρόμοιων «απελευθερωμένων ζωνών». Το πρόβλημα με αυτή τη στρατηγική είναι ότι στηρίζεται σε μια βαθειά προβληματική διάκριση μεταξύ «ομαλής» λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού και «υπερβάλλουσας» χρήσης κρατικής βίας. Ωστόσο είναι αδύνατο να διαχωρίσει κανείς τη βία από την ίδια την ύπαρξη της αγοράς και του κράτους. Στην παρέμβασή του στο Αριστερό Φόρουμ του Λονδίνου, το 2010, ο Τζον Χόλογουεϊ, άρτι αφιχθείς από την Ελλάδα, ανέφερε ως παράδειγμα άσκησης του κομμουνισμού ένα πάρκο στην Αθήνα που είχε καταληφθεί από διαδηλωτές και λειτουργούσε ως απελευθερωμένη ζώνη, με αφίσες στις εισόδους του που έγραφαν «Απαγορεύεται η είσοδος στον καπιταλισμό». Στο εσωτερικό του, απαγορευόταν η εμπορευματοποίηση, οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι να συγκεντρώνονται, να χορεύουν, να συζητούν. Αλλά οι καπιταλιστές αναμφίβολα θα χαιρέτιζαν παρόμοιες νησίδες ως ζώνες αναψυχής που δίνουν στους εργάτες τους μεγαλύτερη ζωτικότητα όταν επιστρέφουν στη δουλειά. Οφείλουμε λοιπόν να είμαστε προσεκτικοί όταν ακούμε για παρόμοιες ζώνες απόσυρσης, όπου ο Μπαντιού συναντά τον Χόλογουεϊ. Είναι εύκολο να πει κανείς ότι, δεδομένων των καταστροφικών αποτελεσμάτων που είχε το κομμουνιστικό κίνημα του εικοστού αιώνα, με τον προσήλωσή του στην κατάληψη της εξουσίας, οφείλουμε να καταγγείλουμε τη βία, περιορίζοντάς την στην προάσπιση ελεύθερων χώρων απόσυρσης. Ωστόσο, οφείλει κανείς να λάβει εξίσου υπόψη πως αυτοί που ασκούν το κρατικό μονοπώλιο στη βία πάντα αγαπούν εκείνους που διατείνονται ότι τα προβλήματα είναι «βαθύτερα» από το ποιος έχει την εξουσία, αφού τέτοιου είδους άνθρωποι δεν αντιπροσωπεύουν καμία απειλή για την κυριαρχία τους.

Που βρισκόμαστε λοιπόν σήμερα; Ο Μπαντιού περιγράφει έξοχα την μετα- σοσιαλιστική τάξη πραγμάτων με την έκφραση: «Αυτή η προβληματική κατάσταση, όπου βλέπουμε το Κακό να χορεύει πάνω στα ερείπια του Κακού». Δεν υπάρχει εδώ χώρος για οποιαδήποτε νοσταλγία, τα κομμουνιστικά καθεστώτα ήταν «κακά», αλλά το πρόβλημα είναι ότι αυτό που το αντικατέστησε ήταν επίσης «κακό», αν και με διαφορετικό τρόπο.

Αν σ’ αυτές τις συνθήκες το κομμουνιστικό σχέδιο πρέπει να ανανεωθεί ως πραγματική εναλλακτική λύση στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, τότε οφείλουμε να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, με μια καθαρή ρήξη με την εμπειρία του κομμουνισμού του εικοστού αιώνα. Πρέπει επίσης να μην ξεχνάμε ότι το 1990 ήταν η ήττα όχι μόνο του κομμουνιστικού κρατικού σοσιαλισμού, αλλά και η ήττα της δυτικής σοσιαλδημοκρατίας. Να γιατί είναι εντελώς εσφαλμένο να εναποθέτει κανείς ελπίδες σε ισχυρά (πλήρως κυρίαρχα) έθνη- κράτη, τα οποία θα μπορούσαν, υποτίθεται, να υπερασπιστούν τα κεκτημένα του κοινωνικού κράτους, απέναντι σε υπερεθνικά σώματα όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία, κατά την ίδια εκδοχή, λειτουργεί ως όργανο του παγκόσμιου κεφαλαίου στην υπηρεσία της αποδόμησης των υπολειμμάτων κοινωνικού κράτους. Από αυτό το σημείο, απέχουμε μόνο ένα βήμα μέχρι να αποδεχθούμε τη «στρατηγική συμμαχία» με την εθνικιστική Δεξιά, η οποία ανησυχεί για τη διάλυση της εθνικής ταυτότητας στην πολυεθνική Ευρώπη.

Στις 17 Οκτωβρίου, η Άγκελα Μέρκελ δήλωσε: «Αυτή η πολυπολιτισμική προσέγγιση, που λέει ότι ζούμε ευτυχισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, απέτυχε. Απέτυχε οικτρά». Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ήταν συνεπής, απηχώντας με καθυστέρηση δύο ετών τη συζήτηση περί Leitkultur (κυρίαρχου πολιτισμού), τότε που οι συντηρητικοί επέμεναν ότι κάθε κράτος στηρίζεται σε έναν πολιτισμό, τον οποίο οι υπόλοιπες εθνικές ομάδες που ζουν στην επικράτεια του κράτους οφείλουν να σέβονται. Αντί να παριστάνουμε τις ευγενικές ψυχές που θρηνούν για την αναδυόμενη, ρατσιστική Ευρώπη, την οποία αναγγέλλουν παρόμοιες δηλώσεις, θα έπρεπε να σκεφτούμε αυτοκριτικά και να αναρωτηθούμε σε ποιο βαθμό η δική μας, αφηρημένη αντίληψη περί πολυπολιτισμικότητας συνέβαλε στη δυσάρεστη τροπή των εξελίξεων. Η σύγκρουση περί πολυπολιτισμικότητας είναι όντως σύγκρουση περί Leitkultur: Δεν είναι σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών, αλλά σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών αντιλήψεων για το πώς θα μπορούσαν να συνυπάρχουν οι διαφορετικοί πολιτισμοί, σύγκρουση γύρω από τους κανόνες και τις πρακτικές που αυτοί οι πολιτισμοί οφείλουν να μοιράζονται αν πρόκειται να συνυπάρξουν. Επομένως, οφείλει κανείς να αποφύγει να πιαστεί στην παγίδα του φιλελεύθερου παιχνιδιού «πόση ανεκτικότητα μπορούμε να δείξουμε για τον Άλλο»- αν μπορούμε να δείξουμε ανεκτικότητα όταν δέρνουν τις γυναίκες τους, όταν κανονίζουν τους γάμους των παιδιών τους, όταν καταπιέζουν τους ομοφυλόφυλους και πάει λέγοντας. Σ’ αυτό το επίπεδο, φυσικά, ποτέ δεν είμαστε αρκετά ανεκτικοί, ή ίσως είμαστε ήδη υπερβολικά ανεκτικοί, παραμερίζοντας τα δικαιώματα των γυναικών, για παράδειγμα. Ο μόνος τρόπος να βγούμε από το αδιέξοδο είναι να προτείνουμε και να παλέψουμε για ένα θετικό, οικουμενικό σχέδιο, το οποίο θα μοιράζονται όλα τα μέρη. Να γιατί κρίσιμο ζήτημα για όλους όσοι αγωνίζονται σήμερα για τη χειραφέτηση είναι να πάνε πιο μακριά από τον απλό σεβασμό του άλλου, σε μια θετική Leitkultur κοινωνικής χειραφέτησης, της μόνης που μπορεί να εγγυηθεί τη συνύπαρξη και μίξη διαφορετικών πολιτισμών.

Στη Δυτική και την Ανατολική Ευρώπη, υπάρχουν σημάδια μακροπρόθεσμης αναδιάταξης του πολιτικού χώρου. Μέχρι πρόσφατα, στο πολιτικό σκηνικό κυριαρχούσαν δύο κόμματα που απευθύνονταν στο σύνολο του εκλογικού σώματος, η κεντροδεξιά (χριστιανοδημοκράτες, συντηρητικοί κ.α.) και η κεντροαριστερά (σοσιαλιστές ή σοσιαλδημοκράτες), ενώ μικρότερα κόμματα απευθύνονταν σε περιορισμένα τμήματα του εκλογικού σώματος (οικολόγοι, φιλελεύθεροι κ.α.). Τώρα, αναδύεται σταδιακά ένα κόμμα που υπερασπίζεται τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό σαν τέτοιο, συνήθως με σχετικά ανεκτική στάση σε ζητήματα όπως οι αμβλώσεις, τα δικαιώματα των ομοφυλοφύλων, των θρησκευτικών και εθνικών μειονοτήτων κλπ. Σε αντιπαράθεση με αυτό το κόμμα τοποθετείται ένα ολοένα και ισχυρότερο αντιμεταναστευτικό, λαϊκιστικό κόμμα το οποίο συνορεύει με ανοιχτά ρατσιστικές, νεοφασιστικές ομάδες. Παραδειγματική περίπτωση από αυτή την άποψη είναι η Πολωνία: Μετά την εξαφάνιση των πρώην κομμουνιστών, τα βασικά κόμματα είναι το «αντι- ιδεολογικό», κεντρώο, φιλελεύθερο κόμμα του πρώην πρωθυπουργού Ντόναλντ Ντουσκ και το συντηρητικό, χριστιανικό κόμμα των αδελφών Κατσίνσκι. Ο Μπερλουσκόνι, στην Ιταλία, αποδεικνύει ότι και αυτή, η έσχατη μορφή αντιπολίτευσης δεν είναι αξεπέραστη: Το ίδιο κόμμα, το Forza Italia, μπορεί να είναι ταυτόχρονα το κόμμα του παγκόσμιου καπιταλισμού και να ενσωματώνει τη λαϊκιστική τάση εναντίον των μεταναστών. Στην απολίτικη σφαίρα της μετα- ιδεολογικής διοίκησης, ο μόνος τρόπος να κινητοποιήσει κανείς τις μάζες είναι να τους ξυπνήσει το φόβο (για τους μετανάστες, δηλαδή για τον πλησίον).

Μήπως δεν είναι το Tea Party των Ηνωμένων Πολιτειών η αμερικανική εκδοχή αυτού του λαϊκισμού της Δεξιάς που αναδύεται σταδιακά ως η μόνη πραγματική αντιπολίτευση στη φιλελεύθερη συναίνεση; Φυσικά, το Tea Party έχει ορισμένα χαρακτηριστικά αμιγώς αμερικανικά, που μας επιτρέπουν να προβλέψουμε με ασφάλεια ότι η άνοδός του θα συνδεθεί με την περαιτέρω πτώση της αμερικανικής ισχύος στον κόσμο. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει, όμως, η σύγκρουση μεταξύ ρεπουμπλικανικού κατεστημένου και Tea Party, που ήδη εκδηλώνεται εδώ κι εκεί: Επικεφαλής μεγάλων τραπεζών συναντήθηκαν ήδη με τους ηγέτες των Ρεπουμπλικανών που τους υποσχέθηκαν ότι θα ανακαλέσουν το νόμο του Βόλκερ για τον περιορισμό της κερδοσκοπίας που οδήγησε στην κατάρρευση του 2008. Το Tea Party έθεσε ως πρώτο στόχο του να επεκταθούν οι φοροαπαλλαγές του Μπους για τους πολύ πλούσιους, προσθέτοντας έτσι εκατοντάδες δισεκατομμύρια σε ένα έλλειμμα που υποτίθεται ότι καταπολεμά. Στα μέσα του 2009, καθόμουν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στις Συρακούσες, κάνοντας ζάπινγκ. Το ένα κανάλι έδειχνε ντοκιμαντέρ για τον μεγάλο, αριστερό τραγουδιστή της αμερικάνικης μουσικής «κάντρι» Πίτερ Σίγκερ, ενώ το Fox News είχε ρεπορτάζ για μια συγκέντρωση του Tea Party εναντίον της φορολογίας, στο Όστιν του Τέξας, όπου ένας άλλος τραγουδιστής της κάντρι τραγουδούσε ένα λαϊκιστικού ύφους κομμάτι εναντίον του Ομπάμα, γεμάτο παράπονα για τη βαριά φορολογία των σκληρά εργαζόμενων από την Ουάσιγκτον, που καταλήγει να ενισχύει τους μεγαλόσχημους χρηματιστές της Γουόλ Στριτ. Το βραχυκύκλωμα ανάμεσα στα δύο κανάλια μου προκάλεσε ηλεκτροπληξία, με δύο αξιοσημείωτα αποτελέσματα. Πρώτον, υπήρχε αυτή η αλλόκοτη ομοιότητα μεταξύ των δύο τραγουδιστών, οι οποίοι άρθρωναν παρόμοιες, λαϊκίστικες διαμαρτυρίες εναντίον του κατεστημένου, των πλούσιων εκμεταλλευτών και του κράτους τους και ζητούσαν ριζοσπαστική απάντηση, μέχρι και πολιτική ανυπακοή. Ήταν άλλη μια επώδυνη υπενθύμιση της αλήθειας που λέει ότι, σε επίπεδο μορφής και οργάνωσης, η σημερινή ριζοσπαστική, λαϊκιστική Δεξιά θυμίζει κατά παράδοξο τρόπο την παλιά, λαϊκιστική, ριζοσπαστική Αριστερά (μήπως και οι σημερινές ομάδες Χριστιανών φονταμενταλιστών, με το μισοπαράνομο καθεστώς τους που αναγορεύει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους ως τον κύριο εχθρό τους, δεν οργανώνονται με τρόπο που θυμίζει Μαύρους Πάνθηρες της δεκαετίας του ’60;). Για πόσο καιρό ακόμα θα συνεχίσει να δουλεύει αυτή η επιδέξια ιδεολογική χειραγώγηση; Για πόσο καιρό η βάση του Tea Party θα μένει προσκολλημένη στον θεμελιώδη ανορθολογισμό του να επιδιώκει να προστατεύσει τα συμφέροντα των σκληρά εργαζόμενων, συνηθισμένων ανθρώπων δίνοντας νέα προνόμια στους «πλούσιους εκμεταλλευτές»; Εδώ ακριβώς αρχίζει ο ιδεολογικός αγώνας: Ο κατάφορος ανορθολογισμός των διαδηλώσεων του Tea Party μαρτυρά τη δύναμη της ιδεολογίας της «ελευθερίας του ατόμου ενάντια στην κρατική παρέμβαση», η οποία μπορεί να θολώσει ακόμη και τα πιο οφθαλμοφανή γεγονότα.

Συχνά ακούμε ότι το πραγματικό νόημα της κρίσης στην Ελλάδα είναι ότι όχι μόνο το ευρώ, αλλά και το ίδιο το σχέδιο της ενωμένης Ευρώπης είναι νεκρό. Πριν όμως υιοθετήσουμε αυτή τη γενική δήλωση, ας τη μεταμορφώσουμε επί το λενινιστικότερον: Η Ευρώπη είναι νεκρή- εντάξει, αλλά ποια Ευρώπη; Η απάντηση είναι: η μετα- πολιτική Ευρώπη της προσαρμογής στην παγκόσμια αγορά, η Ευρώπη που επανειλημμένα «μαυρίστηκε» στα δημοψηφίσματα, η Ευρώπη της τεχνοκρατίας των Βρυξελλών. Η Ευρώπη που παριστάνει τον εκπρόσωπο του ψυχρού, ευρωπαϊκού Λόγου απέναντι στο ελληνικό πάθος και την ελληνική διαφθορά, το μαθηματικό πνεύμα απέναντι στη συγκινισιακή μέθη. Ωστόσο, όσο ουτοπικό κι αν ακούγεται, το έδαφος είναι ακόμη ελεύθερο για μια άλλη Ευρώπη: μια εκ νέου πολιτικοποιημένη Ευρώπη, θεμελιωμένη πάνω σε ένα συλλογικό σχέδιο χειραφέτησης. Την Ευρώπη που γέννησε την αρχαία ελληνική Δημοκρατία, τη Γαλλική και τη Ρωσική Επανάσταση. Να γιατί πρέπει να αποφύγουμε τον πειρασμό να αντιδράσουμε στη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση με μια αναδίπλωση στα απολύτως κυρίαρχα έθνη- κράτη, εύκολη λεία στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο που δεν γνωρίζει σύνορα και ηπείρους και μπορεί εύκολα να φέρει το ένα έθνος- κράτος σε αντιπαράθεση με το άλλο. Περισσότερο από ποτέ, η απάντηση στην κρίση πρέπει να είναι περισσότερο διεθνιστική και οικουμενική από την οικουμενικότητα του παγκοσμίου κεφαλαίου. Η ιδέα του να αντισταθούμε στον παγκόσμιο καπιταλισμό στο όνομα της υπεράσπισης συγκεκριμένων εθνικών ταυτοτήτων είναι σήμερα περισσότερο αυτοχειριαστική από ποτέ, με το φάντασμα του «δόγματος τσούτσε», της Βορειοκορεάτικης εκδοχής της αυτάρκειας, να πλανιέται πάνω μας.

Ίσως ο πιο περιεκτικός χαρακτηρισμός της εποχής που άρχισε με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο να βρίσκεται στη γνωστή φράση που αποδίδεται στον Γκράμσι: «Ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο νέος κόσμος πασχίζει να γεννηθεί. Τώρα, είναι η εποχή των τεράτων». Μήπως ο φασισμός και ο σταλινισμός δεν ήταν τα δίδυμα τέρατα του εικοστού αιώνα, ο πρώτος βγαλμένος μέσα από την εναγώνια προσπάθεια του παλιού κόσμου να κρατηθεί στη ζωή κι ο άλλος από την εκτρωματική απόπειρα οικοδόμησης ενός νέου κόσμου; Και τι να πούμε για τα τέρατα που συναντάμε σήμερα και τα οποία θρέφονται από τα τεχνοκρατικά όνειρα για μια κοινωνία με γενετικά ελεγχόμενο πληθυσμό; Το παράδοξο αυτό θα πρέπει να μας οδηγήσει στα αναγκαία συμπεράσματα: Πιθανόν να μην υπάρχει ευθεία οδός προς το καινούργιο, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που το είχαμε φανταστεί, και τα τέρατα επανεμφανίζονται κάθε φορά που προσπαθούμε να εκβιάσουμε αυτό το πέρασμα προς το Καινούργιο.

Τα σημάδια της ανικανότητας της κυρίαρχης τάξης να ασκήσει την κυριαρχία της πολλαπλασιάζονται όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην κορυφή της πυραμίδας, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επί δύο χιλιετίες, οι Χριστιανοί της Μέσης Ανατολής επιβίωσαν απειράριθμων καταστροφών, από το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι την ήττα στις Σταυροφορίες, την κατάρρευση της αποικιοκρατίας στις αραβικές χώρες, την επανάσταση του Χομεϊνί στο Ιράν κλπ- με μόνη αξιοσημείωτη εξαίρεση τη Σαουδική Αραβία, τον κύριο σύμμαχο των ΗΠΑ στην περιοχή, όπου δεν υπάρχουν αυτόχθονες Χριστιανοί. Στο Ιράκ, υπήρχαν περίπου ένα εκατομμύριο Χριστιανοί επί Σαντάμ, οι οποίοι ζούσαν επί ίσους όρους με τους υπόλοιπους πολίτες, μάλιστα ένας από αυτούς, ο Ταρίκ Αζίζ, έφτασε να γίνει υπουργός Εξωτερικών και έμπιστος του Σαντάμ. Στη συνέχεια, όμως, κάτι αλλόκοτο συνέβη στους Χριστιανούς του Ιράκ, μια πραγματική καταστροφή, από τη στιγμή που ένας Χριστιανικός στρατός κατέλαβε (ή απελευθέρωσε, αν θέλετε) το Ιράκ. Ο Χριστιανικός στρατός κατοχής διέλυσε τις κοσμικές, ένοπλες δυνάμεις του Ιράκ και άφησε ανοιχτό το δρόμο στις παραστρατιωτικές ομάδες των μουσουλμάνων φονταμενταλιστών να τρομοκρατούν τους Χριστιανούς, μαζί με τις αντίπαλες μουσουλμανικές φατρίες. Δεν είναι περίεργο που περίπου οι μισοί Χριστιανοί εγκατέλειψαν τη χώρα, προτιμώντας τη «Συρία που στηρίζει την τρομοκρατία» από «το απελευθερωμένο Ιράκ που ελέγχεται από έναν Χριστιανικό στρατό».

Το 2010, τα πράγματα πήραν μια στροφή προς το χειρότερο. Ο Ταρίκ Αζίζ, που γλύτωσε από προηγούμενες δίκες, καταδικάστηκε από δικαστήριο Σιιτών σε απαγχονισμό για την «καταδίωξη μουσουλμανικών κομμάτων» (δηλαδή, ισλαμιστών φονταμενταλιστών) επί Σαντάμ Χουσείν. Οι βομβιστικές επιθέσεις εναντίον των Χριστιανών και των εκκλησιών τους ακολούθησαν η μία την άλλη, αφήνοντας πίσω τους δεκάδες νεκρούς, έτσι που ο αρχιεπίσκοπος Βαγδάτης Αθανάσιος Νταβούντ κάλεσε, τον Νοέμβριο του 2010, το ποίμνιό του να φύγει από τη χώρα: «Οι Χριστιανοί πρέπει να εγκαταλείψουν την αγαπημένη πατρίδα των προγόνων τους για να γλυτώσουν από την προγραμματισμένη εθνοκάθαρση. Είναι το λιγότερο κακό σε σύγκριση με τον αφανισμό μας». Και για να δοθεί ακόμη περισσότερη έμφαση, τα μέσα ενημέρωσης ανέφεραν τον ίδιο μήνα ότι επικυρώθηκε η ανανέωση του πρωθυπουργικού αξιώματος στον Αλ Μαλικί χάρη στην υποστήριξη του Ιράν. Έτσι, το αποτέλεσμα της αμερικανικής παρέμβασης ήταν να γίνει το Ιράν, ο βασικός παράγοντας του Άξονα του Κακού, σχεδόν κυρίαρχη δύναμη στο Ιράκ. Λες και, σε μια σύγχρονη επίδειξη «πονηρίας του Λόγου», το αόρατο χέρι κάποιου πεπρωμένου τα κανονίζει έτσι που ξανά και ξανά μια αμερικανική παρέμβαση ενισχύει ακριβώς τους παράγοντες εναντίον των οποίων έγινε αυτή η παρέμβαση.

Από που έρχεται αυτό το αόρατο χέρι; Το πρόβλημα με τη σημερινή Αμερική είναι όχι ότι αποτελεί μια νέα, παγκόσμια Αυτοκρατορία, αλλά ότι ΔΕΝ είναι κάτι τέτοιο: Ενώ παριστάνει την αυτοκρατορία, συνεχίζει να δρα ως κράτος- έθνος, που προωθεί ανελέητα τα συμφέροντά του. Είναι σαν η κατευθυντήρια γραμμή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής να είναι η παράδοξη αντιστροφή του γνωστού, οικολογικού συνθήματος: να δρούμε παγκόσμια, να σκεφτόμαστε τοπικά! Αυτή η αντίφαση εκδηλώθηκε ανάγλυφα με τη διπλή πίεση που ασκούσαν οι ΗΠΑ στη Σερβία το 2003: οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ απαιτούσαν ταυτόχρονα από τη σερβική κυβέρνηση να εκδώσει τους ύποπτους για εγκλήματα πολέμου στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης (σε συμφωνία με τη λογική της παγκόσμιας αυτοκρατορίας, που απαιτεί και παγκόσμια νομική δικαιοδοσία) αλλά ΚΑΙ να υπογράψει διμερή συνθήκη με τις ΗΠΑ ώστε να υποχρεωθεί η Σερβία να μην εκδώσει σε οποιονδήποτε διεθνή θεσμό (δηλαδή, στο ίδιο δικαστήριο της Χάγης) Αμερικανούς πολίτες οι οποίοι θα κατηγορηθούν για εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας (σε συμφωνία με τη λογική του έθνους- κράτους). Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η σερβική αντίδραση ήταν συγκεχυμένη. Επομένως, η αμερικανική πολιτική πλησιάζει ένα στάδιο τρέλας, και όχι μόνο στις εσωτερικές υποθέσεις όπου το Tea Party προτείνει την πάλη εναντίον του δημοσίου χρέους με μείωση των φόρων, δηλαδή με αύξηση του χρέους. (Εδώ δεν μπορεί παρά να θυμηθεί κανείς τη γνωστή θέση του Στάλιν ότι στη Σοβιετική Ένωση το κράτος μαραίνεται δυναμώνοντας τα όργανά του, ιδιαίτερα τα όργανα της αστυνομικής καταστολής). Αλλά και στην εξωτερική πολιτική, η εξάπλωση των ιουδαϊκών- χριστιανικών αξιών οργανώνεται με τη δημιουργία συνθηκών που επιτρέπουν την έξωση των Χριστιανών, οι οποίοι, ποιος ξέρει, μπορεί να πάνε στο Ιράν... Αυτό σαφέστατα δεν είναι σύγκρουση πολιτισμών, αλλά ένας αληθινός διάλογος και συνεργασία μεταξύ των Αμερικανών πραγματιστών και των μουσουλμάνων φονταμενταλιστών.

Η κατάστασή μας είναι επομένως ακριβώς το αντίθετο από το πρόβλημα του 20ού αιώνα, όπου ξέραμε τι έπρεπε και θέλαμε να κάνουμε (να εγκαθιδρύσουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου κλπ), αλλά έπρεπε να περιμένουμε την κατάλληλη στιγμή για να μας δοθεί η δυνατότητα να το πράξουμε. Σήμερα, δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά πρέπει να δράσουμε τώρα γιατί οι συνέπειες της αδράνειες θα είναι καταστροφικές. Οφείλουμε να ρισκάρουμε βήματα στην άβυσσο του Καινούργιου σε εντελώς δυσμενείς συνθήκες, οφείλουμε να επινοήσουμε εκ νέου πλευρές του Καινούργιου έστω και μόνο για να διατηρήσουμε ό,τι ήταν καλό στο Παλιό (δημόσια εκπαίδευση, υγεία κ.α.). Το περιοδικό στο οποίο αρθρογραφούσε ο Γκράμσι στις αρχές της δεκαετίας του 1920 λεγόταν Il ordine nuovo, Η Νέα Τάξη, ένας τίτλος τον οποίο σφετερίστηκε στη συνέχεια η άκρα Δεξιά. Αντί να δούμε σ’ αυτό το σφετερισμό τον ορό της αλήθειας για τον Γκραμσιανό όρο, κάτι που θα μας επέβαλε να τον εγκαταλείψουμε ως αντίθετο στην επαναστατική ελευθερία της αυθεντικής Αριστεράς, θα έπρεπε να επιστρέψουμε σ’ αυτόν σηματοδοτώντας έτσι το σκληρό πρόβλημα του καθορισμού μιας νέας τάξης, την οποία οφείλει να δημιουργήσει η επανάσταση μετά την επιτυχία της. Εν ολίγοις, η εποχή μας χαρακτηρίζεται από αυτό που είπε κάποτε ο Στάλιν για την ατομική βόμβα: δεν είναι για ανθρώπους με αδύνατα νεύρα.

Ο κομμουνισμός σήμερα δεν είναι το όνομα μιας λύσης, αλλά το όνομα ενός προβλήματος: Του προβλήματος των commons, του δημόσιου, κοινού αγαθού σε όλες του τις διαστάσεις- του κοινού αγαθού της Φύσης ως υπόβαθρου της ζωής μας, του κοινού, βιογενετικού μας υλικού, του κοινού πολιτιστικού αγαθού (της συλλογικής μας «πνευματικής ιδιοκτησίας») και, τελευταίο στη σειρά αλλά όχι και σε σημασία, το πρόβλημα του οικουμενικού, δημόσιου χώρου της ανθρωπότητας, από τον οποίο κανείς δεν θα έπρεπε να αποκλείεται. Όποια κι αν είναι η λύση, οφείλουμε να λύσουμε αυτό το πρόβλημα.

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Greening Humanity και Σάλτσα a la Ser John Sulston, ή πόσο επιστήμονες είναι οι τεχνοκράτες;




Greening Humanity
και Σάλτσα a la Ser John Sulston,
ή πόσο επιστήμονες είναι οι τεχνοκράτες;


Γράφει ο Κώστας Λάμπος


Το Ευγενίδειο Ίδρυμα, ένα ίδρυμα με ομολογουμένως σοβαρή παρουσία και δράση, διοργάνωσε (14-16.10.2010) σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Manchester, Διεθνές Συνέδριο στην Αθήνα με θέμα: «Πρασινίζοντας την Ανθρωπότητα. Επιστήμη, Καινοτομία, Ηθική και Πράσινη Ανάπτυξη». Πρωταγωνιστής σ’ αυτό το συνέδριο ο Sir John Sulston, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ Φυσιολογίας και Ιατρικής (2002), για τη συμβολή του στην αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος (DNA), ο οποίος και πραγματοποίησε την Πέμπτη 14.10.10, ομιλία με θέμα «Ο κεντρικός ρόλος του Πανεπιστημίου για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινωνίας βασισμένης στις αρχές της Βιώσιμης Ανάπτυξης».
Να σημειωθεί πως ο κεντρικός ομιλητής, ο Sir John Sulston, ήταν μαζί με τον καθηγητή της Βιοηθικής John Harris, και τον νομπελίστα οικονομολόγο Joseph Stiglitz, οι εμπνευστές μιάς διακήρυξης πενήντα γνωστών επιστημόνων, από όλο τον κόσμο, αναφορικά με το σκοπό, το ρόλο και την "ηθική της επιστήμης", διακήρυξη που είναι γνωστή και ως Μανιφέστο του Μάντσεστερ, (The Manchester Manifesto)[1] Από τις πρώτες κιόλας γραμμές ορίζουν την επιστήμη, μαζί με τις καινοτομίες που φέρνει, ως «μια τεράστια επιχείρηση: εμπορική ή κοινωφελή, δημόσια ή ιδιωτική, βιομηχανική ή εκπαιδευτική, ερασιτεχνική ή επαγγελματική»[2] και στη συνέχεια προσπαθούν να δώσουν μια απάντηση στο ερώτημα σε ποιόν ανήκει η επιστήμη (“Who Owns Science?)[3]. Θα πρέπει να σημειωθεί πως το Μανιφέστο του Μάντσεστερ παρουσιάζεται ως το μεγάλο «κατηγορώ» κατά της εμπορευματοποίησης της επιστήμης. Ας δούμε όμως μερικά βασικά σημεία της φιλοσοφίας του Sir John Sulston και του Manchester Manifesto Group[4] αναφορικά με το σκοπό, το ρόλο και την ηθική της επιστήμης, για να καταλάβουμε που το πάνε και τι μπορούμε να περιμένουμε από το συγκεκριμένο συνέδριο.
1.      Στο ερώτημα σε ποιόν ανήκει η επιστήμη και αφού μιλάνε για «ιδιοκτησία της επιστήμης», «διαχείριση της καινοτομίας», «ιδιοκτησία και διαχείριση της επιστήμης» και επαναλαμβάνουν πως «η επιστήμη αποτελεί μία ραγδαία αναπτυσσόμενη βιομηχανία»[5], τότε απαντούν πως εξαιτίας της εμπορευματοποίησης της επιστήμης και της γνώσης «η επιστήμη ανήκει σε «μερικές πολυεθνικές Εταιρίες»[6]. Δηλώνουν βέβαια πως «η επιστήμη μπορεί να υπηρετεί το κοινό καλό με την παραγωγή γνώσης που έρχεται να καλύψει ανθρώπινες ανάγκες και επιδιώξεις»[7] και αναφέρονται σε μια σειρά από παραδείγματα από τα οποία προκύπτει πως η επιστήμη, η έρευνα και η γνώση είναι αιχμάλωτες των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων, δηλαδή του μεγάλου Κεφαλαίου, σε βαθμό που να στραγγαλίζεται η έρευνα, να ποδηγετείται η επιστήμη και να χειραγωγείται η γνώση[8].
2.      Στο ερώτημα ποιο είναι το χρέος των επιστημόνων απέναντι στη κατάσταση της εμπορευματοποίησης της επιστήμης, ο Sir John Sulston απαντά: «Οι επιστήμονες και οι ερευνητές είναι υποχρεωμένοι να λειτουργούν μέσα στο σύστημα όπως αυτό έχει, αλλά μπορούν να προσπαθήσουν να το επηρεάσουν προς το καλύτερο»[9]. Κλείνοντας με αυτόν τον εύκολο τρόπο την ευθύνη των επιστημόνων για την επιστήμη, σαν αυτοί να ζουν έξω και υπεράνω της κοινωνίας και της ανθρωπότητας, μεταφέρουν την ευθύνη στους διαχειριστές της πολιτικής εξουσίας: «οι κυβερνώντες μπορούν να ανατρέψουν την κατάσταση χρηματοδοτώντας σοβαρά επιστημονικά έργα στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά ινστιτούτα, αντί να αφήνουν αυτό το ρόλο στις εταιρείες»[10], παραβλέποντας, προφανώς σκόπιμα και όχι από άγνοια, πως ‘οι κυβερνώντες’ είναι περισσότερο, από τους επιστήμονες, εξαρτημένοι από ‘τις εταιρείες’ και συνεπώς δεν μπορούν να έρθουν σε αντίθεση με τις εταιρείες που χρηματοδοτούν και εξασφαλίζουν την πολιτική καριέρα τους.
3.      Το Manchester Manifesto Group υποστηρίζει, και σωστά, πως επειδή «έναντι των οποιωνδήποτε οικονομικών συμφερόντων (ατομικών, επιχειρηματικών ή εθνικών) υπερτερεί το συμφέρον του Δημοσίου και της ανθρωπότητας στο σύνολό της»[11], Στο ερώτημα όμως τι πρέπει να γίνει για να απελευθερωθεί η επιστήμη από τα συμφέροντα κάθε μορφής εξουσίας και να αποδοθεί στην κοινωνία και συνολικά στην ανθρωπότητα.ανήκει ώστε να υπηρετεί το γενικό συμφέρον, δηλώνουν τεχνοκράτες πραγματιστές και αμφιβάλλουν αν μπορεί να γίνει κάτι, «γιατί υπάρχουν πολύ δυνατά επιχειρηματικά λόμπι και δεν ξέρουμε πως θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από αυτή την παγίδα»[12], χωρίς ωστόσο να διερωτώνται πως αφού αυτοί που βρίσκονται στην κορυφή της γνώσης, ως διαχειριστές , συνεχιστές και φύλακες της σημαντικότερης κληρονομιάς της ανθρωπότητας δεν ξέρουν πως θα απελευθερωθεί η επιστήμη από την αιχμαλωσία του Κεφαλαίου, τότε πως απαιτούν από τους επαγγελματίες πολιτικούς και από τους πολίτες-αιχμάλωτους των καπιταλιστικών κάτεργων να ξέρουν;
4.       Στο υποθετικό ερώτημα για τη σχέση μεταξύ καπιταλισμού και επιστήμης ο Sir John Sulston απαντά χωρίς να, και προφανώς για να μην, ερωτηθεί και για να μην παρεξηγηθεί από τις ‘εταιρείες’ ότι: «Η ελεύθερη αγορά είναι ένα χρήσιμος υπηρέτης, αλλά ένα κακός αφέντης. Τα κέρδη είναι ΟΚ ως οδηγός στη μικρή κλίμακα. Αλλά το πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί όλο αυτό πρέπει να φτιαχτεί λαμβάνοντας υπόψη λογικούς και μακροπρόθεσμους παράγοντες»[13], χωρίς να κάνει πουθενά λόγο για το ρόλο της εργαζόμενης κοινωνίας-ανθρωπότητας σαν να μην την αφορά και σαν να μην υπάρχει.
Νομίζω πως όλη αυτή η μισοαληθινή και αληθοφανής ‘εξομολόγηση-απολογία’, γιατί για μανιφέστο δεν φαίνεται, αποπνέει τη γνωστή αντιδραστική, αντεπιστημονική[14], την απάνθρωπη και αντικοινωνική ιδεολογία του τεχνοκρατισμού που κρύβεται πίσω από το δάκτυλο του με την υποτιθέμενη ‘ουδετερότητα του επιστήμονα’ στην προσπάθειά του να κρύψει τις ευθύνες του "κακού αφετνικού"Είναι προφανές πως έχουμε να κάνουμε με τη λογική του ενταγμένου στο σύστημα εξουσίας του Κεφαλαίου τεχνοκράτη που επέλεξε να τα έχει καλά με το ‘κακό αφεντικό’ με αντάλλαγμα μερικά projects (έργα) για την προώθηση του νέου επιχειρηματικού Κολοράντο του ηγεμονικού Κεφαλαίου, που ακούει στο φανταχτερό, όσο και μαγικό όνομα (Greening Humanity), παρασινιζόμενη ανθρωπότητα. Πρόκειται, όπως είναι γνωστό για ένα σχέδιο που κατά καιρούς φρεσκάρεται από τα αμερικανικά στρατηγεία, πότε ως «πράσινη επανάσταση» και πότε, όπως και στα καθ’ ημάς, ως «πράσινη ανάπτυξη» του καπιταλισμού. Και για να μην φανεί και απολίτικη η ομάδα του Μανιφέστου του Μάντσεστερ, (γιατί πάντα οι ‘ουδέτεροι επιστήμονες’  και προσκυνημένοι τεχνοκράτες θέλουν να τα έχουν καλά με τις εξουσίες), προστίθεται σ’ αυτή την εξομολόγηση και μια σοσιαλδημοκρατική πινελιά για κάποια αφηρημένη δυνατότητα εξανθρωπισμού του καπιταλισμού. Το γεγονός όμως πως κάνουν λόγο για ‘ηθική της επιστήμης’ και όχι ηθική ή ανηθικότητα των επιστημόνων, των ‘εταιριών’, των κυβερνώντων και του καπιταλισμού, νομίζω πως δημιουργεί ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα επιστημολογίας και επιστημονικής δεοντολογίας που θαμπώνει σοβαρά τους ακαδημαϊκούς τίτλους και τα λαμπερά βραβεία τους. Έκαναν όμως τις επιλογές τους να είναι με το σύστημα. Το σύστημα που έμαθε στο μεταξύ να εκμεταλλεύεται για λογαριασμό του την επιστήμη, η οποία αποτελεί το καταστάλαγμα των αγώνων και των θυσιών χιλιάδων γενεών και ολόκληρης της ανθρωπότητας, ταΐζοντας πιά και μην καίγοντας τους επιστήμονες, που έμαθε να εξαγοράζει τους εξαγοράσιμους με τα αργύρια της προδοσίας της επιστήμης και της κοινωνίας. Όσο για τους μη εξαγοράσιμους αυτοί μπορούν να γίνουν ταξιτζήδες, να φυτοζωούν ή και να πεθαίνουν στιγματισμένοι μόνοι τους από την πείνα.
Δεν ξέρω πόσοι εξωνημένοι υπηρέτες του Κεφαλαίου ξερογλείφονται για το τυράκι της ‘πράσινης ανάπτυξης’ και της ‘πρασινιζόμενης ανθρωπότητας’, χωρίς να βλέπουν τη φάκα. Δεν ξέρω επίσης αν όλοι αυτοί οι χυδαίοι τεχνοκράτες υπηρέτες του Κεφάλαιου έχουν συνείδηση της ευθύνης τους, που με τη δική τους υπογραφή καταστρέφεται η Φύση, η ζωή και ο ανθρώπινος πολιτισμός για να περνάνε αυτοί καλά και  "να είναι το κέρδος ΟΚ", ξέρω όμως πως κι’ αυτή η υπόσχεση για το νέο καπιταλιστικό παράδεισο, οδηγεί την εργαζόμενη κοινωνία και την εργαζόμενη ανθρωπότητα ένα ακόμα βήμα προς την κόλαση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Εκτιμώ, τέλος, πως οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού δεν μπορούν πιά να περιμένουν τίποτα από τον καπιταλισμό, τον όποιο καπιταλισμό, ‘τις εταιρείες’, τους κυβερνώντες’ τους παρακυβερνώντες, τους εκπροσώπους τους στα συνδικάτα και στα αστικά κοινοβούλια, και τους ‘ουδέτερους τεχνοκράτες’ με τις μισές αλήθειες και τα ολόκληρα παραμύθια τους και γι’ αυτό είναι υποχρεωμένες να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους και συνεπώς είναι υποχρεωμένες να κοινωνικοποιήσουν σταδιακά και επίμονα την επιστήμη και την επιστημονικά έγκυρη και κοινωνικά χρήσιμη γνώση, για να μπορέσουν στη συνέχεια και σύντομα να κοινωνικοποιήσουν τον πλούτο και την ευτυχία πάνω στον, για για το ανθρώπινο γένος, μόνο  και μοναδικό παράδεισο που υπάρχει στον Μεγαλοπρεπές Σύμπαν, στον πλανήτη Γη.
Αυτόν τον παράδεισο μπορούμε και πρέπει να τον κερδίσουμε, γκρεμίζοντας με γνώση και επαναστατική φαντασία και σύνεση την καπιταλιστική κόλαση, αντικαθιστώντας την καπιταλιστική βαρβαρότητα με τον Ανθρωπισμό.


[2] «Science, along with the innovation it generates, is a vast enterprise: commercial and pro-bono, public and private, industrial and educational, amateur and professional», ό. π.
[3] Ό. π.
[4] Ό. π.
[5] «Science is a rapidly growing industry», ό. π.
[6] Βλέπε Ρέμπελου Άννα, Σε πρώτο πρόσωπο, παρουσίαση του Τζον Σάλτσον, στο IΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ/NFORMER, 09.10.2010.
[7]Science can serve the public good by generating knowledge to meet human needs and purposes», http://www.isei.manchester.ac.uk/TheManchesterManifesto.pdf
[8] «Αιχμή του δόρατος αποτελεί για τους υπογράφοντες το καθεστώς των ευρεσιτεχνιών. ‘Αντί να προωθούν την καινοτομία, οι ευρεσιτεχνίες στην πράξη συχνά την καταστέλλουν», έγραψε ο Σούλστον στον βρετανικό Guardian και ιδού γιατί: ‘Τα φάρμακα γίνονται “αειθαλή” όταν πρόκειται να εκπνεύσουν οι πατέντες που τα συνοδεύουν. Τότε, οι εταιρείες που τα παρασκευάζουν αγοράζουν τις πατέντες δυνητικά ανταγωνιστικών προϊόντων ώστε να μη βρουν ποτέ τον δρόμο της μαζικής παραγωγής. Επιπλέον, οι εταιρείες καθορίζουν συχνά τιμές, οι οποίες υπερβαίνουν σε τεράστια κλίμακα το κόστος παραγωγής του φαρμάκου και το οποιοδήποτε λογικό κέρδος’.
Το Μανιφέστο του Μάντσεστερ εκφράζει την ανησυχία των επιστημόνων για το γεγονός ότι η εμπορευματοποίηση, με τη μορφή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, διαπερνά σε αυξανόμενη έκταση και τη δημόσια σφαίρα. «Ακόμη και στα πανεπιστήμια», αναφέρουν οι διαπρεπείς επιστήμονες, ‘η παραγωγή νέας, επιστημονικής γνώσης και τεχνολογικής καινοτομίας, αν και έχει ήδη πληρωθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό, ιδιωτικοποιείται και πωλείται εκ νέου στο κοινό μέσω των ευρεσιτεχνιών, που οδηγούν στην παραγωγή εμπορικώς εκμεταλλεύσιμα προϊόντα’.
Ιδιαίτερα προκλητική θεωρούν οι υπογράφοντες την ιδιωτικοποίηση της ίδιας της Φύσης. Ενδεικτικά, εκτιμούν ότι ‘περίπου το 20% των ανθρωπίνων γονιδίων έχουν ήδη πατενταριστεί ή αποτελούν αντικείμενο αιτήσεων για άδεια ευρεσιτεχνίας. Ως αποτέλεσμα, η έρευνα πάνω σε συγκεκριμένα γονίδια περιορίζεται από εταιρείες που έχουν κατοχυρώσει τις αντίστοιχες πατέντες’. Επαναφέροντας μια ξεχασμένη έκκληση της Γαλλικής Επανάστασης, οι Σούλστον, Χάρις και Στίγκλιτς υποστηρίζουν ότι ‘έναντι των οποιωνδήποτε οικονομικών συμφερόντων (ατομικών, επιχειρηματικών ή εθνικών) υπερτερεί το συμφέρον του Δημοσίου και της ανθρωπότητας στο σύνολό της’», http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_world_1_28/02/2010_392386.
[9] Ό. π. Βλέπε Ρέμπελου Άννα, Σε πρώτο πρόσωπο…, ό.π., (διπλή υπογράμμιση Κ.Λ.)
[10] Ό. π.
[12] Βλέπε Ρέμπελου Άννα, Σε πρώτο πρόσωπο, παρουσίαση του Τζον Σάλτσον…, ό. π.
[13] Ό. π. , (διπλή υπογράμμιση Κ.Λ.).
[14] Γιατί η επιστήμη από τη φύση της ήταν, είναι και θα παραμείνει, παρά τις όποιες πρόσκαιρες παγίδες των τεχνοκρατών και του καπιταλισμού, επαναστατική, απελευθερωτική και ουμανιστική, επειδή, όπως πρόβλεψε ο Αριστοτέλης, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ένα καλύτερο κόσμο, στον οποίο οι δούλοι της μισθωτής εργασίας να μην χρειάζονται αφέντες και συνεπώς να μπορούν να αυτοαπελευθερωθούν και να χτίσουν ένα Νέο Οικουμενικό Ουμανιστικό Πολιτισμό, της Άμεσης Δημοκρατίας και της Αταξικής Κοινωνίας.

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

Το θέμα είναι να καταλάβουμε τη φιλοσοφία της Άμεσης Δημοκρατίας


Τις αγορεύειν βούλεται;

Η πρόσφατη επίσκεψη στην Ελλάδα του δημάρχου της ανδαλουσιανής κωμόπολης Μαριναλέντα, αν και πήρε δημοσιότητα αρκετή για να τον μάθει το πανελλήνιο, δεν πυροδότησε πολλές συζητήσεις για ένα θέμα που είναι πάντα επίκαιρο.
Αυτό της άμεσης δημοκρατίας που εφαρμόζεται με απόλυτη επιτυχία σε αυτή τη μικρή περιοχή του πλανήτη, σε πλήρη αντίθεση με το πνεύμα του απόλυτου καπιταλισμού. Ο Γκορντίγιο, ο δήμαρχος της πόλης, εκλέγεται με 75% εδώ και 30 χρόνια.
Η άμεση δημοκρατία είναι η μορφή του πολιτεύματος που είχε επιλέξει η αρχαία Αθήνα του Χρυσού Αιώνα (50ς-4ος αι. π.Χ.). Το κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η παντελής έλλειψη κράτους και όλη η εξουσία ήταν στην Εκκλησία του Δήμου. Δηλαδή στη Γενική Συνέλευση των ελεύθερων πολιτών. Είναι η αγαπημένη αναφορά όλων των κλασικών του αναρχισμού και αντικείμενο μελέτης χιλιάδων ερευνητών ανά τον κόσμο που έχουν αποδώσει θαυμάσια έργα, τα πιο πολλά ακόμα αμετάφραστα στη γλώσσα μας.
Υπάρχει ένας εθνικός μύθος που υποστηρίζει πως η Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε σαν μοντέλο για τις σύγχρονες δημοκρατίες δυτικού τύπου. Αν υποθέσουμε πως μπορούσε να ερχόταν στην Αθήνα ένας πολίτης της αρχαίας πόλης, θα διαπίστωνε πως το πολίτευμά μας είναι ολιγαρχικό και όχι δημοκρατικό. Η κυβέρνηση θα του έμοιαζε σαν την «Τυραννία των τριάκοντα» που επιπλέον έχουν και ένα μονάρχη. Δηλαδή, τον αρχηγό του κόμματος που πάντα προορίζεται για πρωθυπουργός. Αν θέλουμε να ψάξουμε συγγενικά μοντέλα, αυτά θα τα βρούμε στις αναρχικές κοινότητες ανά τον κόσμο, πειράματα που δεν κατάφεραν να κάνουν τη δικιά τους πολιτεία.
Ενας δεύτερος μύθος που υπάρχει είναι πως η άμεση δημοκρατία επινοήθηκε μόνο στην Αθήνα. Σε μια συνάντηση που έγινε στο Παρίσι το 2000, μαζεύτηκαν καθηγητές πανεπιστημίου από πολλές χώρες και με διάφορες ειδικότητες (ανθρωπολόγοι, αρχαιολόγοι, ιστορικοί κ.λπ.) για να κουβεντιάσουν ακριβώς αυτό το θέμα. Οι εργασίες τους βγήκαν σε βιβλίο (Qui Veut Prendre La Parole - εκδόσεις Seuil). Την επιμέλεια του τόμου, που καταρρίπτει αυτήν την ανακρίβεια, την έχει ο Μαρσέλ Ντετιέν.
Στην αρχαία Ελλάδα ήταν πολλές εκατοντάδες οι μικρές κοινότητες που είχαν την ίδια ελευθερία και ισονομία με την Αθήνα. Για αιώνες πειραματίζονταν με μορφές ισότητας και ελευθερίας. Αρα η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν έπεσε από τον ουρανό, αλλά ήταν προϊόν μακράς ιστορικής εξέλιξης. Αλλά το πιο εντυπωσιακό απ' όλα είναι πως η άμεση δημοκρατία εφαρμόστηκε σε διάφορες εποχές, από λαούς και πολιτισμούς που δεν είχαν έρθει σε επαφή μαζί τους.
Στην Ιταλία του 11ου και 12ου αιώνα έχουμε δεκάδες πόλεις που κινούνταν με αυτές τις αρχές. Οι Ουκρανοί και οι Ρώσοι ιστορικοί ανακάλυψαν τις κοινότητες των Κοζάκων που για τρεις αιώνες (14ος-16ος αι.) είχαν άμεση δημοκρατία. Και οι ανθρωπολόγοι που πήγαν πρόσφατα στο Νότιο Σουδάν για να μελετήσουν τα συστήματα συγγενείας, ανακάλυψαν τη φυλή Οσόλο που σχεδόν κάθε μέρα είχαν τη γενική τους συνέλευση για να αποφασίζουν για όλα τα πράγματα που τους αφορούσαν. Ολες οι μελέτες είναι εξαιρετικά θεμελιωμένες και ας ελπίσουμε πως θα βρεθεί κάποιος εκδότης να το μεταφράσει στα ελληνικά. Θα είναι μια προσφορά στην πολιτική σκέψη, μέσα από ένα βιβλίο που δεν είναι πολιτικό, αλλά αυστηρά επιστημονικό.
Σε αυτό το βιβλίο μπαίνει και το ερώτημα κατά πόσο η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν κληρονόμος μιας παλιότερης αρχαϊκής κοινωνίας που είχε τέτοιες δομές ισότητας. Αλλά το ερώτημα εγκαταλείπεται αμέσως, γιατί δεν υπάρχει ελπίδα να βρεθούν οι αποδείξεις και κανείς ιστορικός δεν θα έπαιρνε αυτό το ρίσκο.
Το ερώτημα που μπαίνει από πολλούς είναι αν αυτά τα πράγματα είναι εφαρμόσιμα σήμερα. Π.χ. πώς θα μπορέσει να γίνει άμεση δημοκρατία στην Κίνα με το 1,3 δισ. του πληθυσμού της; Σίγουρα τόσο μεγάλο στάδιο δεν υπάρχει που να τους χωράει, ούτε ακόμα στην ίδια την Κίνα, που ειδικεύεται στις γιγαντιαίες κατασκευές. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι να αντιγράψουμε ένα αρχαίο μοντέλο που διαμορφώθηκε σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή.
Το θέμα είναι να καταλάβουμε τη φιλοσοφία της Δημοκρατίας. Τα υπόλοιπα είναι προβλήματα τεχνικής φύσης. Για τη Γαλλική Επανάσταση, για την Παρισινή Κομμούνα όπως και για όλους τους στοχαστές-επαναστάτες του 19ου αιώνα, η κλασική Αθήνα ήταν μια αναφορά και ένα μοντέλο. Αυτοί που δεν κατάλαβαν τίποτα ήταν ο Μαρξ και ο Ενγκελς. Τυχαίο; Μα γι' αυτό θα χρειαστεί να επανέλθουμε. 
_____________________________

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Για το Μύθο της Ανάπτυξης


Για το Μύθο της Ανάπτυξης σε συνθήκες
νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης

Γράφει ο Κώστας Λάμπος


Η ευρωπαϊκή ιστορία του 16ου, 17ου και 18ου αιώνα καταγράφει ως προοδευτικό το κίνημα των δυνάμεων της ανατροπής και της αστικής μετεξέλιξης του παρακμασμένου κοινωνικοοικονομικού συστήματος του δυτικού Φεουδαρχισμού και της «ελέω θεού» Μοναρχίας. Ένα κίνημα που ολοκληρώθηκε με τη γαλλική επανάσταση του 1789 και στη συνέχεια έγινε παγκόσμιο και πολιτογραφήθηκε ως καπιταλιστικό σύστημα.
Η παγκόσμια ιστορία του 19ου αιώνα είναι γεμάτη από τα επιτεύγματα της ακμής του καπιταλιστικού συστήματος χάρη στα οποία η ανθρωπότητα έκανε, σε συνθήκες οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και περιφερειακών ανισοτήτων βέβαια, άλματα τόσο στη σφαίρα της οικονομίας και της κοινωνίας, όσο και στη σφαίρα της πολιτικής και του πολιτισμού.
Η παγκόσμια ιστορία του 20ου είναι γεμάτη από τις καταστροφές και τις βαρβαρότητες του παρακμασμένου καπιταλισμού, καταστροφές και βαρβαρότητες που καταστρέφουν το ένα μετά το άλλο τα οικοσυστήματα του πλανήτη, απομειώνουν σταθερά τη βιοποικιλότητα και τους όρους ζωής και απειλούν να αντικαταστήσουν τον ανθρώπινο πολιτισμό με την παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική βαρβαρότητα.
Το συνολικό συμπέρασμα της ιστορίας της ανθρωπότητας αυτών των τελευταίων πέντε αιώνων είναι πως, όπως κάθε τι που γεννιέται, στο γνωστό μεγαλοπρεπές και αναρχοατελεύτητο σύμπαν, αναπτύσσεται, ακμάζει, παρακμάζει και πεθαίνει, έτσι και τα κοινωνικοοικονομικά συστήματα γεννούνται, αναπτύσσονται, ακμάζουν, παρακμάζουν και πεθαίνουν, οπότε και για τον καπιταλισμό, από τη στιγμή που μπήκε στη φάση της παρακμής του και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες και στις απαιτήσεις της ευημερίας και της ειρήνης της ανθρωπότητας και γίνεται τροχοπέδη στην παραπέρα εξέλιξή της, ήρθε η ώρα του να πεθάνει και να γίνει κι’ αυτός ιστορία, για να μπορέσει να γεννηθεί ένα καινούργιο κοινωνικό σύστημα που θα βάζει τον άνθρωπο πάνω από τα κέρδη, τη δημοκρατία των πολλών πάνω από την εξουσία των λίγων, τη δημιουργία πάνω από την καταστροφή, την ειρήνη πάνω από τον πόλεμο, τον πολιτισμό πάνω από τη βαρβαρότητα.
Η ανθρωπότητα του 21ου αιώνα που κουβαλάει όλες τις εμπειρίες της ιστορίας της, αλλά και αυτές του ύστερου μανιακού καπιταλισμού ψάχνει και ψάχνεται να βρει και αργά ή γρήγορα θα βρει τη λύση που θα αντιστοιχεί σ’ αυτές τις εμπειρίες, στα οράματα των δημιουργών του πλούτου και στις σημερινές δυνατότητες που διαμόρφωσαν καρτερικά οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού και θα είναι αντάξια ενός Ανθρωπιστικού Πολιτισμού[1].
Βέβαια υπάρχει διαφορά μεταξύ της παρακμής και του θανάτου των φυσικών και των κοινωνικών οργανισμών. Διαφορά που προσδιορίζεται από το γεγονός πως στους φυσικούς οργανισμούς τα κύτταρά τους είναι ασύνειδα και υπόκεινται στο νόμο της φθοράς και στην αιτιοκρατική ύπαρξή τους, ενώ αντίθετα οι κοινωνικοί οργανισμοί αποτελούνται από συνειδητά κύτταρα που ανανεώνονται συνεχώς διαμορφώνοντας συλλογικότητες (τάξεις) με ξεχωριστά συμφέροντα και ξεχωριστές συνειδήσεις (ιδεολογίες) και συγκρούονται στη λογική της συντήρησης της υφιστάμενης δομής εξουσίας οι μεν, και στη λογική της ανατροπής της υφιστάμενης δομής της εξουσίας υπέρ μιάς άλλης αποτελεσματικότερης και δικαιότερης μορφής κοινωνικής συγκρότησης οι δε. Και είναι ακριβώς αυτή η διαφορά που δείχνει πως οι κοινωνικοί οργανισμοί με την έννοια των κοινωνικών συστημάτων μπορούν να αποφεύγουν για κάποιο χρονικό διάστημα το θάνατο ακόμα και όταν παρακμάζουν, ακόμα και όταν γίνονται επικίνδυνοι για τη Φύση, για την εργαζόμενη ανθρωπότητα και για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Με αυτή την άννοια τα κοινωνικά συστήματα γεννιούνται και πεθαίνουν ως αποτέλεσμα των κοινωνικών διεργασιών, των επαναστατικών κοινωνικών συγκρούσεων και της αλλαγής του συσχετισμού των κοινωνικών δυνάμεων.
Στις μέρες μας, μέρες απόλυτης καπιταλιστικής παρακμής, που η παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική βαρβαρότητα βυθίζει, κάθε μέρα και περισσότερο, την εργαζόμενη ανθρωπότητα στην ανελευθερία, στη φτώχια και στον ολοκληρωτικό φασισμό και εμποδίζει τις δυνάμεις της προόδου να ανοίξουν, με τη βοήθεια του τεράστιου πνευματικού-επιστημονικού πλούτου και της σύγχρονης φανταστικής τεχνολογίας, το δρόμο προς την παγκόσμια ευημερία, ελευθερία και ειρήνη, δεν μπορούμε να συνεχίζουμε να μιλάμε για ανάπτυξη του καπιταλισμού, ακόμα κι’ αν αυτή κάποιοι αχυράνθρωποι του κεφαλαίου τη βαφτίζουν πράσινη, ροζ ή κόκκινη. Στις μέρες μας ο λόγος πρέπει γίνεται για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, ως κοινωνικής σχέσης διάσπασης και ακύρωσης της ενότητας της κοινωνίας, γιατί όσο δεν συμβαίνει αυτό τόσο η παραπέρα ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και διανομής του πλούτου θα γίνεται στη λογική της παραπέρα όξυνσης της καταστροφής της φύσης, της παραπέρα διεύρυνσης της φτώχιας και του περιορισμού των ελευθεριών, κι’ αυτό γιατί η παραγωγική δραστηριότητα θα επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στη συνεχή διεύρυνση και στον αέναο εξοπλισμό των δυνάμεων καταστολής και του πολέμου ενάντια στους Λαούς και στις κοινωνικές δυνάμεις που αγωνίζονται για ένα καλύτερο κόσμο.
Αυτές τις μέρες γινόμαστε μάρτυρες μιας επικίνδυνης υποκρισίας, όταν ακούμε τον πρωθυπουργό της Ελλάδας και πρόεδρο της λεγόμενης Σοσιαλιστικής Διεθνούς και του υποτίθεται σοσιαλιστικού ΠΑΣΟΚ να αποκρύπτει τη σχεδιασμένη, από τους καταχρηστικούς δανειστές της, χρεοκοπία της χώρας και να μιλάει για ανάπτυξη στα πλαίσια του σχεδιασμού του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τον οποίο σχεδιασμό επιτηρούν με το «όπλο στον κρόταφο» όχι τόσο οι εκπρόσωποι της τρόικας, όσο οι φανεροί και μυστικοί «πρωθυπουργικοί σύμβουλοι», εκπαιδευμένοι στα σχολειά του αμερικανισμού, τρόφιμοι του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας και επίλεκτα στελέχη Λεσχών, Στοών και Μυστικών Υπηρεσιών του σκληρού πυρήνα του νεοφιλελεύθερου παγκοσμιοποημένου μανιακού Κεφαλαίου.
Είναι προφανές πως υπάρχει πιά πρόβλημα εθνικής ανεξαρτησίας στη χώρα το οποίο οδηγεί αναπόφευκτα σε περιορισμό της εθνικής ακεραιότητας και κατά συνέπεια οδηγεί τον Ελληνικό Λαό και συνολικά τον Ελληνισμό, αλλά και τους Λαούς της ευρύτερης περιοχής και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε νέες δοκιμασίες και δραματικές περιπέτειες προκειμένου η Νέα Ρώμη να επιβάλλει την Pax Americana στην Ευρώπη και στην Ευρασία.
Προφανές είναι ακόμα πως η επιμονή της ελληνικής κυβέρνησης, για «πράσινη» ανάπτυξη σε συνθήκες βαθειάς ύφεσης, η οποία καθημερινά επιδεινώνεται, δεν είναι παρά μια ακόμα υποκρισία για να κερδίσει χρόνο μέχρι να πάρουν πίσω οι δανειστές της χώρας τα καταχρηστικά δάνειά τους και να βάλουν στο χέρι την υπόλοιπη δημόσια περιουσία, τις εθνικές υποδομές, τον εθνικό ορυκτό πλούτο, το τραπεζικό σύστημα, αλλά και τις δημόσιες υπηρεσίες ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών, ασφάλειας, άμυνας, παιδείας, υγείας και πολιτισμού, οπότε και η Ελλάδα δεν θα ανήκει πιά στους Έλληνες, αλλά στους μεγαλοκαπιταλιστές ιδιοκτήτες της και η «ελληνική» κυβέρνηση θα βρίσκεται σε ομολογημένη υπαλληλική σχέση με τα αφεντικά της.
Προφανές είναι, τέλος, το γεγονός πως ο Ελληνικός Λαός αφού εξαντλήσει τα όρια ανοχής και αντοχής του θα αναγκαστεί να αντιδράσει σε μια πατριωτική, προοδευτική αντικαπιταλιστική, αντιιμπεριαλιστική, αντιηγεμονική κατεύθυνση. Και επειδή στο δρόμο του θα συναντήσει μια πολυκέφαλη σαρανταποδαρούσα ανιστόρητη, μουσειακή και γι’ αυτό καθεστωτική αριστερά σοσιαλδημοκρατικής και τριτοτεταρτοδιεθνιστικής κοπής, θα αναγκαστεί να την ξεπεράσει. Και συνεπώς θα αναγκαστεί σφυρηλατώντας την ενότητα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού να διαμορφώσει ένα Νέο Όραμα για την Ελλάδα και ένα Νέο Σχέδιο υπέρβασης του καπιταλισμού, προϋπόθεση αναγκαία και ικανή για μια άλλη ανάπτυξη που θα βάζει τον άνθρωπο πάνω από τα κέρδη, την κοινωνία πάνω από την εξουσία, την παγκόσμια ευημερία και ειρήνη πάνω από τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα και τις ηγεμονίες και, τέλος, τον Ουμανισμό πάνω από την καπιταλιστική βαρβαρότητα.
Μπορεί κάποιοι συμβιβασμένοι και βολεμένοι να μας πουν πως μιλάμε για ουτοπίες που δεν μπορούν να γίνουν πραγματικότητα σε συνθήκες καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Η απάντηση της ιστορίας είναι πως οι ουτοπίες κάθε εποχής δεν ήταν παρά οι πραγματικότητες της επομένης περιόδου. Η δική μας απάντηση είναι να μας πούνε αν γνωρίζουν κάποιο Λαό στην ιστορία της ανθρωπότητας που να συμβιβάστηκε οριστικά με την ξένη κατοχή, με προδοτικές κυβερνήσεις, με καθεστώτα ανελευθερίας και δουλείας, με την ανεργία και το σκοταδισμό, με την πείνα και τη μοιρολατρία, με την ταπείνωση και τη συρρίκνωση της χώρας του.
Κι’ αν δεν βρούνε κανένα τέτοιο προηγούμενο, τότε να μας εξηγήσουν γιατί πιστεύουν πως αυτό θα συμβεί τώρα με τον αθεράπευτο εραστή της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του Ανθρωπισμού Ελληνικό Λαό, ο οποίος εδώ και πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια γνωστής ιστορίας κερδίζει με τη φιλοσοφία του «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος» και με τους αγώνες του την ελευθερία του ταπεινώνοντας τις μεγαλύτερες κατακτητικές δυνάμεις της ιστορίας, δημιουργώντας παράλληλα έναν ανθρωποκεντρικό ουμανιστικό πολιτισμό που γέννησε τη Άμεση Δημοκρατία, τις Επιστήμες, τις Τέχνες και την Τεχνολογία, με τα οποία η ανθρωπότητα μπορεί σήμερα να απελευθερωθεί οριστικά και αμετάκλητα από τα δομικά και θεσμικά κάτεργα του Κεφαλαίου και του νεοφιλελεύθερου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.
Η εξουσία του Κεφαλαίου σχεδιάζει το νέο μεσαίωνα και οι αχυρανθρωποκυβερνήσεις του κάνουν ότι μπορούν για την εφαρμογή των σχεδίων των αφεντικών τους της Pax Americana. Οι Λαοί όμως δεν είπαν ακόμα τον τελευταίο Λόγο τους και είναι γνωστό πως δεν είναι ούτε κωφάλαλοι ούτε και ανήμποροι να υπερασπιστούν την πατρίδα τους, το μέλλον τους και τον πολιτισμό τους.



[1] Για μια διεξοδικότερη ανάλυση  βλέπε: Λάμπος Κώστας, ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ. Οικονομία του Φόβου και της Παρακμής, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2009

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

ΟΤΑΝ Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΝΕΙ «ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ» ΤΟΤΕ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΞΑΝΑΡΧΕΤΑΙ



Γράφει ο Κώστας Λάμπος
prodial21@gmail.com



Τα τελευταία χρόνια όλο και πιό συχνά ακούμε και διαβάζουμε δηλώσεις από διεθνείς οικονομικούς και πολιτικούς μεγαλοπαράγοντες, όπως λ.χ ο πλανητάρχης Μπαράκ Ομπάμα, ο πολύς George Soros, o σκληρός Wolfgang Schäuble, ο ευγενής Πρόεδρος της λεγόμενης Σοσιαλιστικής Διεθνούς Γιώργος Παπανδρέου, αλλά και πολλοί άλλοι στην Ευρώπη και στην Αμερική, με τις οποίες επιχειρείται ένα είδος κριτικής σε πλευρές και συμπεριφορές του καπιταλιστικού συστήματος, από τις οποίες αν τάχα απαλλαγεί θα γίνει καλύτερο, θα γίνει τάχα «καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο». Είναι προφανές πως αυτό οφείλεται στη ραγδαία κατάρρευση του μύθου του νεοφιλελευθερισμού και στην οριστική χρεοκοπία του καπιταλισμού και συνεπώς πρόκειται για μιά συνειδητή απόπειρα για την εξαπάτηση του προβληματιζόμενου κόσμου της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού και στην ουσία πρόκειται για μιά υποκριτική αυτοκριτική του καπιταλισμού η οποία μπορεί να φτάνει μέχρι και το φραστικό αυτομαστίγωμά του. Χαρακτηριστική περίπτωση εκφορέα αυτής της υποκριτικής αυτοκριτικής του καπιταλισμού αποτελεί ο, σύμφωνα με τον τύπο της Γαλλίας, μικρός και ταπεινός εισπράκτορας πολιτικού χρήματος, αλλά μέγας διώκτης των Ρομά και των εργαζόμενων της πατρίδας του:

«Ο χρηματιστικός καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που δίνει προτεραιότητα στον κερδοσκόπο έναντι του επιχειρηματία, στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο έναντι του παραγωγικού κεφάλαιου, στο κυκλοφορούν κεφάλαιο έναντι του κεφαλαίου ως επένδυση, στο βραχυπρόθεσμο έναντι του μακροπρόθεσμου, στους δείκτες του πλούτου έναντι του αληθινού πλούτου, με τους δείκτες να μετρούν περισσότερο από τον ίδιο τον πλούτο. Ο καθαρός χρηματιστικός καπιταλισμός είναι ένα σύστημα ανευθυνότητας και θα χρησιμοποιήσω μια ισχυρή φράση: είναι ένα σύστημα όπου η ανήθικη λογική της αγοράς δικαιολογεί τα πάντα. Είναι ένα σύστημα όπου το χρήμα πάει στο χρήμα, όπου η εργασία βλάπτεται, όπου η παραγωγή βλάπτεται, όπου η επιχειρηματικότητα βλάπτεται»[1].
«Τάδε έφη» ο Μεσιέ Νικολά Σαρκοζί, στο Παρίσι τον Ιανουάριου 2009, ενώπιον της Άγγελας Μέρκελ, του Τόνυ Μπλερ, εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και πλήθους άλλων «επιφανών» εκπροσώπων διεθνών Οργανισμών, της πολιτικής και του επιχειρηματικού κόσμου.
Εσείς αγαπητοί αναγνώστες μη βιαστείτε να πιστώσετε στον Σαρκοζί αυτοκριτική και στροφή προς αριστερές θέσεις, ή να τον χρεώσετε στους υποκριτές και τους τσαρλατάνους, γιατί αν διαβάσετε προσεχτικά αυτές τις αράδες θα διαπιστώσετε μια ομοιότητα με τις «βαθυστόχαστες» εθνικοσοσιαλιστικές θεωρίες του Αδόλφου Χίτλερ, τις οποίες, όπως είναι γνωστό η ανθρωπότητα τις πλήρωσε με πενήντα εκατομμύρια νεκρούς και τεράστιες καταστροφές.
Κι’ όμως όλοι μας γνωρίζουμε πως ο Σαρκοζί και το απανταχού ανά την υφήλιο σινάφι των επαγγελματιών πολιτικών δεν είναι παρά οι αχυράνθρωποι του μεγάλου κεφαλαίου που δημιουργεί και καθοδηγεί τη σημερινή παγκόσμια κρίση και που αυτοί, ως ιεροφάντες της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, έχουν αναλάβει να μας πείσουν πως ο καπιταλισμός δεν είναι ένας, αλλά περισσότεροι, κάποιοι από τους οποίους είναι καλοί και κάποιοι άλλοι, όπως λ. χ. ο χρηματιστικός είναι κακοί και συνεπώς δεν φταίει ο καπιταλισμός γενικά, αλλά, μια μερίδα του, μια «ιδιοτροπία» του, ενάντια στην οποία ο Σαρκοζί και η συμμορία του κηρύσσουν νέα σταυροφορία και καλούν τους εργαζόμενους να δεχτούν την «ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων», την μείωση των μισθών και των συντάξεων, τη δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου τους για τη μεταφορά του δημόσιου πλούτου, (μέσω της τιμολογιακής και της φορολογικής πολιτικής και μέσω της πολιτικής των «ενισχύσεων της ρευστότητας των τραπεζών») προς το χρηματιστικό-τραπεζικό-εμπορικό κεφάλαιο, τον περιορισμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών, το ξεπούλημα του εθνικού πλούτου και του δημόσιου τομέα της οικονομίας, τη διόγκωση του αυταρχικού καπιταλιστικού κράτους, τον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας τους και την επικυριαρχία του αμερικανοελεγχόμενου Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, με απώτερο στόχο τη διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της καθυπόταξης όλων των χωρών και των Λαών που αντιστέκονται στη βίαιη και βάρβαρη ανασυγκρότηση του καπιταλισμού και στη Νέα Παγκόσμια Φασιστική Τάξη Πραγμάτων στα μέτρα της Pax Americana και αγωνίζονται για την πλήρη και οριστική ανατροπή του καταστροφικού και απάνθρωπου καπιταλισμού σε κάθε πιθανή και απίθανη εκδοχή του, για ένα καλύτερο κόσμο, για ένα κόσμο της δημιουργίας, της ειρήνης, της Άμεσης Δημοκρατίας και του Ανθρωπισμού[2].
Ιδιαίτερα εμείς οι Έλληνες είμαστε θεατές και δυστυχώς ακόμα παθητικοί θεατές μιάς πολιτικής που ξεθεμελιώνει το κράτος πρόνοιας, κατακερματίζει τον κοινωνικό ιστό, καταστρέφει αντί να αναδιατάσσει αναπτυξιακά τις όποιες δομές και υποδομές της ελληνικής οικονομίας, ξεπουλάει τον εθνικό πλούτο και τη δημόσια περιουσία, απογυμνώνει και έτσι αποδυναμώνει τη χώρα από τα διεθνή ερείσματα και δικαιώματά της και τελικά τη μεταβάλλει σε αμερικανικό δούρειο ίππο στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των Βαλκανίων και της νοτιοανατολικής Μεσογείου με βέβαιο αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της Ελλάδας και τη νέα τραγωδία του Ελληνισμού.
Σ’ αυτές τις συνθήκες οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού δεν έχουν άλλη επιλογή από το να επεξεργαστούν ΑΜΕΣΑ ένα Σχέδιο Σωτηρίας της Ελλάδας και του Ελληνισμούμε το οποίο θα ανατάξουν την Εθνική και Κοινωνική, Απελευθερωτική Αυτοπεποίθηση και Συνείδηση των Ελλήνων στο βαθμό που θα τους επιτρέψει να αναδειχτούν στη Νέα Αμεσοδημοκρατική Κοινωνική Ηγεσία [3] της χώρας και να αναλάβουν σε μια γνήσια αντικαπιταλιστική προοπτική την ευθύνη της σωτηρίας της χώρας και συμμαχώντας με τις αντίστοιχες δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρύτερης περιοχής να χτίσουν νέες συμμαχίες για μια προοδευτική Ευρωπαϊκή Ένωση και για ένα καλύτερο κόσμο χωρίς ιμπεριαλισμούς και Ηγεμονίες.
Περιθώρια για νεοφιλελεύθερες, σοσιαλδημοκρατικές και τριτοτεταρτοδιεθνιστικές αυταπάτες δεν υπάρχουν πιά. Ο καταστροφικός και απάνθρωπος καπιταλισμός, από τη στιγμή που αδυνατεί να τροφοδοτήσει την πρόοδο προς την ευημερία, την Άμεση Δημοκρατία και την ειρήνη της ανθρωπότητας έχει ιστορικά χρεοκοπήσει και γι’ αυτό η δρώσα ανθρωπότητα πρέπει άμεσα να τον αποσύρει από την ιστορία, γιατί Αύριο θα είναι αργά, γιατί Αύριο θα υποστούμε όλοι τη νέα φασιστική παγκοσμιοποίηση και την απόλυτη καπιταλιστική βαρβαρότητα.



[1]  Αναφέρται στο: Καζάκης Δημήτρης, Ο Έλληνας εργαζόμενος μετατρέπεται σε…Κινέζο, στην εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ, 26.08.2010, σελ.48-49.
[2]  Βλέπε σχετικά στο: Κώστας Λάμπος, ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΙΗΣΗ. Οικονομία του Φόβου και της Παρακμής, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2009.
[3] Λάμπος Κώστας, Ιστορικές διαστάσεις της ‘Κοινωνικής Ηγεσίας’ (Μια θεωρητική προσέγγιση) στο MONTHLY REVIEW, τεύχος 33, Σεπτέμβρης 2007.